ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Λαμπρόπουλος


Η ωδή εις τον Πατισάχ!



Ανεβαίνοντας στο Παναχαϊκό όρος, εκεί κοντά στο στοιχειωμένο Σανατόριο και προσπαθώντας να δραπετεύσει κανείς από τη βαβούρα της πόλης, υπάρχει μια μικρή εκκλησίτσα, η Παναγία η Βλαχέρνα.

Είναι μια μικρή όαση, η οποία έχει και μια πηγή με βουνίσιο κρυστάλλινο νερό, αλλά ξέρετε ποια είναι η αλήθεια; Οτι και η ίδια, από μόνη της η εν λόγω εκλησία, είναι μια πηγή. Μια πηγή έμπνευσης για την ακρίβεια, με ευλογημένο νερό, από εκείνο που έπιναν οι νεράιδες των παραμυθιών. Ε,από αυτό ήπιαμε κι εμείς και αρχίσαμε να φτιάχνουμε στίχους.

Τι κάνει ρήμα με τον «Πατισάχ»; Το «αχ» και το «βαχ». Ναι, αλλά λέγανε «αχ» και «βαχ» το 1821; Γιατί να μην λέγανε; Δεν αναστενάζανε δηλαδή οι Επαναστάτες πρόγονοί μας; Μόνο εμείς έχουμε αυτό το προνόμιο;

Και κάπως ετσι, λάκκα τη λάκκα, σάρα τη σάρα, πλαγιά με την πλαγιά, εμφανίστηκε κι ο Λόντος το λιοντάρι και ο Ζαήμης κι ο Γιαννιάς. Να ΄σου και λίγο πιο πέρα, ανάμεσα στα έλατα και στις κερασιές κι ο Φωτήλας και ο Ρούφος κι όλη η Ρούμελη μαζί.

Κι από μακριά ακουγόταν και το στοιχειό του Κάστρου, η Πατρινέλλα, η οποία είχε να χτυπήσει τις αλυσίδες της από την εποχή του Μοροζίνη και του Παρθένιου...

Αυτή την φορά, βέβαια, δεν τις χτύπησε για κακό. Ηταν το αναγκαίο σπρώξιμο προς τη δημιουργία. Η οποία βρήκε στέγη στην οδό Κιοσέμ Σουλτάν στο παλαιό Τάσι, το οποίο στο λυκαυγές του 19ου αιώνα πήρε το όνομα του Δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανού.

Οσοι διαβάσατε το συλλεκτικό τεύχος της 24ης Μαρτίου, έχετε ήδη καταλάβει τι γράφουμε. Πότε και πού και πώς η θεία πρόνοια κατέβηκε από τα ψηλά (και δεν εννοούμε τις βουνοκορφές του Παναχαϊκού...) και φώτισε την ταπεινότητα μας. Εκεί, μέσα στη Φύση. Η οποία λέγεται αλλιώς και Δημιουργία.

Και κάπως έτσι δημιουργήθηκε η «Ωδή εις τον Πατισάχ». Ποιος είναι αυτός ο Πατισάχ; Ο Σάχης των Σάχεων. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄. Αυτός δεν ήταν ο καψερός που επί βασιλείας του οι Ρωμιοί τον πότισαν φαρμάκι; Κι εκείνος απάντησε με λουτρό αίματος; Και εκεί εις τα βάθη του Αδεως όπου βρίσκεται τώρα η ψυχή του, ανατριχιάζει κάθε φορά που ακούει τα Ρωμέικα. Και σίγουρα χτυπάει τις δικές του αλυσίδες, όλο θυμό και πόνο, στο άκουσμα των στίχων που αναδύθηκαν ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι από την πηγή της Παναγίας της Βλαχέρνας. Οχι εκείνη της Πόλης, αλλά του Παναχαϊκού. Ή μήπως τελικά ήταν της Πόλης;

«Πατισάχ, Πατισάχ,

ὄταν εὕρῃς τὸν Ἀλλὰχ

τὸν Μορέαν θύμησέ του

ποῦ τὸν εἶπεν ἄχ καὶ βὰχ.

* * *

Καὶ ὁ Λόντος τὸ λεοντάρι

κι ὁ Ζαήμης κι ὁ Γιαννιὰς

εἰς τὴν Πόλιν θε να φθάσουν,

νὰ τ' ἀκούσῃ ὁ ντουνιάς.

* * *

Κι ὁ Φωτῆλας καὶ ὁ Ῥοῦφος

κι ὅλη ἡ Ῥούμελη μαζί,

οὗλοι τους βροντοφωνάζουν

ζήτωσαν οἱ Φιλικοί.

* * *

Τὸ σπαθὶ τοῦ Ὑψηλάντου,

Πόντος, νῆσοι καὶ Βλαχιά,

Πατισάχ, Πατισάχ,

ὥρα νὰ βρῃς τὸν Ἀλλάχ!».

Υ.Γ.: Μέσα από την καρδιά μου ευχαριστώ όλους εσάς, τους αγαπημένους αναγνώστες της «Π» για το αγκάλιασμα του ιστορικού μας φύλλου της 25ης Μαρτίου 1821. Σας ταξιδέψαμε πίσω στον χρόνο κι εσείς το ανταποδώσατε με ρεκόρ πωλήσεων. Πραγματικά δεν έχουμε λόγια...

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [09:21:44]