Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 09:40      9°-13° Πάτρα
ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Πάτρα - Κηδεία Σπ. Δούκα: Ερωτευμένος με το μέλλον

Πάτρα - Κηδεία Σπ. Δούκα: Ερωτευμένος με το μέλλον



Ο Διευθυντής Σύνταξης της εφημερίδας "ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ" Κωνσταντίνος Μάγνης αποχαιρετά τον σπουδαίο ιστορικό εκδότη της, Σπύρο Δούκα:
Ο λινοτύπης σηκώνει τα δάχτυλα από τα πλήκτρα. Εχουμε πένθος τώρα. Οι ειδήσεις στέκονται σε στάση προσοχής. Είδηση σήμερα είναι εκείνος. Ηταν ένα μικρό καράβι. Φαινομενικά και κατά νόμον είχε διεύθυνση, Αλεξάνδρου Υψηλάντου 177, αλλά στην πραγματικότητα αρμένιζε με θόρυβο στο κύμα.
Είχε κατάρτι. Στον δεύτερο όροφο. Κρέμονταν από τα σκοινιά του τεχνικοί, δακτυλογράφοι, λοστρόμοι αγριεμένοι, διορθωτές παρμένοι από μονόπρακτα του Ντάριο Φο.
Στο ισόγειο, οι θερμαστές, δέχονταν στοίβες τις καταχωρήσεις, έστελναν το κάρβουνο στη μηχανή, και το καράβι πήγαινε με έναν ωραίο θόρυβο, με πείσμα, πετώντας τριγύρω οι εφημεριδοπώλες και αναγγέλλοντας το πέρασμα του πλοίου.
Στον πρώτο όροφο ναύτες και αξιωματικοί, όχι πολλοί. Τη μια γελούσαν, την άλλη σώπαιναν, μετά πειράζονταν, μετά τσακώνονταν, μετά γελούσαν, δύο καλά χειρόγραφα, τρία σκάρτα. Κανένας δεν κρατούσε ημερολόγιο, όλα όσα γίνονταν, τα έπαιρνε ο άνεμος της έκδοσης, τα τύλιγε ο ουρανός και τα έδενε σε τόμους, ενώ ο βυθός κατάπινε αυτά που δεν εγράφονταν, αλλά ήτανε κι αυτά ζωή και ήταν κρίμα που πνιγήκαν, βαθιά στη παγωμένη μνήμη του καιρού.
Μπαρκάραμε κι εμείς έναν Ιούλιο. Πολλές οι ώρες, σαν έπιανες λιμάνι είχες το κύμα ακόμα μέσα σου. Το έχεις τώρα μόνιμο, όλοι οι εφημεριδάδες , δημοσιογράφοι, τεχνικοί, διοικητικοί είναι σαν άνθρωποι κυματιστοί και φεύγουν όλο.
Το πλοίο είχε καπετάνιο. Κινιόταν απ΄τον αέρα γρηγορότερα, όταν ερχόταν το ήξερες γιατί τον αναγγέλλανε τα βήματά του ή η πόρτα του που άνοιγε με πάταγο. Ανδρας ωραίος πάντοτε. Ισόβια κομψότητα και χάρη, ελάχιστη υπομονή, ο χρόνος τον τραβούσε από το χέρι. Ελεγε λίγα, σε άφηνε να καταλάβεις τα υπόλοιπα. Τα υπόλοιπα, ήταν αυτά που ήθελε να γίνουν. Τα υπόλοιπα, ήταν αυτά που ζήσατε μαζί μας, επιβάτες στο καράβι μας κι εσείς, γιατί το πλοίο αυτό, μπορεί να το λέγαν Πελοπόννησος, αλλά στην ουσία ήταν ο χρόνος.
Ο χρόνος κύλησε από την Υψηλάντου, και το τώρα το καράβι ήταν μαρμάρινο, πλατύσκαλο, αστραφτερό και φωτισμένο. Πέρασε κόσμος πολύς. Και έφυγε επίσης. Ηρθαν χώρες και έφυγαν. Γεννήθηκαν γέφυρες και δρόμοι, έγιναν ολυμπιάδες, βούλιαξαν όλα ένα πρωί. Κι εμείς στο καράβι, μια ανησυχία συνεχής, σχήματα άλλαζαν, βάφονταν με χρώμα οι σελίδες, άνοιξαν ραδιόφωνα, βγήκαν περιοδικά και εκδόσεις της Δευτέρας. Εγιναν πράγματα πολλά, περισσότερα ίσως από αυτά που έπρεπε, αλλά και πάλι λιγότερα από όσα θέλαμε να γίνουν.
Οι γλάροι ανήγγειλαν συνολικά τρικυμίες και νηνεμίες, μεγάλα γεγονότα και άχαρες ανίες, άλλοτε νέα τρανταχτά και άλλοτε σκηνοθεσίες πρωτοσέλιδων, η κίνησις του πληθυσμού, εγκλήματα αλλά και νέα θρησκευτικά, αυτά επίσης που θέλαν οι πολιτευτές μας να γνωρίζουμε, ανακαλύψεις και απώλειες, αστοχίες εύστοχες και ευστοχίες αστοχότατες, δαίμονες και άγγελοι έπαιζαν ξύλο στο τυπογραφείο, εμείς με τον άγγελο είμαστε, μα δεν νικούσε πάντα, αλλά η πρόθεση ήταν πάντοτε καλή και ευγενής, μόνιμη έγνοια για την πόλη, κομπάζοντας στα όμορφα ή τις ασχήμιες καταγγέλλοντας, εμμένοντας ακούραστα και δονκιχωτικά σε θεραπείες στα αθεράπευτα. Ο καπετάνιος παθιαζότανε μ αυτά, είχε ένα θέμα με την τάξη κυρίως όμως ήτανε ερωτευμένος με το μέλλον.
