ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Οι βασιλείς των γρασιδιών

Οι βασιλείς των γρασιδιών



Στα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ έχουμε καιρό να πάμε. Η βασική αιτία ήταν τα κρούσματα κορονοϊού που εμφανίστηκαν εκεί, στο μεταξύ ήρθαν και τα γεγονότα με τον Χάρι και τη Μέγκαν και κρίναμε ότι καλό θα ήταν να αφήσουμε την οικογένεια να ηρεμήσει.
Από παλιότερες επισκέψεις, πάντως, κάτι που μας έμεινε στη μνήμη ήταν οι αχανείς εκτάσεις με γκαζόν. Εχεις όλο αυτό το πράγμα δικό σου και μπορείς αλλού να κυλιστείς, αλλού να κάνεις πικ νικ με επιλεγμένα κρασιά ή και με άρτσερς και ροδάκινα, αλλού να κοιμηθείς μια ζεστή νύχτα του καλοκαιριού κάτω από τα άστρα.
Δεν έχουν πολλοί αυτή την πολυτέλεια. Παρατηρήσαμε ότι οι Ουίνσδορ δεν κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής. Δεν ταιριάζει με τους ενδυματολογικούς κώδικες και τα πρωτόκολα της μοναρχίας, ή απλά βαριούνται. Οταν το ανάκτορο χωράει πέντε ποδοσφαιρικές ομάδες, τι ανάγκη έχεις το γκαζόν; Σ' αυτά τα μεγάλα οικοδομήματα. μπαίνεις μέσα τη Δευτέρα και την Τετάρτη ανακαλύπτεις ότι ήταν και η σύζυγός σου εκεί.
Αυτά αναλογιζόμαστε το πρωί της Κυριακής, περπατώντας στο νότιο πάρκο, λίγο πριν αναλάβουμε την ενημέρωση του ανύπαρκτου πληθυσμού με ανύπαρκες ειδήσεις. Σε μια μεγάλη ερημιά, σε ένα μεγάλο πράσινο πλάτωμα, τα σημεία ζωής ήταν λίγα, και διάσπαρτα.
Μια οικογένεια σκηνιτών κοιμούνται στα γρασίδια, σε κουβέρτες. Πατέρας, μητέρα και παιδιά. Μια άλλη έχουν ξυπνήσει, και επιθεωρούν το άπειρο, ενώ κάμποσα παιδιά παίζουν στο βάθος με καρότσια, γελώντας κεφάτα, το παιχνίδι των παιδιών μας ενοχλεί, ενώ η κατάθλιψη ή κενότητα των μεγάλων είναι πιο πολιτισμένη και διακριτική.
Αν η οικογενειακή ζωή τους είναι ορατή σε περαστικούς και τρίτους, δεν τους καίγεται καρφάκι. Η εθελοντική αναίρεση της ιδιωτικότητας είναι μια μορφή ελευθερίας. Εδώ βέβαια μπορεί να υπάρχει ένα στοιχείο αναγκαστικότητας. Δεν μπορώ να κρυφτώ, άρα συνθηκολογώ με την ιδέα της μετατροπής μου σε δημόσιο θέαμα. Ισως πάλι να μην ένοιωσε κανείς τους την ανάγκη να κρυφτεί. Αν είσαι μεγαλωμένος σε καταυλισμούς, από ανθρώπους που είναι μεγαλωμένοι σε καταυλισμούς, η έννοια της αιδούς δεν είναι αναπτυγμένη μέσα σου. Αυτά είναι στοιχεία του πολιτισμού των κλειστών κατοικιών, εντός των οποίων εμφυτεύεται η ιδέα της ιδιωτικής ζωής, της ενοχής, της ντροπής, τα αυτοκαταπίεσης. Η περίπτωση των σκηνιτών της ιστορίας μας ταιριάζει περισσότερο προς τις επιταγές της φύσης, αλλά απέχει εντελώς του πρωτογονισμού. Ο ναυαγός επινοεί τρόπους για να καλύψει τις ανάγκες του. Οι βασιλείς τους γρασιδιού του νότιου πάρκου δεν επινοούν τίποτα. Το νοικοκυριό τους εξυπηρετείται από κλασικά εργαλεία και σκεύη του σύγχρονου πολιτισμού. Κουβέρτες και μποτίλιες, λεκάνες και καθίσματα, μαραφέτια που χρησιμοποιούνται από τους μπόμπιρες για παιχνίδι. Και πολλές άδειες συσκευασίες.
