ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Θέατρο: Στη μοναξιά του χαμένου παραδείσου

Θέατρο: Στη μοναξιά του χαμένου παραδείσου



Της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΟΚΚΟΤΑ
«Πες πως θα 'ναι όταν θα 'χουμε τη γη μας»… «κοίτα πέρα απ' το ποτάμι, Λένι, και θα σου πω, ώστε σχεδόν να το δεις»… «θα ζούσαμε εκεί, θ' ανήκαμε εκεί. Δε θα τριγυρνούσαμε πια σ' όλη τη χώρα, ούτε θα μας τάιζε ένας γιαπωνέζος μάγειρος»… «Θα ριζώναμε σ' ένα τόπο, θα 'χαμε το δικό μας σπιτικό και δε θα κοιμόμαστε σε κοιτώνες»… «τι λεύτερος που νοιώθει κανείς, όταν έχει δουλειά και δεν είναι πεινασμένος». Χαρακτηριστικό απόσπασμα από την αριστουργηματική νουβέλα «Ανθρωποι και ποντίκια» (Of Mace and Men, 1937) του Τζων Στάινμπεκ, που επευφημήθηκε ιδιαίτερα από την κριτική, γνωρίζοντας αλλεπάλληλες μεταφορές στη θεατρική σκηνή, τη μεγάλη και τη μικρή οθόνη.
Ο Αμερικανός συγγραφέας ήταν από αυτούς που λαχταρούσαν να μεταχειριστούν τις σελίδες της λογοτεχνίας αλλά και τη θεατρική σκηνή ως χώρο κοινωνικού προβληματισμού και ρεαλιστικής απόδοσης της ζωής. Οι βιοτικές μέριμνες της πολυτάραχης ζωής του, παρά την αστική καταγωγή του, αλλά προπάντων οι σκληρές συγκυρίες του καιρού του συνέβαλαν στη διαμόρφωση της επαναστατικής του σκέψης, που στηλιτεύει την κοινωνική αδικία και την οικονομική εκμετάλλευση.
Σε μια εποχή που το αμερικάνικο θεατρόφιλο κοινό διψούσε να βλέπει την ωμή πλευρά της ζωής και είχε ασφαλώς τους λόγους του -οι συνέπειες του οικονομικού κραχ ήσαν σχετικά πρόσφατες και οι φυλετικές διακρίσεις σε έξαρση- το ρεαλιστικό δράμα «Ανθρωποι και ποντίκια» ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του κόσμου. Σκληρές σκηνές σε τόπους αποκαρδιωτικούς, με χαρακτήρες αποκαρδιωμένους, καταθλιπτικό περιβάλλον, αναπόφευκτος συναισθηματισμός συνθέτουν την ατμόσφαιρα του έργου, που εξωθείται στα όρια του ρεαλισμού, θυμίζοντας τον νατουραλισμό του Χάουπτμαν.
Στην Αμερική του Μεσοπολέμου και της Μεγάλης Υφεσης, ο Λένυ, γίγαντας με καρδιά και νου μικρού παιδιού και ο μικρόσωμος και έξυπνος Τζωρτζ, δύο μοναχικοί περιφερόμενοι εργάτες, γυρνούν από τόπο σε τόπο, αναζητώντας δουλειά, χωρίς να παύουν ποτέ να ονειρεύονται μέσα στην αποξένωσή τους ένα δικό τους σπίτι. Αχώριστοι φίλοι, αν και αταίριαστοι, πασχίζουν να αντισταθμίσουν την άθλια και μίζερη πραγματικότητά τους μέσα από το «ζωτικό ψεύδος», που τους διασφαλίζει η ελπίδα, το όνειρο, η προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος. Μάταια όμως, καθώς η προσμονή τους για αλλαγή των όρων της ζωής τους συντρίβεται μέσα στα λασπόνερα ενός βρώμικου και αλλοτριωμένου κόσμου, που τους καταδικάζει αναπότρεπτα να συνεχίσουν να ζουν ως άνθρωποι - ποντίκια. Αιώνια ποντίκια στις ανήλιες τρύπες τους.
