ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ασυντόνιστη «Λυσιστράτη»

Ασυντόνιστη «Λυσιστράτη»



Από τις πλέον δημοφιλείς και για αυτό πολυπαιγμένες αριστοφανικές κωμωδίες η «Λυσιστράτη», ανήκει στον κύκλο εκείνο των έργων του μεγάλου κωμωδιογράφου που έχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά, την έντονη αντιπολεμική ατμόσφαιρα και την ουτοπία ως πρόταση θεραπείας της Αθηναϊκής πολιτείας από τα δεινά του πολέμου.

Οπως στην «Ειρήνη» και στους «Ορνιθες», έτσι και στη «Λυσιστράτη», (411 π.Χ.), ο Αριστοφάνης επισημαίνει ρεαλιστικά τα συμπτώματα της νοσηρότητας του Αθηναϊκού πολιτικού βίου, αντιμετωπίζει όμως εντελώς ουτοπικά τη θεραπεία τους. Ισως γιατί στο πολιτικό αδιέξοδο ένας ποιητής δεν έχει να αντιτάξει άλλο όπλο παρά μόνο την ουτοπία, τη φυγή δηλαδή από την αποκρουστική πραγματικότητα της πόλης του και την, έστω και ατελέσφορη, ανατροπή των πραγμάτων. Στην «Ειρήνη» ο ειρηνόφιλος Τρυγαίος επιχειρεί διαπλανητικό ταξίδι με σκοπό την απελευθέρωση της φυλακισμένης Ειρήνης, ενώ στους «Ορνιθες», ο ποιητής επινοεί μια ιδεατή πολιτεία, την Νεφελοκοκκυγία.
Στη «Λυσιστράτη», η αριστοφανική ουτοπία βρίσκει διέξοδο μέσα από τον ερωτικό αποκλεισμό των ανδρών από μια ομάδα γυναικών με επικεφαλής την ομώνυμη ηρωίδα. Αποχή από τα συζυγικά ερωτικά καθήκοντα κηρύσσει η φιλελεύθερη και δυναμική Λυσιστράτη και οι ομοϊδεάτισσές της, ανεξαρτήτως καταγωγής, είναι διατεθειμένες να αποκλείσουν τις ερωτικές εισόδους σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αναγκάσουν τους άνδρες να θέσουν τέρμα στον αδηφάγο και καταστροφικό πόλεμο.
Η ποιητική ουτοπία έχει θετικά αποτελέσματα. Η πόλη απαλλάσσεται από τον εφιάλτη του πολέμου και η κωμωδία κλείνει με πανηγυρισμούς, που αποτελούν κατάφαση στη χαρά της ζωής και στον έρωτα, που μόνο η ειρήνη μπορεί να προσφέρει. «Να μην ξεχάσουμε ποτέ της Αφροδίτης το παιδί, την ήρεμη, γλυκιά ζωή» ψάλλει θριαμβευτικά ο Χορός στο κλείσιμο τούτης της πλέον χυμώδους και προκλητικής αριστοφανικής κωμωδίας.
Η ουτοπική αντιμετώπιση των πολιτικών πραγμάτων της αρχαίας Αθήνας από τον ποιητή, που ολοκληρώνεται με τον «Πλούτο», δεν έχει μόνο ποιητική και ρομαντική διάσταση αλλά και πολιτική. Ιδεολογικά ο ποιητής είχε ακινητοποιηθεί στην Αθήνα του Αριστείδη και του Θεμιστοκλή και η γενιά που είχε λατρέψει, ήταν εκείνη των Μαραθωνομάχων και Σαλαμινομάχων. Μισούσε την Αθήνα της δημαγωγίας, της πολιτικής σήψης και του ηθικού εκφυλισμού -εκτροπές, που εξέθρεψε και διόγκωσε ο πόλεμος και η καπηλεία του- για αυτό και η πολιτική του σκέψη ήταν σταθερά προσανατολισμένη στο ιδεώδες του Αθηναϊκού παρελθόντος.
Σε μια παράσταση δεν αρκούν οι καλές προθέσεις, οι φρέσκες ιδέες και τα ευφυή ευρήματα. Πρέπει και να ενορχηστρωθούν και να ομογενοποιηθούν ώστε να κτισθεί ένας συνδετικός ιστός και να διασφαλισθεί μια στοιχειώδης συνοχή. Αντί αυτών στην σκηνοθετική γραμμή του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου περίσσεψε η αποδομητική τάση, που αυτοακύρωνε την προσωπική του πρόταση καθώς και ο πληθωρικός παρεμβατισμός του.
Αποτέλεσμα το στήσιμο μιας «Λυσιστράτης», γελαστικής και εύφορης, με αδιάπτωτη καλλιτεχνική ενέργεια, που αναλώθηκε όμως σε παρεκβάσεις και εκτροπές από την αριστοφανική αλλά και σε άγονες αντιπαραθέσεις μεταξύ σκηνοθέτη και ηθοποιών. Συγκινητική πάντως υπήρξε η κατάθεση της ψυχής τους στο φινάλε.
Σε ερμηνευτικό επίπεδο το κωμικό πνεύμα υπηρετήθηκε με αρτιότητα και μάλιστα από ηθοποιούς που έχουν θητεύσει σε διαφορετικούς ρόλους. Φιλότιμη η προσπάθεια της Βίκυς Σταυροπούλου να αποβάλει την τηλεοπτική της αυταρέσκεια και να πλάσει τη Λυσιστράτη απλή, ως γυναίκα της διπλανής πόρτας στο πλαίσιο της κωμικής, λαϊκής παράδοσης. Εξαιρετικές η Βίκυ Βολιώτη ως ανδροπρεπής Λαμπιτώ και η Στεφανία Γουλιώτη ως επιτηδευμένη Κλεονίκη παρά τη μη κωμική τους προέλευση αλλά και ο Στέλιος Ιακωβίδης, που αξιοποίησε στο έπακρο τον αβανταδόρικο ρόλο του Σπαρτιάτη.
Στο αριστουργηματικά κωμικό και ερωτικό επεισόδιο του Κινησία και της Μυρρίνης, ο Νίκος Ψαρράς απολαυστικός στη σεξουαλική του στέρηση, αποκάλυψε ανέλπιστα και στόφα κωμική ενώ η Αγορίτσα Οικονόμου κατάφερε να ισορροπήσει ανάμεσα στην κωμικότητα και τη θελκτικότητα της γυναικείας παρουσίας.
Εναρμονισμένα με το κλίμα της κωμικής σκηνής τα ζωηρά, πολύχρωμα κοστούμια των '70 του Αγγελου Μέντη συνοδεύονταν από ωοειδή προσωπεία εξπρεσσιονιστικού ύφους με έντονο το στοιχείο της υπερβολής, ενώ την όψη της παράστασης συμπλήρωνε το παράξενο σκηνικό της Ολγας Μπρούμα, με τη μορφή κρατήρων, που παρέπεμπαν στις εμπόλεμες πόλεις.
Η αδεξιότητα του πρωτοδοκιμαζόμενου στον στίβο της Επιδαύρου σκηνοθέτη να διαχειριστεί το ίδιο του το υλικό και να συνυπάρξει αρμονικά με την πρότασή του ζημίωσε τη «Λυσιστράτη» του Εθνικού Θεάτρου, παρά τα επιμέρους θετικά της στοιχεία.




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [09:11:16]