Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 09:22      9°-13° Πάτρα
ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Η "οικογένεια της Πελοποννήσου" γράφει για τον Σπύρο Δούκα

Η "οικογένεια της Πελοποννήσου" γράφει για τον Σπύρο Δούκα



«Τον καλύτερο εαυτό μας στον αναγνώστη»
Του ΚΩΣΤΑ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
Τέλος εποχής; Οχι. Η χρυσή παρακαταθήκη που αφήνει ο Σπύρος Δούκας είναι εφόδιο ζωής, οδηγός για το παρόν και το μέλλον.
«Οχι στεφάνια στις κηδείες. Χρήματα σε ιδρύματα και σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη». Η τελευταία παράγραφος στην ενότητα των σημαντικών λόγων του, στο τεράστιο κεφάλαιο των σπουδαίων έργων του, ως εμβληματικός- παραδοσιακός εκδότης, ως ισχυρή προσωπικότητα, ως άνθρωπος, για την οικογένειά του, για τους συνεργάτες του, για εκατοντάδες εργαζόμενους στην «Πελοπόννησο», στα 30 χρόνια που ήταν μαζί τους, για τους φίλους του.
Δικές του φράσεις, με λίγες λέξεις, που αποτυπώνουν την σκέψη του, την καρδιά του, τις πράξεις του:
>Η εφημερίδα είναι για την κοινωνία. Στην υπηρεσία των ανθρώπων. Με αυτά που γράφουμε να λύνονται τα προβλήματά τους.
>Εχω κάνει λάθη. Ανθρωπος είμαι…
>Η εφημερίδα πάει καλά. Διπλό δώρο για όλο το προσωπικό.
>Ολοι πρέπει να λειτουργούμε σαν οικογένεια και να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας για την εφημερίδα. Είναι η υποχρέωσή μας στους αναγνώστες μας, στην τοπική κοινωνία.
>Τώρα τελευταία πιέζω πολύ τους δικούς μου ανθρώπους. Με τη βοήθεια του Θεού θα το διορθώσω.
Ο Κύριος Σπύρος. Ο Κύριος Σπύρος της «Πελοποννήσου». Ο δικός μας Κύριος Σπύρος.

«Να κοιτάμε μπροστά»
Της Μαρίνας Ριζογιάννη
Το βήμα του ελαφρύ. Η σκιά του αρχοντική, σμιλεμένη σε κάθε της άκρο με απόλυτη κομψότητα. Το χαμόγελο και η καλημέρα του ζεστή, από καρδιάς. Η αλυσίδα, από την οποία κρέμονταν τα κλειδιά, έβγαινε από την τσέπη του παντελονιού του. Το κλειδί γύριζε στην πόρτα του γραφείου του και η αρχοντική φιγούρα του πλημμύριζε τον χώρο.
Σπάνιος Ανθρωπος. Αποφεύγοντας να περιγράψω επαναλαμβάνοντας όλα αυτά που όλοι γνωρίζουν κι έχουν επισημάνει για την προσωπικότητα του Σπύρου Δούκα, ζώντας κοντά του επί δύο και πλέον δεκαετίες θα επιχειρήσω να αποδώσω, όσα οι λέξεις μπορούν να αποδώσουν, αυτό που υπήρξε ο Σπύρος Δούκας για όλους εμάς, για τα μέλη της οικογένειας της «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ». Μαζί με την κ. Νανά είχαν μετατρέψει το κτίριο της οδού Μαιζώνος σε μία ζεστή εργασιακή στέγη για όλους μας. Χωρίς να το επιδιώκει και να το επιβάλλει, μας δίδασκε τον σεβασμό στον εαυτό μας, στους γύρω μας, στο επάγγελμά μας, το ήθος, την ευγένεια, τη λεπτότητα, το όραμα, την αλήθεια. Υπήρξε ολιγόλογος, αλλά ουσιαστικός. Μαζί με τη λατρεμένη του κ. Νανά μάς μεταλαμπάδευσαν την αγάπη για την «εφημερίδα μας» όπως πάντα μας τόνιζαν. «Εσείς είστε τα παιδιά μας και το μέλλον της εφημερίδας μας» μας ανέφεραν σε κάθε ευκαιρία.
Πάντα κοίταζε μπροστά, αγωνιώντας για την ανάδειξη και προβολή κάθε τι καλού που γεννούσε ο τόπος μας. Αγαπούσε την πατρίδα, και είχε πίστη στον Θεό. «Να κοιτάμε ψηλά. Εκεί στηρίζουμε την ελπίδα μας» συνήθιζε να λέει.
Ποτέ δεν μας ενοχλούσε για τίποτε. Η διακριτικότητα που διέθετε ως άνθρωπος ήταν εντυπωσιακή. Ακόμα και για την ελάχιστη βοήθεια που του παρείχες δεν παρέλειπε να εκφράζει συνεχώς τις ευχαριστίες του. Ποτέ δεν λύγισε. Ακόμα και το τελευταίο διάστημα που ήρθε αντιμέτωπος με μικρές σωματικές ταλαιπωρίες, σκεφτόταν θετικά και αισιόδοξα. «Αγαπητή μου Μαρίνα, να κοιτάμε μπροστά. Θα τα καταφέρουμε» μου έλεγε την περίοδο της δοκιμασίας του. Κι έτσι κοίταζε πάντα μπροστά μέχρι την τελευταία του επίσκεψη στο γραφείο του, και στα γραφεία μας.
Ηταν ένα πρωινό Πέμπτης. Μας έγνεψε με το χέρι ψηλά, όπως συνήθιζε από τον διάδρομο, με το χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του. Ετσι θα τον θυμόμαστε. Ευθυτενή, αγέρωχο, ευγενή να κοιτάει μπροστά, και σε κάθε του βήμα να αφήνει ένα δημιουργικό αποτύπωμα.