Οταν τελικά καταφέρνουν να βρουν δουλειά σ' ένα αγρόκτημα, μια τραγωδία καραδοκεί και τ' όνειρό τους ματώνει. Το φινάλε του έργου σκληρό και ωμό, σοκαριστικό και αντάξιο ενός νατουραλιστικού δράματος, με τον άνθρωπο υποχείριο της Ανάγκης να σκοτώνει αυτό που αγαπά. Απελπισμένα συνειδητοποιημένος, να προχωρεί σε μια κορυφαία πράξη λύτρωσης. Ενα δράμα της μοναξιάς, της ελπίδας και της απώλειας, ο δημιουργός του οποίου επιχειρεί μια βαθιά ανθρωπογεωγραφική περιήγηση στον αγώνα της εργατικής τάξης για οικονομική επιβίωση και προσωπική αυτοδιάθεση, αποδίδοντας στους ήρωές του αρχετυπικά γνωρίσματα.
Εύστοχη η επιλογή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας να παρουσιάσει το αριστούργημα του Στάινμπεκ, σε μια περίοδο, που η διαιωνιζόμενη οικονομική ύφεση το καθιστά ιδιαίτερα επίκαιρο. Μάλλον όμως ατυχής η διασκευή του από τον κ. Σταύρο Τσακίρη, όταν μάλιστα αυτή περικόπτει τρία πρόσωπα (τον Κάρλσον, τον Ουίτ και τον αποσυνάγωγο Αφροαμερικανό Κρουκς), στερώντας αφηγηματικές πτυχές και συγκρούσεις απαραίτητες για την ολόπλευρη πρόσληψή του από τον θεατή. Μια μεταγραφή, που μάλλον δεν άφησε ανεπηρέαστη τη χαλαρή και άνευρη σκηνοθεσία του Μάνου Καρατζογιάννη, υποχρεωμένου να γεφυρώσει και να «συμψηφίσει» τα δημιουργούμενα χάσματα.
Με φόντο ένα στοιχειώδες σκηνικό (Αση Δημητρολοπούλου), φωτισμένο δυσανάλογα υψηλότονα απέναντι στη σκοτεινιά της ζωής των ηρώων του - κάποιες ερμηνείες διέσωσαν ως ένα βαθμό την κατάσταση. Στον κεντρικό ρόλο του Λένυ, ο Γιάννης Θανασούλας αποτέλεσε την ήρεμη και δημιουργική δύναμη της παράστασης, πλάθοντας το νοητικά καθυστερημένο ήρωα με σωματοποιημένη ευαισθησία και φοβική τονικότητα λόγου, ταιριαστή στο ρόλο, με τον Τζωρτζ του Πάνου Ιωσηφίδη δίπλα του να ισορροπεί με μέτρο ανάμεσα στην αρρενωπή - μπρουτάλ και τη συναισθηματική εκδοχή του.
Αν και κάπως άκαμπτος, ο συνήθως ευέλικτος Διονύσης Βούλτσος, κατάφερε να αναδείξει υποδορείως και ανεπαισθήτως τον χαμαιλεοντισμό του Κάντυ. Στον ρόλο της προκλητικής γυναίκας του Κέρλυ η Γεωργία Αντωνοπούλου στάθηκε με αξιοπρέπεια και σύνεση. Διεκπεραιωτικά εξουσιαστικός και επικοινωνιακά μόνο παθιασμένος στον διπλό ρόλο του αφεντικού και του Κέρλυ αντίστοιχα ο Πάνος Τρουμπουνέλης. Ανεπίδοτες οι ευκαιρίες στον Δημήτρη Βαμβακά να αναδείξει τον Σλημ.
Μια άτονη και ελάχιστα επιδραστική μεταφορά της αριστουργηματικής νουβέλας, χωρίς ένταση και ενέργεια, αναντίστοιχη με τον ωμό ρεαλισμό της γραφής και της σύλληψής της.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[19:31]  Πέθανε η μεγάλη ποιήτρια Κική Δημουλά
[15:35]  Πάτρα: Καρναβαλική βραδιά με τα θέατρα...
[13:39]  «Εκλεισαν» τα σχολεία για τα «Κύματα...
[11:44]  Σήμερα το το 80’s back 2 carnival στο...
[10:45]  Πάτρα: 15 χρόνια Bathroom Party!
[09:28]  Με τις εκρηκτικές Rising Flames
[χθες 18:55]  Εργαστήρι επικοινωνίας και...
[χθες 14:20]  Πάτρα: Η αλήθεια για τη Γιαννούλα...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [21:17:09]