ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ρέα Γαλανάκη: «Οι ετών 35 ιστορίες μου εξακολουθούν να είναι φίλες μου»

Ρέα Γαλανάκη: «Οι ετών 35 ιστορίες μου εξακολουθούν να είναι φίλες μου»



Τα «Διηγήματα» (εκδ. Καστανιώτη), γραμμένα μεταξύ 1984-2018, είναι μια πολύτιμη αναγνωστική εμπειρία. Η βραβευμένη Ρέα Γαλανάκη μιλά για τη συνάντηση με τις ιστορίες και τους ήρωές της, τη μνήμη και τη λήθη, τη φύση, την επικαιρότητα, ενώ μας συστήνει τον «Μάντη που προσεύχεται».
Οταν ξαναπιάσατε στα χέρια σας ιστορίες σας ετών τριάντα πέντε, όπως το «Μαυρόασπρο» -ένας καλπασμός στο Ηράκλειο των εφηβικών σας χρόνων- πώς «συνομιλήσατε» με αυτές;
Οι ετών τριάντα πέντε ιστορίες μου εξακολουθούν να είναι φίλες μου. Συζητάμε, βλέπουμε γύρω μας, αλλά παραβλέπουμε την ηλικία μας. Ωστόσο, ο χρόνος κυλά, οι τεχνολογίες -όχι τόσο εμείς- αλλάξανε πολύ, αυτό σημαίνει ότι έπρεπε να ξαναγράψω κάποια διηγήματα για να τα δώσω στον εκδότη σε ηλεκτρονική μορφή, και σε μονοτονικό. Αυτό έπραξα. Εκανα μικροαλλαγές και μικροδιορθώσεις -αν ήμουν ζωγράφος θα σας έλεγα για λίγες πινελιές συντήρησης σε έναν παλιό μεγάλο πίνακα. Ο πίνακας παραμένει ο ίδιος, τα διηγήματα επίσης. Να επισημάνω μόνο τη σωστή παρατήρησή σας για τον «καλπασμό» μου στο Ηράκλειο της εφηβείας, επειδή στο διήγημα Μαυρόασπρο επιστρέφω σε χώρους συγκινητικούς της εφηβείας ιππεύοντας ένα άλογο. Αλογο μεν, αλλά και με την αρχαία σημασία της λέξης «άλογο», δηλαδή χωρίς τη συνήθη λογική. Μου φαίνεται πρόσφορος τρόπος για να ξαναδεί κανείς όσα είχε αγαπήσει. Επειδή το συναίσθημα δεν είναι υποχείριο μιας τετραγωνισμένης λογικής.

Η Μνήμη και η Λήθη αποτελούν τον συνδετικό κρίκο ορισμένων ιστοριών σας. Θα μας πείτε;
Μνήμη και λήθη είναι οι δρόμοι της ψυχής, επομένως και οι δρόμοι της λογοτεχνίας, από πάντα. Αρχέτυπο υπήρξε στη λογοτεχνία, και όχι μόνο, η έννοια της απώλειας (χαμένη Ιθάκη, χαμένος Παράδεισος κ.λπ), καθώς και ο στοχασμός για την απώλεια. Το ζήτημα είναι με ποιο τρόπο ο καθένας μας, ο συντριπτικά μικρός απέναντι στο μέγεθος της λογοτεχνίας, ξαναπιάνει το νήμα κι αρχίζει να κλώθει τα δικά του παραμύθια. Μνήμη και λήθη, παρά τους βασικούς κανόνες λειτουργίας, διαφέρουν όχι μόνο από άτομο σε άτομο, αλλά μάλλον και ανά εποχές. Κατά κάποιο τρόπο μνήμη και λήθη διαμορφώνουν την προσωπική μας ιστορία, και σε κάποιο βαθμό αυτό που λέμε Ιστορία. Γι' αυτό και διαπερνούν όλα μου τα διηγήματα. Οι δυο λέξεις συνυπήρξαν, πάντως, στον τίτλο δυο διηγημάτων μου στην πρώτη τους έκδοση, όμως στη σημερινή έκδοση άλλαξα τον τίτλο του ενός κι έγινε Οι Κούρδοι της Πάτρας, για να δείχνει καλύτερα το θέμα του. Με αυτό τον τίτλο έχει μεταφραστεί στα Γαλλικά. Είναι επίσης το διήγημα που διάβασε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και με κάλεσε να συνεργαστούμε στο σενάριο της τελευταίας, της ανολοκλήρωτης ταινίας του. Θυμίζω ότι έχω αφιερώσει το διήγημα στον πατρινό συγγραφέα και φίλο Βασίλη Λαδά.

