ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


ΜΑΓΝΗΣ


Ο δάσκαλος έχει δυσάρεστα



Ο δάσκαλος τράβηξε τη συρόμενη πόρτα για να την κλείσει. Ανακοίνωσε στους λιγοστούς γονείς που είχαν συνοδεύσει παιδιά ως το σχολείο ότι είχε δυσάρεστα να τους πει. Φέτος δεν θα γίνει γιορτή, γιατί δεν το επιτρέπει ο κανονισμός. Δεν είναι ωραίο, είπε, αλλά έτσι πρέπει να γίνει. Κάποιες μαμάδες έσφιξαν το στόμα. Ηθελαν να καμαρώσουν τα παιδιά σε κάποιο τραγούδι ή σε ένα χορευτικό. Μπορεί και να αναλογίστηκαν συνειρμικά την αιτία της ματαίωσης: Ο φρικτός κορονοϊός ενεδρεύει ακόμα και θα ενεδρεύει και του χρόνου. Τι μας ξημερώνει από Σεπτέμβριο;
Μπλε παντελόνι και λευκό μακό. Παπούτσια αθλητικά, μάθαμε να τα λέμε σπορτέξ, κι ας μην ήταν. Τα ρούχα τα προμηθευόμαστε από τη «Μέλισσα», Ρήγα Φεραίου και Ερμού ή κάτι τέτοιο. Σχολαστικό κτένισμα, να στρώσει το μαλλί στα δεξιά. Το μαλλί παραδίδεται μετά από σκληρή μάχη. Η μνήμη μας πηγαίνει σε γυμναστικές επιδείξεις, όπως λέγονταν, και πρέπει να ήταν το προαύλιο του στρατοπέδου, το πεδίο όπου η μαθητιώσα νεολαία γεφύρωνε μέσω ασκήσεων και πειθαρχίας με τη στρατιωτική αρετή. Υπάρχει το βοηθητικό της ανάμνησης: Μια διασωσμένη φωτογραφία σε ένα συρτάρι. Ο φωτογράφος τραβούσε ένα ένα τα παιδιά, και η οικογένεια πήγαινε να αγοράσει τη φωτογραφία σαν αναμνηστικό. Σε κάθε φωτογραφία κάθε παιδί βρισκόταν στο κέντρο. Είναι ένας τρόπος να επισφραγίζεται η ιδέα σου ότι είσαι ή πρέπει να είσαι το κέντρο του κόσμου, μια ματαιόδοξη θεώρηση που μπορεί να σε κυνηγάει σε όλη τη ζωή σου, και όταν σε μέμφονται να απορείς; Εγώ; Στο κέντρο του κόσμου, εγώ; Πώς σας ήρθε η ιδέα ότι εγώ; Εγώ, εγώ, εγώ.
Περνάνε κάποιες δεκαετίες, οι γονείς μας αποχαιρετούν, συναντιόμαστε παλιοί παιδικοί φίλοι, ανοίγουν συρτάρια, και σε περιμένει μια έκπληξη. Φωτογραφίες από εκείνες τις γυμναστικές επιδείξεις, μια παρέλαση από τσολιαδάκια στην Αγίου Ανδρέου, μια ενδιάμεση σχολική γιορτή σε ένα προαύλιο, στιγμιότυπα φωτογραφισμένα από τη σκοπιά της οικογένειας του φίλου. Είσαι και εσύ εκεί, κοιτάς αλλού, στο κέντρο είναι ο φίλος, δεν είσαι εσύ, και ανακαλύπτεις τότε οπτικές γωνίες του κόσμου διαφορετικές από τις δικές σου, και βλέπεις τα μεγέθη στην πραγματική τους διάσταση. Να η εικόνα σου μέσα από τα μάτια των άλλων, να η αναλογία σου σε σχέση με τα άλλα δεδομένα του σύμπαντος. Ποια είναι άραγε η εικόνα η πραγματική; Αυτή που βλέπουν οι άλλοι σε σένα ή αυτό που βλέπεις και νοιώθεις εσύ; Πώς μπορεί να υπάρχει η αλήθεια του εαυτού σου στη συνείδηση κάποιου χωρίς αυτή να συμπεριλαμβάνει το βροντώδες περιεχόμενο του Εγώ σου, των αισθημάτων σου, των αλλεργιών σου, των αγωνιών σου, της σκέψης σου, των προτιμήσεών σου; Αρκεί η θέα μιας μύτης, δύο γονάτων, δύο ματιών και ενός σαγονιού με το άκουσμα μιας φωνής και μιας σαχλαμάρας, για να σχηματίσει κανείς άποψη για σένα, να ξέρει για σένα χωρίς εσένα;
Ετσι συμβαίνει, λυπούμεθα, κι ας μην σας αρέσει. Ο εαυτός μας δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία. Και πάντως λιγότερη από όση νομίζουμε. Καθόσουν ώρες ολόκληρες να μάθεις το ποίημα σου, έφαγες μια ολόκληρη ζωή για ένα ποίημα, το ποίημα που συνήθως λες στις συναναστροφές και τις συνάφειες, και αφού το πεις και περιμένεις ροδοπέταλα και φλας και μπράβο, κερδίζεις μια ματιά με συγκατάβαση και ύστερα ανεβαίνει στο βήμα ένας άλλος.
Μη σκας. Ενα ποίημα ήταν. Μένεις ακόμα με εκείνο το μακό, το παντελόνι το κοντό και τα παπούτσια τα λευκά. Η πόρτα κλείνει. Δεν θα γίνει άλλη γιορτή. Δεν θα γίνει ούτε του χρόνου. Οι γιορτές έχουν σταματήσει εδώ και χρόνια. Η προσποίησή σου ότι δεν το έχεις προσέξει, δεν είναι πειστική. Ο δάσκαλος έχει δυσάρεστα να πει: Εδώ και καιρό δεν υπάρχει ούτε κι εκείνος.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [00:12:21]