Οι άνθρωποι που λέγονται εκδότες διαλέγουνε τη μοίρα τους. Και οδηγούν το καράβι του καιρού τους. Δεν είναι αυτοί οι διοικητές των εποχών. Είναι αυτοί που οδηγούνται από τα άστρα στο κάθε αύριο της ζωής μας. Το γράφανε οι στήλες μας. Αύριο, σημείωση συντάξεως, σήμερα. Οι άνθρωποι που λέγονται εκδότες διαβάζουν πάντα την αυριανή εφημερίδα, μέχρι που έρχεται μια ημέρα σαν κι αυτή, που δεν υπάρχει αύριο γι΄αυτούς, και τώρα είμαστε εμείς εδώ, για να μιλάμε για το Χθες τους.
Ποιο είναι άραγε το Χθες ενός Ανθρώπου; Εκείνο που γνωρίζουμε εμείς γι' αυτόν, ή το άλλο του μισό, ως πράξη, σκέψη και συναίσθημα αθέατο; Ο καπετάνιος της μικρής μεγάλης ιστορίας μας ήταν στο ζήτημα αυτό αυστηρός. Μας έδειχνε με προσοχή και επιμέλεια το μέρος του εαυτού του που επέλεγε. Την εγκριτη πλευρά του φεγγαριού του. Κλείνοντας ο αιώνας του ο χρυσούς, ο επιτάφιος λόγος θα επικεντρώσει ασφαλώς στα προφανή. Στον ζήλο, στην ανάγκη για ορθότητα, τον υπέροχο ρομαντισμό με τον οποίο παθιασμένα υποστήριζε τον υποκειμενισμό του, τη φυσική του καλοσύνη, την τρυφερότητα απέναντι στα ανθρώπινα, την αυστηρή του διαταγή για σεβασμό στους φίλους και ακόμα μεγαλύτερο σεβασμό στους αντιπάλους, το κήρυγμα του για υπερβάσεις και μια αμεριμνησία ποιητική, την οποία δεν αφίστατο, ακόμα και αν επρόκειτο να βγει ζημιωμένος. Προτιμούσε να χάσει, παρά να πληγώσει, προτιμούσε να σφάλει παρά να παραβεί το πιστεύω και το καθήκον. Είχε την ευφυία να αδικεί τους δυνατούς, για να κρατάει σε ισορροπία το καράβι. Ταξίδευε πάνω στις αρχές και τις ιδέες. Πίστευε ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος. Πίστευε ότι ο κόσμος πρέπει να γίνει καλύτερος. Δεν πίστευε ότι ο κόσμος θέλει να γίνει καλύτερος. Αλλά πίστευε ότι ο κόσμος πρέπει να γίνει καλύτερος και ας μη θέλει.
Είπα μονάχα τα μισά. Δεν ήταν μόνο αυτά ο Σπύρος Δούκας. Ο ίδιος όμως δεν ήθελε να ξέρουμε περισσότερα. Ας του επιτρέψουμε να παίξει το παιχνίδι ως το τέλος. Και να κρατήσει επτασφράγιστες τις σκέψεις, τα όνειρα και τα κρυφά του γέλια, εκείνα που έβγαζε αυθόρμητα στα μικρά του χορευτικά σχεδόν παιχνίδια με τα πράγματα, τις καταστάσεις, τα γεγονότα ή την κρυφή του θλίψη για την τραγική ειρωνική αντίφαση ανάμεσα σε όσα του έδωσε η ζωή και όσα του πήρε.
Καπετάνιε, ευχαριστούμε για όλα όσα ζήσαμε, για τη μικρή ή μεγάλη του συμμετοχή ο καθένας στην ιστορία που την είπαν Πελοπόννησο. Για την ανεκτίμητη υπεραξία του επαγγέλματος. Το άνοιγμα των οριζόντων, την αναγνωρισιμότητα, το κύρος, το πολύτιμο αυτό τάλαντο που θέλει τιτάνια προσπάθεια ώστε να αποφύγεις να το θάψεις ή να σε θάψει.
Μια τελευταία κουβέντα, πριν κλείσει ξανά και οριστικά η πόρτα του γραφείου σου. Εντάξει, δεν κάναμε τα πάντα όπως ήθελες. Αλλά ήξερες ότι οι παρεκκλίσεις γίνονταν για το καλό. Και μας συγχωρούσες γιατί η ασέβειά μας ήταν μια ερμηνεία κανονισμού και όχι μια κατάλυση.
Ηταν ένα μικρό καράβι. Που συνεχίζει, δεν πα να λένε οι καιροί. Αυτή είναι η αποστολή των καραβιών. Αυτοί είναι κανονισμοί των άστρων. Ο λινοτύπης θα αρχίσει και πάλι το κομμάτι του στο πιάνο. Θα παίξει πένθιμα. Αλλά θα παίξει.




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [09:40:10]