Η παρουσία της Φύσης είναι έντονη στα διηγήματά σας. Τι σημαίνει για εσάς;
Ενδιαφέρουσα ερώτηση, επειδή έχω μεγαλώσει και ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου μέσα σε πόλεις. Θα έλεγα ότι παρατήρησα πιο συστηματικά, πιο στοχαστικά, τη «φύση» τα χρόνια που έχω ζήσει εκτός πόλης, δηλαδή στο Κάτω Καστρίτσι έξω από την Πάτρα. Η κατάστασή του όταν πρωτοπήγαμε εκεί με τον Ηλία Κούβελα, την παραμικρή σχέση δεν έχει με το πολυτελές προάστιο που έχει γίνει σήμερα, και το σπίτι μας ευτυχώς κρατάει ακόμη την ταπεινότητά του. Διευκρινίζω ότι δεν μιλώ μόνο για το λεγόμενο τοπίο, που είναι ωραίο, αλλά και για τους ίδιους τους ανθρώπους, την καλλιέργεια, τα ζώα, τους ήχους. Πολύ πιο βαθιά μέσα μου εξακολουθούν να ζουν οι κρητικοί αγρότες, συγγενείς και πρόγονοι, με τις ιστορίες που έφερναν στο αστικό μας σπίτι στο Ηράκλειο, τα πρόσωπα και τις κινήσεις τους, τον αποτυπωμένος στη μορφή τους μόχθο, αλλά και όλα τα παιδικά μου καλοκαίρια στα χωριά. Για μένα πάντως «φύση» δεν είναι ένα καρτποσταλικό τοπίο, αυτό το σιχαίνομαι. Αντίθετα, είναι πηγή στοχασμού, σωματικής επαφής κι εμπειρίας, έχει ωστόσο όλα τα καλά και τα κακά της πόλης, όλη την ανθρώπινη κλίμακά της, αλλά και μια δική της αρχαία σοφία άλλοτε θεραπευτική, άλλοτε βάναυση και απειλητική. Η ίδια, και οι άνθρωποί της. Έτσι την αγαπώ.

Στο «Καινούργιο γεύμα σε παλιό σερβίτσιο» κάνετε πικνίκ, Καθαρή Δευτέρα, με τους Ισμαήλ Φερίκ Πασά, Λουί ή Ανδρέα Ρηγόπουλο και Ελένη Αλταμούρα-Μπούκουρα. Ποια η σχέση σας με τους ήρωές σας μετά τη «συνύπαρξή» σας για τις ανάγκες της συγγραφής;
Παλιά μαζευόμασταν οι πατρινοί φίλοι στο σπίτι μας, στο Κάτω Καστρίτσι, κάθε Καθαρή Δευτέρα. Γι' αυτό ήρθαν, καλεσμένοι μου, οι ήρωες των τριών πρώτων μου μυθιστορημάτων, όσων είχα γράψει τότε. Ναι, κατά κάποιο τρόπο ζω με τους ήρωές μου, δεν πεθαίνουν όταν γίνουν σελίδες. Αντίθετα το πέρασμά τους στη γραφή τους ξαναγεννά, αλλά και τους δίνει μια διαφορετική συνέχεια εντός μου. Αναφορές τους μπορεί να γίνουν και σε κατοπινά βιβλία μου, με κάποια αφορμή. Όμως δεν πρωτοτυπώ, είναι κάτι που έχει γίνει αρκετά στη λογοτεχνία. Σημασία έχει με ποιο τρόπο συμβαίνει αυτό κάθε φορά.

