ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ο Αλέξης Πανσέληνος στην «ΠτΚ»: «Είχα ανάγκη να ζωντανέψω τις μνήμες που διατηρώ»

Ο Αλέξης Πανσέληνος στην «ΠτΚ»: «Είχα ανάγκη να ζωντανέψω τις μνήμες που διατηρώ»



Συνέντευξη στην ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ
Βρέθηκε στην Πάτρα, στις 30 Νοεμβρίου, για την παρουσίαση -μαζί με τους Κώστα Λογαρά και Μαρία Στασινοπούλου- του νέου του μυθιστορήματος «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» (εκδ. Μεταίχμιο). Μια ανάγλυφη απεικόνιση της Αθήνας της δεκαετίας του '50 -της Αθήνας των παιδικών του χρόνων. Ο Αλέξης Πανσέληνος μεταφέρει στην «ΠτΚ» την ατμόσφαιρα του βιβλίου του, μιλάει για τη νοσταλγία και τη μνήμη, τους τιμονιέρηδες που έχουμε ανάγκη.

«Ω, τι ευτυχισμένος κόσμος! Τρυφερά, χαρούμενα βαλσάκια μάς παίζει το ραδιόφωνο στην καθημερινή εκπομπή «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια». Πόση ειρωνεία κρύβεται σε αυτή τη φράση, μιλώντας για την περίοδο '50-'53, που περιγράφετε στο μυθιστόρημά σας; Το οποίο προέκυψε από την ανάγκη σας να…
Ηταν η ανάγκη να ξαναζήσω την Αθήνα της παιδικής μου ηλικίας, να ζωντανέψω τις μνήμες που διατηρώ, οι οποίες καθώς έγραφα άρχισαν να επιστρέφουν καταιγιστικές, από κει που δεν το περίμενα.

Πολυπρόσωπο -με φανταστικούς αλλά και πραγματικούς χαρακτήρες- με ιστορικές-πολιτικές αναφορές, κοινωνικές -λαμπερές και φτωχικές- συνήθειες, κι ένα σωρό τραγούδια με «μαράκες, μπονγκό, χαβάγιες…». Ποιες οι προκλήσεις για την αναπαράσταση αυτής της μακρινής εποχής;
Η νοσταλγία της εποχής αυτής τελικά δεν ήταν παρά η νοσταλγία του εαυτού μου στην ηλικία που είχα τότε. Χρωματίστηκε έντονα από την ύστερη γνώση για την εποχή, το κλίμα και τις συνθήκες ζωής που υπήρχαν. Η νοσταλγία φωτίζει ειδυλλιακά μια εποχή, η ύστερη γνώση που αποκτούμε γι' αυτήν σκοτεινιάζει την εικόνα και δίνει σε όσα για ένα παιδί αποτελούν μυστήριο, ένα φως σκληρό που το διαλύει. Ετσι το ύφος του βιβλίου και η ατμόσφαιρα από κεφάλαιο σε κεφάλαιο παίζουν ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα. Τα τραγούδια της εποχής ήταν η επιθυμία των ανθρώπων να ξαναβρούν το κέφι και την ελπίδα, τη χαμένη ξενοιασιά και τους φυσιολογικούς ρυθμούς της ζωής, που ζητά έρωτα, χαρά, χορό και φως. Οσο πιο μαύρη η εποχή που τα γέννησε, τόσο πιο φωτεινά και χαρούμενα ήταν τα ελαφρά ελληνικά τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο και τραγουδούσε ο κόσμος στις διασκεδάσεις του.

