Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 09:25      9°-13° Πάτρα
ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Σπύρος Δούκας:Η πολύτιμη αλήθεια που μας δίδαξε  - Η θητεία μας στη σχολή του

Σπύρος Δούκας:Η πολύτιμη αλήθεια που μας δίδαξε - Η θητεία μας στη σχολή του



Θ. Λουλούδης
Εκδότης Εφημερίδας «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»

Γνώριζα ότι ο Σπύρος Δούκας, αποτελούσε εκδότη πρότυπο, στο σύνολο του Τύπου και όχι μόνο στον περιφερειακό.
Οταν είχα την τιμή να τον γνωρίσω, διαπίστωσα ότι η φήμη του στηριζόταν σε χαλύβδινη βάση. Σπάνια προσωπικότητα, με αρετές δυσεύρετες στο ελληνικό εκδοτικό αλλά και στο γενικότερο κοινωνικό στερέωμα.
Ο Σπύρος Δούκας, ως εκδότης και ως οντότητα, απολάμβανε την καθολική, οικουμενική αναγνώριση. Περιβλήθηκε από τιμές εν ζωή. Χαρακτηρίστηκε άρχοντας, εν μέρει λόγω του κύρους και της παράδοσης της «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ» και εν μέρει λόγω της προσωπικής του ακτινοβολίας, την οποία εξέπεμπε από φυσικό χάρισμα και γνήσια αριστοκρατική αίσθηση συμπεριφοράς και αισθητικής λειτουργίας μέσα στην κοινωνία ως επιχειρηματίας, ως πολίτης, ως άνθρωπος.
Αντίτιμο αυτών των τιμών, ήταν η μεγάλη, η ιστορική ευθύνη απέναντι στην εφημερίδα που είχε στα χέρια του.
Αναλαμβάνοντας τη σκυτάλη, σε περίοδο δεινής κρίσης για τον Τύπο και όλη τη χώρα, ανέλαβα και την ευθύνη της σκληρής δοκιμασίας να αναμετρηθώ με καταστάσεις που δεν συνεπάγονταν τιμές και δόξες. Αλλά το κύρος, η παράδοση και η ιστορική βαρύτητα της «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ», δεν σταμάτησαν να λάμπουν μέσα στην ομίχλη της περιπέτειας. Αποτέλεσαν όπλα που μας βοήθησαν σε μια δημιουργική πορεία. Ταυτόχρονα, μου φώτισαν προσωπικά μια πολύτιμη αλήθεια: Ο τίτλος του Εκδότη, με το Ε κεφαλαίο, δεν παραχωρείται, δεν αγοράζεται. Κατακτάται, από τους ικανούς, κατακτάται από τους μαχητικούς, κατακτάται από όσους αντιλαμβάνονται το νόημα της ευθύνης και προσηλυτίζονται από τον κόσμο των αξιών που πρέσβευε ο μεγάλος εκλιπών, υπηρετώντας τις ο κάθε ένας με τον δικό του τρόπο.
Ο Σπύρος Δούκας αποστρεφόταν το μοντέλο εκδότη που τυλίγει τον εαυτό του και τη εφημερίδα του σε έναν επαρχιώτικο μικρόκοσμο δημοσίων σχέσεων, αλληλοεξυπηρετήσεων και ίντριγκας. Δεν αντιλαμβανόταν το Καλό και το Κακό με γνώμονα το προσωπικό ή το οικογενειακό συμφέρον. Δεν διετέλεσε διαμεσολαβητής μεταξύ τοπικών πυρήνων και πολιτικών ή οικονομικών συμφερόντων. Η αρχή και το τέλος της ημέρας του ήταν η πρώτη και η τελευταία σελίδα της «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ».
Υπερασπιζόταν αξίες δημοσιογραφικές. Αποκήρυσσε τον κιτρινισμό και το υποβολείο της παρέας. Ενστερνιζόταν ήθος, ύφος αλλά και κοσμιότητα στη διαχείριση της πληροφορίας, της άποψης, της γλώσσας, της αισθητικής. Σεβόταν τον δημοσιογράφο, κάτι που δεν αποτελεί κανόνα στον ελληνικό Τύπο, ζητούσε την καθαρότητα στη δημοσιογραφική λειτουργία, απαιτούσε ο οργανισμός του να είναι διάφανος, έγκυρος, αξιοπρεπής, υποδειγματικός.
Υπερασπιζόταν αξίες προσωπικές. Παρά το εκτόπισμά του, παρέμενε πεισματικά και αυστηρά αθόρυβος, λιτός, λακωνικός και σεμνός. Η πρώτη θέση ήταν για την εφημερίδα και μόνον γι' αυτήν. Οταν το καθήκον επιτελείτο, έμενε πίσω ένα άδειο κάθισμα. Ευεργετούσε στα σκοτεινά, συνέπασχε στα δύσκολα των ανθρώπων του, ο οβολός του κατευθυνόταν με ευκολία και γενναιόδωρα στους πολίτες της ανάγκης.
Μας παρέδωσε τη μακροβιότερη και μακράν την καλύτερη περιφερειακή εφημερίδα στην Ελλάδα. Χρέος και αποστολή μας είναι να συνεχίσουμε στην ίδια ρότα.
Μοιράζομαι με τους αναγνώστες και τους συμπολίτες μου έναν προσωπικό στόχο. Οταν έρθει η ώρα, να κριθώ ως αντάξιος συνεχιστής του, θεματοφύλακας της παράδοσης και των αξιών που η κοινωνία αναγνώριζε στο πρόσωπό του.
Μιμούμενος την αποστροφή του Σπύρου Δούκα στα πολλά και μεγάλα λόγια, παραπέμπω στη στιγμή που θα μιλήσουν οι καιροί για την προσπάθεια που συνεχίζεται στο κτίριο της οδού Μαιζώνος 206 στις κατευθύνσεις των νέων εποχών, με τις δυνάμεις και το πάθος που ο Σπύρος Δούκας ήθελε να νιώθει και να βλέπει στους συνεργάτες του, στην κοινωνία μας, στον εαυτό του.
Αυτή του η δύναμη τον κράτησε θαλερό μέχρι τέλους, ώσπου ωρίμασε ο χρόνος και ήρθε η ώρα να αποχωρήσει όπως τον γνωρίσαμε, αστραφτερός και ωραίος σαν νέος.

ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΗΣ «Π» ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΓΝΗ
Είναι περασμένες δώδεκα το μεσημέρι. Και (ίσως) τώρα βρήκαμε τον χρόνο και το μυαλό για να γράψουμε τις λέξεις που του οφείλουμε. Από τις εννιά το βράδυ μέχρι περασμένα μεσάνυχτα εργαστήκαμε για ένα πρώτο, ελάχιστο αφιέρωμα. Από τις οκτώ το πρωί, έλεγχος στα αρχεία, συσκέψεις, τηλεφωνήματα, λεπτομέρειες, διαχείριση συλλυπητηρίων, πανδαιμόνιο. Δεν πρόλαβες καν να λυπηθείς. Δεν πρόλαβες καν να θυμηθείς.
Μας λυγίζει το βάρος του ανθρώπου. Μας βουλιάζει το κύμα της ενέργειας που απελευθερώνει η απώλεια. Αλλά την ίδια στιγμή μάς οπλίζει η ανάμνηση μιας από τις βασικές αρχές του. Τους συνεργάτες, τους δοκίμαζε στα δύσκολα.
Στα δύσκολα λοιπόν. Δεν ήταν άλλωστε, πάνω από τρεις δεκαετίες τώρα, και πολλές οι εύκολες μέρες. Ακόμα και στις μέρες της μεγάλης ευφορίας, η ημέρα άρχιζε και τελείωνε με αλλεπάλληλες αναμετρήσεις. Θυμόμαστε τη φλόγα του και το χαμόγελό του, όταν ένιωθε πως έχει τους συνεργάτες δίπλα του, πιστούς αξιωματούχους. Οταν τον πλημμύριζε η αίσθηση αυτή, μπορούσε να κάνει τα πάντα για την εφημερίδα και τους ανθρώπους της.
Και τα έκανε.
Πού βρισκόταν ο πήχης; Εκείνος ήξερε. Ολα άρχιζαν μαζί του όταν ένα κάποιο πρωινό, έπειτα από ανώριμα, μεγαλεπήβολα γραψίματα, σου ανακοίνωνε ότι εκρίθης συμβατός προς τις αρχές και τις αξίες της εφημερίδας. Και ουαί και αλίμονο εάν εξέπιπτες του παραδείσου αποκλίνοντας της ευθύνης σε διά βίου ανταπόκριση. Δεν σε περίμενε ρομφαία, αλλά πάγος. Και κάποια λεπτή ειρωνεία, εδώ κι εκεί. Λεπτομέρεια: Ουδέποτε μας αποκάλυψε ποιες ήταν εν τέλει οι αρχές και οι αξίες που έλεγε, ακριβώς. Αλλά τις ώρες του οίστρου, εν όψει επετειακών φύλλων και άλλων τέτοιων αφορμών, έμπαινε λαμπερός στο γραφείο μας, κραδαίνοντας το πρώτο φύλλο της «Πελοποννήσου», 10 Ιουλίου 1886. Παρέπεμπε σε εκείνο το φλογερό και υψιπετές κείμενο αρχών που είχε γράψει ένας από τους ιδρυτές Φραγκόπουλους. Ηθελε να το δημοσιεύουμε ξανά και ξανά σε τέτοιες ευκαιρίες. Ηταν ο φάρος του. Η φωνή από το παρελθόν, η προσήλωση στο καθήκον, όχι μόνο ως αξία αλλά και ως ανάγκη. Του ήταν αναγκαία η πίστη, ο ιδεαλισμός, ο ρομαντισμός, η αισθητική, η τάξη, η νίκη του καλού, η νίκη των καλών. Την ίδια στιγμή, όταν έφτανε και ξαναέφτανε κατά τις περιστασιακές συγκρούσεις στα υψηλά δώματα της ισχύος που του παρείχε η επικράτηση, η θέση, ο ρόλος, ύψωνε τα χέρια ψηλά, σαν μια συγχώρεση, σαν μια υπέρβαση, προς κάθε εφήμερο ή σταθερό αντίπαλο. «Εμείς είμαστε ανώτεροι» έλεγε με συγκατάβαση, που σήμαινε διαταγή για ανεξικακία.
