Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 09:20      9°-13° Πάτρα
ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


μαγνης


Η θητεία μας στη σχολή Σπύρος Δούκας



Είναι περασμένες δώδεκα το μεσημέρι. Και (ίσως) τώρα βρήκαμε τον χρόνο και το μυαλό για να γράψουμε τις λέξεις που του οφείλουμε. Από τις εννιά το βράδυ μέχρι περασμένα μεσάνυχτα εργαστήκαμε για ένα πρώτο, ελάχιστο αφιέρωμα. Από τις οκτώ το πρωί, έλεγχος στα αρχεία, συσκέψεις, τηλεφωνήματα, λεπτομέρειες, διαχείριση συλλυπητηρίων, πανδαιμόνιο. Δεν πρόλαβες καν να λυπηθείς. Δεν πρόλαβες καν να θυμηθείς.
Μας λυγίζει το βάρος του ανθρώπου. Μας βουλιάζει το κύμα της ενέργειας που απελευθερώνει η απώλεια. Αλλά την ίδια στιγμή μάς οπλίζει η ανάμνηση μιας από τις βασικές αρχές του. Τους συνεργάτες, τους δοκίμαζε στα δύσκολα.
Στα δύσκολα λοιπόν. Δεν ήταν άλλωστε, πάνω από τρεις δεκαετίες τώρα, και πολλές οι εύκολες μέρες. Ακόμα και στις μέρες της μεγάλης ευφορίας, η ημέρα άρχιζε και τελείωνε με αλλεπάλληλες αναμετρήσεις. Θυμόμαστε τη φλόγα του και το χαμόγελό του, όταν ένιωθε πως έχει τους συνεργάτες δίπλα του, πιστούς αξιωματούχους. Οταν τον πλημμύριζε η αίσθηση αυτή, μπορούσε να κάνει τα πάντα για την εφημερίδα και τους ανθρώπους της.
Και τα έκανε.
Πού βρισκόταν ο πήχης; Εκείνος ήξερε. Ολα άρχιζαν μαζί του όταν ένα κάποιο πρωινό, έπειτα από ανώριμα, μεγαλεπήβολα γραψίματα, σου ανακοίνωνε ότι εκρίθης συμβατός προς τις αρχές και τις αξίες της εφημερίδας. Και ουαί και αλίμονο εάν εξέπιπτες του παραδείσου αποκλίνοντας της ευθύνης σε διά βίου ανταπόκριση. Δεν σε περίμενε ρομφαία, αλλά πάγος. Και κάποια λεπτή ειρωνεία, εδώ κι εκεί. Λεπτομέρεια: Ουδέποτε μας αποκάλυψε ποιες ήταν εν τέλει οι αρχές και οι αξίες που έλεγε, ακριβώς. Αλλά τις ώρες του οίστρου, εν όψει επετειακών φύλλων και άλλων τέτοιων αφορμών, έμπαινε λαμπερός στο γραφείο μας, κραδαίνοντας το πρώτο φύλλο της «Πελοποννήσου», 10 Ιουλίου 1886. Παρέπεμπε σε εκείνο το φλογερό και υψιπετές κείμενο αρχών που είχε γράψει ένας από τους ιδρυτές Φραγκόπουλους. Ηθελε να το δημοσιεύουμε ξανά και ξανά σε τέτοιες ευκαιρίες. Ηταν ο φάρος του. Η φωνή από το παρελθόν, η προσήλωση στο καθήκον, όχι μόνο ως αξία αλλά και ως ανάγκη. Του ήταν αναγκαία η πίστη, ο ιδεαλισμός, ο ρομαντισμός, η αισθητική, η τάξη, η νίκη του καλού, η νίκη των καλών. Την ίδια στιγμή, όταν έφτανε και ξαναέφτανε κατά τις περιστασιακές συγκρούσεις στα υψηλά δώματα της ισχύος που του παρείχε η επικράτηση, η θέση, ο ρόλος, ύψωνε τα χέρια ψηλά, σαν μια συγχώρεση, σαν μια υπέρβαση, προς κάθε εφήμερο ή σταθερό αντίπαλο. «Εμείς είμαστε ανώτεροι» έλεγε με συγκατάβαση, που σήμαινε διαταγή για ανεξικακία.