Οικογένεια Ρώτα. Ο πατέρας δικηγόρος-ποιητής, βουλευτής με τη ΣΚ-ΕΛΔ του Σβώλου, η μητέρα από σόι δεξιών κι ο μικρός Στάθης με την καλπάζουσα φαντασία. Κατά πόσο καθρεφτίζεται η ζωή σας στη δική τους;
Προσπάθησα να εκμεταλλευτώ και να χρησιμοποιήσω ό,τι θυμόμουν περισσότερο από τα βιώματα της εποχής εκείνης, αλλά τα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι επινοημένα. Στοιχεία μόνο υπάρχουν από όσους ανήκαν στο άμεσο περιβάλλον μου, και το οικογενειακό και τους κοντινούς μας ανθρώπους, αλλά έχουν παραλλαχτεί σημαντικά, γιατί δεν αποσκοπούσα σε αυτοβιογράφηση παρά σε σύνθεση μυθιστορηματική. Χωρίς κεντρικούς ήρωες, χρησιμοποίησα έναν μεγάλο αριθμό προσώπων από όλες τις κοινωνικές τάξεις και τις πολιτικές παρατάξεις, για να δώσω έναν όσο το δυνατό πλατύτερο πίνακα της εποχής και της Αθήνας. Πολλά πρόσωπα συμπλέκονται μεταξύ τους είτε στο μυθιστορηματικό παρόν είτε στο ιστορικό τους παρελθόν. Αλλα πάλι κάνουν μια μόνο εμφάνιση και χάνονται, αλλά με έναν τρόπο συνδέονται και αυτά με τις ιστορίες κάποιων από τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Το κέντρο της πόλης αλλά και οι περιφερειακές γειτονιές, τα μέγαρα αλλά και τα προσφυγικά, οι λαϊκοί μαχαλάδες και οι εξοχές -όλα μπαίνουν στην εικόνα, μαζί με διανοούμενους, μοιχούς, μαχαιροβγάλτες, παιδιά μικρά, στην ηλικία που ήμουν τότε εγώ, κορίτσια λαϊκά που πασχίζουν με κάθε τρόπο και θυσία να βελτιώσουν την άθλια κατάστασή τους, υπηρετριούλες που βγαίνουν με τις φίλες τους στην άδεια του σαββατόβραδου, φαντάρους που υπηρετούν τη θητεία τους και άλλους στρατευμένους που προσπαθούν να αποφύγουν το Εκστρατευτικό Σώμα της Κορέας, φυλακισμένους κομμουνιστές που εκτελούνται, παράνομους που μπαίνουν λαθραία από τα σύνορα για να οργανώσουν τον αγώνα της ηττημένης Αριστεράς, παλιούς μαυραγορίτες και συνεργάτες των Γερμανών που ξαναπιάνουν τα πόστα, ζωγράφους, ποιητές, ανθρώπους του υποκόσμου, λαϊκούς τραγουδιστές και τραγουδιστές του «έντεχνου» ελαφρού τραγουδιού, όλο σχεδόν το φάσμα της κοινωνίας.

Γυρίζοντας 68 χρόνια πίσω, νιώσατε τσιμπήματα νοσταλγίας;
Μα φυσικά. Αυτά τα τσιμπήματα που λέτε ήταν παραπάνω από τσιμπήματα, ήταν μια πολύ έντονη ανάγκη επιστροφής στην εποχή εκείνη. Δεν εννοώ πως θα ήθελα να επιστρέψει η εποχή, παρά πως οι εικόνες που διατηρώ στη μνήμη μου ήταν ένα πολύ ισχυρό κίνητρο για να προσπαθήσω να την αναπαραστήσω.

Κατά τη διάρκεια αυτής της επιστροφής μπήκατε στη διαδικασία να κάνετε συγκρίσεις με το σήμερα;
Οι συγκρίσεις θα γίνουν από τον αναγνώστη. Εγώ φυσικά συγκρίνω τις εποχές και βρίσκω τα σπέρματα του σήμερα στο χθες εκείνο, τη σημερινή «δυστοπία» -όπως είναι η λέξη της μόδας- στο στραβό ξεκίνημα της πολιτικής ζωής του τόπου αμέσως μετά τον Εμφύλιο και σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών που κύλησαν από τότε ίσαμε τη Μεταπολίτευση και έπειτα από αυτήν μέχρι σήμερα. Η κρίση που βιώνουμε είναι σε μεγάλο βαθμό απότοκος της δεκαετίας του '50.