Αποχαιρετισμός σε έναν τζέντλμαν του Τύπου
ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ
Απόκριες 1996: Το παιδικό όνειρο πραγματοποιείται… Στέλεχος της «Π» με ενημερώνει ότι από την ερχόμενη Τρίτη (μετά την Καθαρά Δευτέρα) εντάσσομαι πλήρως στη δημοσιογραφική ομάδα της εφημερίδας.
Πολύ γρήγορα φτάνει στα αφτιά μου το επώνυμο «Δούκας». Οχι πλέον με την κοινωνική διάσταση που το άκουγα σε όλη την Πάτρα, αλλά με την ιδιότητα του εκδότη και νέου εργοδότη μου. Οταν μου είπαν ότι θα περνούσα από το γραφείο του για το καθιερωμένο καλωσόρισμα, περίμενα να γνωρίσω έναν αυστηρό και δυσπρόσιτο άνθρωπο, όπως συμβαίνει συχνά με τις περιπτώσεις ισχυρών επιχειρήσεων, ειδικά του Τύπου, εκείνης της περιόδου. Από την πρώτη επαφή μας διαψεύστηκα, πράγμα που είναι ό,τι χειρότερο για ένα δημοσιογράφο. Βρέθηκα απέναντι σε έναν ευγενικό, χαμογελαστό άνθρωπο, ο οποίος με κομψό και σοβαρό τρόπο μού εξήγησε σε αδρές γραμμές τις αξίες και τις αρχές της εφημερίδας που μόλις είχα προσληφθεί μετά από ένα χρόνο δοκιμαστικής περιόδου. Υφος μειλίχιο, μέσος -προς χαμηλό - ο τόνος στη φωνή και συζήτηση στον πληθυντικό.
Το εντυπωσιακό στην περίπτωση του Σπύρου Δούκα ήταν ότι αυτά τα χαρακτηριστικά παρέμειναν αναλλοίωτα μέχρι το τέλος της ζωής του. Δεν με πρόσβαλε ποτέ στη διάρκεια της συνεργασίας μας, αν και από τη θέση του (που ήταν ισχύος) θα μπορούσε να το κάνει. Είναι αλήθεια ότι δεν του άρεσε να προκαλεί στενοχώριες και προβλήματα στον περίγυρό του.
Θυμάμαι, όταν με κάλεσε στο γραφείο του ένα απόγευμα κάπου στο 2000, έχοντας δεχτεί παράπονα από αχαιό πολιτικό για ρεπορτάζ μου σχετικά με τη στάση που επέδειξε σε ένα τοπικό θέμα (το πρόσωπο αυτό θέλησε να πάρει πίσω αυτά που μου είχε δηλώσει μισή μέρα νωρίτερα φοβούμενος το πολιτικό κόστος). Οι φορές που βρέθηκα στο γραφείο του ιστορικού εκδότη από την ημέρα που προσλήφθηκα μέχρι και το 2011 μετριούνται σε μονοψήφιο αριθμό. Μου έκανε εντύπωση ότι δεν έσπευσε να με «καταδικάσει». Ακουσε τις εξηγήσεις μου, οι οποίες δεν επιδέχονταν αμφισβήτησης, και πείστηκε ότι είχα δίκιο. Αποφύγαμε και οι δύο τις μεγάλες κουβέντες την επόμενη μέρα. Σε εκείνον αρκούσε ότι είχα λειτουργήσει με τρόπο που δεν ζημίωνε το κύρος της εφημερίδας. Σε εμένα ήταν αρκετό ότι προστάτεψα αυτές τις αξίες που πρέσβευε και έπραξα όπως επιβάλλουν οι δημοσιογραφικοί κανόνες.
Στα χρόνια που ακολούθησαν με τον Σπ. Δούκα στο τιμόνι της «Π» συνήθως διασταυρωνόμασταν στο διάδρομο. «Γεια σας κ. Βασιλάκη» με χαιρετούσε. Με το μικρό μου όνομα με κάλεσε αργότερα. Οχι επειδή αναπτύχθηκε μεταξύ μας κάποια ιδιαίτερη οικειότητα. Μετά από καιρό συνειδητοποίησα ότι αυτή η αλλαγή αποδιδόταν στη μετάβαση από τον ρόλο του συνεργάτη στο μέλος της μεγάλης οικογένειας της εφημερίδας. Με τον Σπύρο Δούκα να μας θεωρεί όλους παιδιά του και να το δείχνει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Αντίο, Κύριε Δούκα…