Θυμόταν όλο το παρελθόν, θυμόταν πρόσωπα, ιστορίες, ανέκδοτα, δράματα. Ξεχνούσε ποιοι τον είχαν πικράνει. Απαγόρευε στον εαυτό του τη μικρότητα. Σεβόταν τους πάντες, δεν φοβόταν κανέναν. Ενα πράγμα μάς επέβαλλε διά φραστικού ροπάλου ή και με χτύπημα της μεγάλης του παλάμης στο γραφείο: Οταν θα δεχόταν κάποιο διάβημα διαμαρτυρίας, ήθελε να γνωρίζει τι έχει συμβεί. Σήκωνε τα μανίκια για κάθε μάχη, αλλά απαιτούσε να ξέρει την αιτία του πολέμου. Δεν υπήρξε ποτέ συγκεντρωτικός, πελώρια κομμάτια της δουλειάς μας ασκούνταν με ελευθερία και χωρίς παρεμβάσεις και οδηγίες. Αλλά ήταν ο Εκδότης και άρα ο τιμονιέρης. Αδιαπραγμάτευτο. Και τέλος.
Θητεύσαμε στη σχολή Σπύρος Δούκας, στη σχολή της ταπεινής ηθικής ανωτερότητας. Υπηρετήσαμε τις οδηγίες του, ζήσαμε μαζί του τη μετάβαση από τον σκληρό διπολισμό σε μια φάση πολιτικής και κοινωνικής συνεννόησης των παρατάξεων, των ρευμάτων, των πυρήνων. Μοιραστήκαμε τη δίψα του για καινούργια πράγματα. Λατρέψαμε τις χαριτωμένες και άδολες εμμονές του με τα Κακώς Κείμενα, όπως τα αποκαλούσε, που τον τριβέλιζαν και που αποτελούσαν διαρκές προσωπικό του στοίχημα ή μάλλον ένα ατομικό του δονκιχωτικό παίγνιο: «Ελάτε να σας δείξω κάτι. Αντώνη!»- φωνή στον αγαπημένο του οδηγό και υπασπιστή Αντώνη Καρέλα, που ο θάνατός του τον συγκλόνισε- και αμέσως όλοι σε ένα αυτοκίνητο, εκδότης, διευθυντές, συντάκτης, φωτογράφος. Μετάβαση στον τόπο του αμαρτήματος. Φωτογραφίστε, γράψτε, κυνηγήστε. Και μετά λίγους μήνες, (Αντώνη!), ξανά όλοι στο αυτοκίνητο.
Το μέλλον ήταν η αγωνία του, ακόμα και στις Ευτυχισμένες Ημέρες της επιχείρησης. Προσπάθησε με μύριους τρόπους να διασφαλίσει μια συνέχεια με όρους θωράκισης. Είτε υποπτευόταν την επέλαση της κρίσης είτε όχι. Η ζωή επέβαλε λύση, τελικά, και η πορεία συνεχίζεται. Χωρίς τον Σπύρο Δούκα, αλλά και μαζί του, με έναν τρόπο. Το κτίριο, η διαμόρφωση, τα μάρμαρα, τα ξύλα, τα έργα τέχνης, τα βιβλία, τα κειμήλια, είναι εκείνος και η κυρία Νανά. Σχεδίαζαν το κτίριο με καμάρι, σαν πρωτομάστορες, αποδίδοντάς το σαν έμβλημα της εφημερίδας και της πόλης.
Δεν θα σβήσει ποτέ στο μέλλον η μορφή του. Δεν θα χαθεί το είδωλό του. Είναι η μεταφυσική της παράδοσης. Οι αρχές που λέγαμε, μείνανε εδώ. Δεν ήθελε να τις πάρει μαζί του, δεν έχει ανάγκη τώρα από όλα αυτά. Μαζί του έφυγε μόνο η αγνή ψυχή του, το θαρραλέο παιδί που είχε μέσα του, που ενώ απέφευγε συνάφειες και ομιλίες, είχε μέσα του πάθος, φωτιά και μια ατέλειωτη εφηβεία.

ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΗΣ «Π» ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΓΝΗ

Από την Έντυπη Έκδοση




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [09:20:47]