Αν αφήσεις ένα παιδί, πόσο μάλλον περισσότερα, να παίζει χωρίς όρους σε ένα σπίτι, είναι ζήτημα ωρών πότε θα αφήσει αποτυπώματα παντού, οι χώροι θα μετατραπούν σε μια πολύχρωμη έκθεση μικρών αντικειμένων, ατάκτως ερριμμένων, σώων ή σπασμένων και χυμένων. Το παιδί αισθάνεται ότι του ανήκει όλος ο τόπος και όλος ο κόσμος, πόσο μάλλον εάν η οικογένεια του καλλιεργεί την εντύπωση αυτή.
Το ίδιο συμβαίνει και στις οικογένειες του νότιου πάρκου. Δεν υπάρχει γωνία, σε έκταση ενός και δύο στρεμμάτων, όπου δεν θα συναντήσεις ένα κατάλοιπο ή ένα αντικείμενο που σχετίζεται με τη διαβίωση και τις συνήθειές τους. Δεν υπάρχει αίσθηση διατάραξης της τάξης, παραβίασης της αισθητικής, ούτε βέβαια κατάχρησης του δημοσίου χώρου. Μας έρχεται στο μυαλό το περίφημο τραγούδι «δεν έχω τόπο- καμιά πατρίδα». Πολύ λυρικό και φιλοσοφημένο, αλλά μπορεί και να ισχύει ότι αφού δεν έχεις τόπο και πατρίδα, δεν νιώθεις κανέναν τόπο και καμία πατρίδα σαν δικά σου, κάτι που αν ίσχυε, θα περιέκλειε και την ιδέα της αγάπης, του σεβασμού και της φροντίδας. Ταυτόχρονα, μπορεί να μην έχεις τόπο, αλλά κάθε φορά θα βρίσκεσαι σε κάποιον τόπο, θα του φέρεσαι σαν να είναι παροδική ιδιοκτησία, όπως όταν κάνουμε στις έρημες παραλίες, στα πρώτα θαλασσινά μπάνια της άνοιξης, όπου εξαπλωνόμαστε σαν λόχος πεζοναυτών που κάνει κατάληψη.
Οι Ουίνσδορ, εμείς, οι βασιλείς της χλόης, οι πεζοναύτες καταδρομείς, γενιόμαστε και μεγαλώνουμε σαν τα παιδιά που ξεσαλώνουν σκορπώντας ίχνη σε παιδικά δωμάτια, σάλες, σκάλες και σαλόνια. Μας διακατέχει ένας ιμπεριαλισμός, άλλοτε ελέγξιμος, άλλοτε όχι. Θέλουμε τα πάντα δικά μας, θέλουμε τον εαυτό μας παντού, μαχόμαστε με τη φωνή του χωροφύλακα εαυτού μας που μας πιέζει να συμμαζεύουμε λιγάκι τους χαρταετούς μας. Ο άλλος, δεν κατανοείται ως αξία και ως σύνολο αναγκών, ιδεών και ευαισθησιών, αλλά ως κατακτητέα έκταση, ως σώμα, σκέψη και ψυχή. Ή ως ανύπαρκτη οντότητα, σαν τον ελλείποντα αναγνώστη. Δεν με ενδιαφέρεις, φάει τις φωνές μου και τη γύμνια μου στη μάπα, φάε και τα σκουπίδια μου. Ντριν, τηλέφωνο, όχι, όχι, Κάρολε, ας το αφήσουμε γι' αυτό το σαββατοκύριακο, να υποχωρήσει ο ιός. Πολύ μας έχει γίνει αυτός ο τύπος.





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [06:13:23]