Στην «οικογένεια της εφημερίδας»
Ζωης Μαρινος

«Καλώς ήλθατε», μου είπε. Ορθιος, πίσω απ' το βαρύ ξύλινο γραφείο του, με την επιβλητική βιβλιοθήκη και τους δερμάτινους καναπέδες.
Τέλη της δεκαετίας του '90 και είναι ο πρώτος μου καιρός στην «Πελοπόννησο». Με την κάπως βραχνή φωνή του με καλωσορίζει στην «οικογένεια της εφημερίδας». Αυτή είναι η φράση που χρησιμοποιεί.
Είναι μια πρώτη, τυπική γνωριμία. Εως τότε δεν είχε τύχει να τον συναντήσω από κοντά. Τον ήξερα μόνο μέσα απ' τις διηγήσεις παλαιότερων συναδέλφων που είχαν να λένε για την ευγένεια, τη φινέτσα, την αρχοντική του συμπεριφορά.
Στα χρόνια μου στην «Πελοπόννησο», μετά από εκείνο το πρώτο «καλώς ήλθατε», ήταν ελάχιστες οι φορές που ξαναβρέθηκα στο γραφείο του. Δεν παρενέβαινε στη δουλειά μας, δεν είχε τη στόφα του εργοδότη που διοικεί επιβάλλοντας, δεν απαιτούσε, δεν έχτιζε αποστάσεις παρά τον αριστοκρατικό πληθυντικό που κυριαρχούσε στην ομιλία του.
Και πλάι στην ευγένεια, την αρχοντιά, τη μετριοπάθεια που απέκρουε ακρότητες και αδιαλλαξίες, η φροντίδα προς το προσωπικό. Ο σεβασμός σ' όλο το πλέγμα των δικαιωμάτων του εργαζόμενου. Πολλές φορές με όρους πολύ ευνοϊκότερους από εκείνους που όριζαν νόμοι και συμβάσεις.
Και ύστερα η οραματική φύση του που τον ωθούσε να τολμάει, να βλέπει μπροστά, να μην επαναπαύεται στις επιτυχίες του.
Επί των ημερών του, η «Πελοπόννησος» απέκτησε χρώμα -πρώτα στην μεγάλου σχήματος κυριακάτικη έκδοση- έγινε ταμπλόιντ, έγχρωμο ταμπλόιντ, δημιούργησε ραδιοφωνικό σταθμό, εξέδωσε περιοδικά και βιβλία, καθιέρωσε μεγάλα αθλητικά ένθετα, ενίσχυσε το brand name της ως πρωτοπόρος περιφερειακή εφημερίδα, εξελίχθηκε σε δημοσιογραφικό οργανισμό με αναφορά πολύ πέραν της Πάτρας ή της Αχαΐας.
Ισχυρό, λοιπόν, το αποτύπωμά του στον περιφερειακό Τύπο. Και αναμφισβήτητο. Δεν μιλά ο πιθανός υποκειμενισμός αλλά η αδιάσειστη πραγματικότητα. Λίγοι εκδότες κατάφεραν να πετύχουν όσα πέτυχε ο Κύριος Σπύρος Δούκας.
Τελικά, έχει δίκιο ο Μάγνης. Για κάποιους ανθρώπους το Κύριος δεν το αποχωρίζεσαι εύκολα. Ή, καλύτερα, δεν το αποχωρίζεσαι ποτέ.
Η επιτομή της ευγένειας
Δημήτρης Αβραμίδης
Ο θάνατος του Σπύρου Δούκα (1928-2018), επί σειρά δεκαετιών εκδότη και γενικού διευθυντή της «Πελοποννήσου», κλείνει μια ολόκληρη εποχή.