Το μέλλον, οι τιμονιέρηδες και η Πάτρα
«Τα αστέρια λάμπουν πιο έντονα σαν να πασχίζουν να ζεστάνουν τη φτωχολογιά η να κρατήσουν ζωντανή την υπόσχεση του ήλιου που θα προβάλλει σύντομα ξανά». Πατώντας σε αυτή τη φράση σας, θα ήθελα να σας ρωτήσω αν βλέπετε κάποιες ηλιαχτίδες στο μέλλον της χώρας.
Το μέλλον μας δεν το γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω είναι πως, αν και είμαστε λαός με πολύ κοντή μνήμη, έχουμε σήμερα όλα τα στοιχεία που μας επιτρέπουν να κρίνουμε τους εαυτούς μας στο διάστημα έξι δεκαετιών από το τέλος του Εμφύλιου, να αποδώσουμε δικαιοσύνη εκεί που πρέπει και να καταλογίσουμε ευθύνες επίσης -και να κάνουμε μια καινούργια αρχή. Κατά πόσο και με ποιο τρόπο μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο δεν το ξέρω και δεν είναι δική μου δουλειά να το προτείνω.

Με τιμονιέρηδες ποιους, λέτε;
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά μας. Οι τιμονιέρηδες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη μας, πρέπει να βγουν κάποτε μπροστά άνθρωποι νέοι που δεν έχουν κληρονομικό δικαίωμα στη διακυβέρνηση του τόπου, και θα δουλέψουν σκληρά για να μας ξεκολλήσουν από τα βράχια. Δεν βλέπω αυτή τη στιγμή να υπάρχει κάτι τέτοιο. Ο παλιός πολιτικός κόσμος (και σ' αυτόν περιλαμβάνω και την Αριστερά) επιμένει πως είναι δική του δουλειά να μας κυβερνήσει.

Το τέλος του βιβλίου σας είναι ένα «κλείσιμο του ματιού» στον αναγνώστη;
Ναι, είναι. Είναι ένα σαρκαστικό σχόλιο στην Ελλάδα που στήθηκε μετά τον Εμφύλιο. Και το τελικό κεφάλαιο είναι μια διαφυγή προς το φανταστικό, προς ό,τι θα έπρεπε να έχει γίνει και δεν έγινε.

Αναφέρετε, επίσης, την Πάτρα και το θέατρο «Απόλλων», όπου εν έτει 1953, έδωσε παραστάσεις διάσημος ιταλικός θίασος με μαριονέτες. Οι εντυπώσεις σας από την πρόσφατη επίσκεψή σας στην πόλη μας;
Είχα δεκαετίες να έρθω στην Πάτρα. Βρήκα μια μεγάλη πρωτεύουσα, μια πόλη με παλιά παράδοση και κόσμο σπιρτόζο, ολοζώντανο, που τον ενδιαφέρει η πολιτική και ο πολιτισμός. Γνώρισα νέους φίλους και συνάντησα παλιότερους και η παρουσίαση του μυθιστορήματός μου ήταν μια εξαιρετική εμπειρία.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[χθες 22:08]  Παρουσιάζεται η ποιητική συλλογή...
[χθες 21:56]  Ο Βασίλης Κατσικονούρης στην...
[χθες 20:13]  Πέτρος Ζαργάνας-Χριστίνα...
[χθες 21:08]  Από την παρουσίαση της ποιητικής...
[χθες 14:42]  Ο Λάμπρος Φισφής στην «ΠτΚ»: «Το...
[χθες 22:32]  Ο Τάσσος Σταθόπουλος στην «ΠτΚ»:...
[χθες 20:41]  Πάτρα:Ομιλία του π. Χαράλαμπου...
[χθες 22:59]  Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος έρχεται τη...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [06:08:52]