Θα μας «συστήσετε» το φωτογραφισμένο από εσάς έντομο του εξωφύλλου;
Αύγουστος του 2019 στο Κάτω Καστρίτσι. Ενας στενός μας φίλος πέθανε ξαφνικά ενώ έκανε τις διακοπές του κάπου στην Ελλάδα. Ημουν στενοχωρημένη. Το βράδυ είχαμε καθίσει στο μπαλκόνι, έπαιζε σιγανά από μέσα η τηλεόραση. Ενα «αλογάκι της Παναγίας» ήρθε και κάθισε στο στηθαίο του μπαλκονιού. Εμεινε εκεί καθηλωμένο πολλή ώρα, ίσως είχε μαγνητιστεί από την τηλεόραση. Μια στιγμή σκέφτηκα πως θα μπορούσε να είναι ο φίλος που ήρθε να με αποχαιρετήσει πριν ταφεί την άλλη μέρα. Μου άρεσε και το μικρό πράσινο φως του μέσα στο λιτό μαυρόασπρο, το μαύρο της νύχτας, το άσπρο της ζωής. Και το φωτογράφισα. Υπάρχει όμως μια μικρή συνέχεια. Μantis religiosa είναι το άλλο όνομα για το έντομο, όπως με πληροφόρησε φίλος καθηγητής της Φαρμακευτικής, γιος γεωπόνου, όταν είδε το βιβλίο μου. Σε ελεύθερη απόδοση: Μάντης που προσεύχεται. Τον ευχαριστώ γιατί η πληροφορία του δεν ανέτρεψε το κλίμα περισυλλογής κι ευλάβειας που είχε ως αποτέλεσμα αυτή τη φωτογραφία.

Απειλή-ανατροπή του πολιτισμού
Πανδημία. Σκέψεις και συναισθήματα;
Τι να πω; Είναι σαν να μετακινούνται πάνω στο νερό οι λέξεις μας. Το μετά δεν είναι ακόμη μετά, η όποια απελευθέρωση ούτε απελευθέρωση είναι ούτε κι ήρθε οριστικά. Μικρή ασάφεια επίσης της ζωής, της επιστήμης, των προοπτικών μας. Και δυσκολίες, για παράδειγμα σχεδόν μισό αιώνα από τότε που εκδίδονται βιβλία μου, ποτέ τα πράγματα δεν ήταν χειρότερα για το βιβλίο, ούτε καν τα πρώτα χρόνια της κρίσης.
Κυρίως αισθανόμουν την ανάγκη περισυλλογής, αυτό που λέμε «ενός λεπτού σιγή», μπροστά στο κομβόι των καμιονιών με τους χιλιάδες πεθαμένους, τους ομαδικούς τάφους σε ένα αμερικάνικο νησάκι, τις σκηνές που βλέπαμε από τα νοσοκομεία. Eίμαι πάρα πολύ αγριεμένη με όλο αυτό, έχω πάθει αλαλία γιατί μου φαίνεται ως μεγάλη απειλή-ανατροπή του σημερινού πολιτισμού και των ιδεών για τον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του. Πιστεύουμε τόσο πολύ στην τεχνολογική πρόοδο και όλο αυτό ξαφνικά καταργείται. Βλέπεις ότι δεν έχεις ένα φάρμακο ή ένα εμβόλιο… Δεν τα έχω επεξεργαστεί ακόμη όλα αυτά, είναι κι ο χαρακτήρας μου εσωστρεφής. Επιβιώσαμε όμως για την ώρα.

Στην «Ακρα Ταπείνωση» (Βραβείο Balkanika 2018), γράψατε για το παρόν. Θα μπορούσε να σας εμπνεύσει ανάλογα η επικαιρότητα;
Ασχολήθηκα πρώτη φορά με τη λεγόμενη επικαιρότητα στο μυθιστόρημα που προηγήθηκε της «Ακρας Ταπείνωσης». Πρόκειται για το «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα», που εκδόθηκε το 2009 από τον Καστανιώτη, μαζί δυστυχώς με την έναρξη της μεγάλης κρίσης. Σ' εκείνο το βιβλίο, με αφορμή όσα γνωρίζαμε, ή νομίζαμε ότι γνωρίζαμε από τα γεγονότα που συνέβησαν στο κρητικό χωριό Ζωνιανά, αλλά και με την εδραίωση του ρατσισμού και φασισμού ανά την Ελλάδα την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, ασχολήθηκα πάλι με την Κρήτη μέσα από μια υπόθεση έρωτα και βεντέτας (την οποία αναλαμβάνουν πλέον οι γριές γυναίκες του χωριού -αυτό συμβαίνει σπάνια, εφ' όσον δεν υπάρχουν πλέον άντρες). Για μένα δεν έχει σημασία αν ο χρόνος της ιστορίας που θα αφηγηθώ είναι στο παρόν ή στο παρελθόν. Ο χρόνος και ο τόπος μού δίνουν κάθε φορά ένα σκηνικό, σημασία έχει το τι θα διαδραματιστεί μέσα στο κάθε φορά συγκεκριμένο σκηνικό, και πόσο αποτελεσματικό θα είναι από τη σκοπιά της λογοτεχνίας. Το ίδιο έγινε και με τα σκληρά γεγονότα της βραδιάς που κάηκε η Αθήνα, τον Φεβρουάριο του 2012. Μου έδωσαν ένα σκηνικό, αλλά το τι παρουσίασα εγώ μέσα σ' αυτό το σκηνικό είναι που μετράει για τη λογοτεχνία. «Η Ακρα Ταπείνωση» είναι ένα βιβλίο πιο τυχερό˙ αγαπήθηκε μέσα κι έξω από την Ελλάδα, ας μου επιτραπεί να πω, αφού έχει ήδη εκδοθεί στη Γαλλία και στην Καταλονία, ενώ πήρε και το βραβείο που λέτε, όπου τιμάται ένα βιβλίο και μαζί του φυσικά μια χώρα.