Ο εκλιπών, για όσους από εμάς τον ζήσαμε στην «Πελοπόννησο», είχε ένα βασικό χαρακτηριστικό. Ηταν ένας ευγενικός άντρας με όλη τη σημασία της λέξης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Δούκας ήταν η επιτομή της ευγένειας. Κι αυτή του η ιδιότητα δεν ήταν προσποίηση, δεν ήταν δήθεν, ούτε οδηγούσε σε ψευδείς οικειότητες. Προέκυπτε από την ίδια τη φύση του. Του μιλούσαμε και μας μιλούσε πάντοτε στον πληθυντικό αριθμό, οι αποστάσεις ήταν δεδομένες, αλλά η παρουσία του ήταν πάντα διακριτική και κυρίως ευπρεπής.
Ο Δούκας δεν ήταν ο εκδότης που θα έβαζε τις φωνές, θα γύριζε πίσω ένα ρεπορτάζ που δεν του άρεσε, θα άλλαζε μια σελίδα ή ένα άρθρο ή που θα έδινε την καθημερινή «γραμμή». Ο τρόπος του ήταν μάλλον υπαινικτικός και οι συντάκτες όφειλαν να γνωρίζουν από μόνοι τους τα όρια μέσα στα οποία θα κινούνταν. Βεβαίως ήταν φιλελεύθερος και συντηρητικός. Αλλά ο συντηρητισμός του Δούκα ήταν εν μέρει πολιτικός και περισσότερο κοινωνικός. Ηταν, με τον δικό του τρόπο, ένας θεσμικός εκδότης με σεβασμό στις αρχές και στην κοινωνική ιεραρχία και με επίγνωση της δικής του κοινωνικής θέσης.
Ενα ιδιαίτερο κεφάλαιο ήταν οι σχέσεις του Δούκα με τους εργαζόμενους στην εφημερίδα. Η εφημερίδα δεν ήταν επιχείρηση, ο Δούκας δεν ήταν εργοδότης και εμείς δεν είμασταν εργαζόμενοι. Διατηρούσε τη λογική της «οικογένειας», αυτή ήταν πάντα η έκφραση που χρησιμοποιούσε, αλλά αυτή ήταν και η πρακτική του. Με όλα όσα αυτό συνεπάγονταν. Μια πρακτική που ερχόταν από παλιότερες εποχές, όπως άλλωστε και ο ίδιος ήταν προϊόν παλιότερων εποχών.
Ισως ακούγεται αδόκιμο αλλά νομίζω πως πρέπει να αναφερθεί. Μια επίσης βασική ιδιότητα του εκλιπόντος ήταν η κομψότητα. Μια κομψότητα που δεν περιοριζόταν στα ενδυματολογικά, αλλά αφορούσε ολόκληρη την παρουσία, τις κινήσεις, τη συμπεριφορά του.
Ναι, ο Σπύρος Δούκας που αποχαιρετούμε σήμερα ήταν ένας κομψός κι ευγενικός κύριος. Προ παντός άλλου.












Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[08:43]  Αχαΐα: Έρχεται με απαντήσεις ο γ,γ,...
[χθες 16:47]  «Να σταθεί πάλι στα πόδια του» η...
[χθες 13:21]  Πάτρα: "Βράζει" ο Δήμος για το...
[χθες 07:48]  Θράκη: «Θα εμποδίσουμε τη...
[χθες 23:09]  Τρόμος πάλι στο Στρασβούργο:...
[χθες 22:37]  Στρασβούργο: Ένας νεκρός και εννιά...
[χθες 13:10]  "Μιλάμε για την πόλη" Κοντοές: Το...
[χθες 07:46]  Αχαΐα: Γιατί λένε "όχι" στη μελέτη...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [09:22:17]