Θυμόταν όλο το παρελθόν, θυμόταν πρόσωπα, ιστορίες, ανέκδοτα, δράματα. Ξεχνούσε ποιοι τον είχαν πικράνει. Απαγόρευε στον εαυτό του τη μικρότητα. Σεβόταν τους πάντες, δεν φοβόταν κανέναν. Ενα πράγμα μάς επέβαλλε διά φραστικού ροπάλου ή και με χτύπημα της μεγάλης του παλάμης στο γραφείο: Οταν θα δεχόταν κάποιο διάβημα διαμαρτυρίας, ήθελε να γνωρίζει τι έχει συμβεί. Σήκωνε τα μανίκια για κάθε μάχη, αλλά απαιτούσε να ξέρει την αιτία του πολέμου. Δεν υπήρξε ποτέ συγκεντρωτικός, πελώρια κομμάτια της δουλειάς μας ασκούνταν με ελευθερία και χωρίς παρεμβάσεις και οδηγίες. Αλλά ήταν ο Εκδότης και άρα ο τιμονιέρης. Αδιαπραγμάτευτο. Και τέλος.
Θητεύσαμε στη σχολή Σπύρος Δούκας, στη σχολή της ταπεινής ηθικής ανωτερότητας. Υπηρετήσαμε τις οδηγίες του, ζήσαμε μαζί του τη μετάβαση από τον σκληρό διπολισμό σε μια φάση πολιτικής και κοινωνικής συνεννόησης των παρατάξεων, των ρευμάτων, των πυρήνων. Μοιραστήκαμε τη δίψα του για καινούργια πράγματα. Λατρέψαμε τις χαριτωμένες και άδολες εμμονές του με τα Κακώς Κείμενα, όπως τα αποκαλούσε, που τον τριβέλιζαν και που αποτελούσαν διαρκές προσωπικό του στοίχημα ή μάλλον ένα ατομικό του δονκιχωτικό παίγνιο: «Ελάτε να σας δείξω κάτι. Αντώνη!»- φωνή στον αγαπημένο του οδηγό και υπασπιστή Αντώνη Καρέλα, που ο θάνατός του τον συγκλόνισε- και αμέσως όλοι σε ένα αυτοκίνητο, εκδότης, διευθυντές, συντάκτης, φωτογράφος. Μετάβαση στον τόπο του αμαρτήματος. Φωτογραφίστε, γράψτε, κυνηγήστε. Και μετά λίγους μήνες, (Αντώνη!), ξανά όλοι στο αυτοκίνητο.
Το μέλλον ήταν η αγωνία του, ακόμα και στις Ευτυχισμένες Ημέρες της επιχείρησης. Προσπάθησε με μύριους τρόπους να διασφαλίσει μια συνέχεια με όρους θωράκισης. Είτε υποπτευόταν την επέλαση της κρίσης είτε όχι. Η ζωή επέβαλε λύση, τελικά, και η πορεία συνεχίζεται. Χωρίς τον Σπύρο Δούκα, αλλά και μαζί του, με έναν τρόπο. Το κτίριο, η διαμόρφωση, τα μάρμαρα, τα ξύλα, τα έργα τέχνης, τα βιβλία, τα κειμήλια, είναι εκείνος και η κυρία Νανά. Σχεδίαζαν το κτίριο με καμάρι, σαν πρωτομάστορες, αποδίδοντάς το σαν έμβλημα της εφημερίδας και της πόλης.
Δεν θα σβήσει ποτέ στο μέλλον η μορφή του. Δεν θα χαθεί το είδωλό του. Είναι η μεταφυσική της παράδοσης. Οι αρχές που λέγαμε, μείνανε εδώ. Δεν ήθελε να τις πάρει μαζί του, δεν έχει ανάγκη τώρα από όλα αυτά. Μαζί του έφυγε μόνο η αγνή ψυχή του, το θαρραλέο παιδί που είχε μέσα του, που ενώ απέφευγε συνάφειες και ομιλίες, είχε μέσα του πάθος, φωτιά και μια ατέλειωτη εφηβεία.










Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[09:02]  "Μιλάμε για την πόλη": Η ανάσα της...
[χθες 14:03]  "Μιλάνε οι Πατρινοί": Τι λένε οι...
[χθες 07:46]  Αχαΐα: 32 «οικογενειακοί» για...
[χθες 16:45]  Ο Προμηθέας έχασε 88-84 από την...
[χθες 07:44]  Πάτρα: "Τι καρναβάλι θέλουμε;" -...
[χθες 09:06]  Πάτρα: Άρπαξαν φωτιά τρία...
[χθες 08:37]  "Μιλάμε για την πόλη": Η συνάντηση...
[χθες 09:31]  Πάτρα:Το σχέδιο ΣΚΟΥΡΛ-ένης: Ή...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [09:25:17]