Ηράκλειο-Πάτρα-Αθήνα αποτελούν το σκηνικό κάποιων ιστοριών σας. Τι αγαπάτε σε κάθε μια τους;
Ηράκλειο, Αθήνα, Πάτρα για χρόνια. Αθήνα συν Πάτρα μόνον πια. Σκηνικά και χρόνοι για τα βιβλία μου ασφαλώς. Τόποι όχι μόνο πραγματικοί αλλά και άκρως υποκειμενικοί στη λογοτεχνία, όπως και στη ζωή του καθενός μας. Τόποι με ανθρώπους ζωντανούς κάθε λογής, αλλά και με σκιές κάθε λογής. Τόποι με τα διαφορετικά τοπία και διαφορετικούς ιδιωτικούς χώρους ο καθένας τους. Τόποι με τον δικό τους μύθο, με τα δικά τους μυστικά. Τόποι που μιλούν σωπαίνοντας, και ούτω καθεξής... Στο Ηράκλειο γεννήθηκα κι έμεινα σταθερά μέχρι τα 18, ήταν ο μοιραίος, ο πιο τραυματικός για μένα τόπος. Στην Αθήνα ωρίμασα βίαια κι απότομα μέσα στη δικτατορία ενώ ήμουν φοιτήτρια, τότε έκανα και τις πρώτες μου δημοσιεύσεις˙ η πόλη και κάποιοι εξαιρετικοί άνθρωποι εκεί με σφράγισαν διά βίου. Την βρίσκω όμορφη, σπουδαία, ανεκτική στη διαφορά, αλλά και παλμογράφο όλων των μεγάλων σημερινών συγκρούσεων˙ διαθέτει ασφαλώς και τα προνόμια μιας σύγχρονης πρωτεύουσας. Δεν θα ήθελα να ζω αλλού. Η Πάτρα μου χάρισε μιαν ευτυχία ζωής και μια συγγραφική σταδιοδρομία - αφού στην Πάτρα άρχισα την πεζογραφία μου˙ σημαντικές φιλίες που κρατούν για πάντα, συμμετοχή σε αρκετά πολιτιστικά δρώμενα της πόλης πριν λίγες δεκαετίες, αλλά κι αυτή την ανεκτίμητη σχέση με τη φύση. Χαίρομαι που μπορώ να επιστρέφω.
«Ο συγγραφέας είναι ένα μικρό παιδί, που παίζει, παίζει, παίζει ασταμάτητα». Τι άλλο είναι κατ' εσάς ο συγγραφέας;
Κάποια στιγμή θα πρέπει να στρωθεί για να εξιστορήσει όλο αυτό το παιχνίδι. Αυτό θέλει κόπο, μα έτσι ενηλικιώνεται ένας συγγραφέας, με κόπο και χωρίς να σταματήσει κατά κάποιο τρόπο το παλιό παιχνίδι.

Συνέντευξη στην ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ












Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[χθες 10:24]  Κρις Κάρτερ: Μιλά στην «ΠτΚ» για...
[χθες 10:18]  Φάνης Παπαγεωργίου: Είμαστε το...
[χθες 14:12]  Μαργαρίτα Λυμπεράκη: «Τα ψάθινα...
[χθες 13:51]  Μάρα Χαρμαντά: Δεν θα πάψω να...
[χθες 09:47]  Σοφία Διονυσοπούλου: Πιο πολεμική...
[χθες 17:51]  Μαρία Διδάχου: «Πάντα έψαχνα το...
[χθες 09:55]  Γιάννης Δούκας: Ρευστή η ταυτότητά...
[χθες 20:04]  Χρήστος Χωμενίδης: Για έναν...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [09:22:00]