ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Κώστας Δαβουρλής: Πελέ της Ευρώπης, αντίγραφο του Κρόιφ - 28 χρόνια χωρίς τον σπουδαίο άσο

Κώστας Δαβουρλής: Πελέ της Ευρώπης, αντίγραφο του Κρόιφ - 28 χρόνια χωρίς τον σπουδαίο άσο



Μέρα Μαγιού τον μίσεψες και σαν σήμερα, κάθε τέτοια μέρα, προστίθεται κι ένας χρόνος από το φευγιό του ανεπανάληπτου Κώστα Δαβουρλή. Πέρασαν κιόλας 28 χρόνια από εκείνο το Σαββατιάτικο πρωινό της 23 ης Μαΐου του 1992. Κι όμως παρ' ότι με τα χρόνια εξασθενεί η μνήμη, με τον Κώστα δεν ισχύει το ίδιο. Ο Δαβουρλής «ακύρωσε» τη θυμοσοφία: Μακαρίτης μεν, αλλά βρίσκεται με τους ζωντανούς. Και κάθε χρόνο όλο και πιο πολύ έρχεται στο νου, όλο και πιο πολύ λείπει.

Γιατί άραγε; Φρονώ διότι ήταν μοναδικός. Μοναδικός σε όλα του. Μια μεγάλη μορφή του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης, που είχε αγωνιστεί στα Παγκόσμια κύπελλα της Αγγλίας (1966) και του Μεξικού (1970), ο αμυντικός χαφ Μίλτον Βιέρα, συμπαίκτης του Κώστα στον Ολυμπιακό, τον είχε αποκαλέσει «Πελέ της Ευρώπης»! Ελεγε ο «Μιλτούτσι» ότι ο Δαβουρλής κι ο Κούδας μπορούσαν να παίξουν στις μεγαλύτερες ομάδες του κόσμου. Και πιστέψτε το, δεν υπήρχε ψήγμα υπερβολής στην άποψη του Βιέρα. Ταυτίζεται, άλλωστε, με τα λόγια μιας ακόμη τεράστιας μορφής του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Του προπονητή της Εθνικής Ολλανδίας (1970-74) Φράντσισεκ Φάντροκ, που μετά τον τελικό Γερμανίας-Ολλανδίας 2-1, ήρθε στην ΑΕΚ και το καλοκαίρι του 1978 ανέλαβε την Παναχαϊκή. Είχα την τιμή να συνεντευξιαστώ μαζί του, όταν εκείνο το καλοκαίρι προετοιμαζόταν η «κοκκινόμαυρη» ομάδα στη Σινάια της Ρουμανίας και μου είχε πει ο διάσημος Τσεχο-ολλανδός προπονητής: «Ο Δαβουρλής είναι ακριβές αντίγραφο του Γιόχαν Κρόιφ»!
Κι άλλες, πολλές προσωπικότητες του ποδοσφαίρου έχουν εκφραστεί με θαυμασμό για τον «καβαγιέρο» της κυρίας του Πελοποννησιακού ποδοσφαίρου στα σαλόνια της Ευρώπης. Μια αποκλειστικότητα του Δαβουρλή την είχε αποδώσει πολύ εύστοχα ο δάσκαλος της προπονητικής Πάνος Μάρκοβιτς: «Ηταν ο μόνος Ελληνας ποδοσφαιριστής που έπαιρνε μια φάση από το μηδέν και την έφτανε στο δέκα»!
Δίκιο είχε. Δεν είναι εύκολο να τιθασεύσεις τη μπάλα, την «πόρνη» κατά Οσιμ. Είναι ατίθασο, άτιμο, παραδόπιστο θηλυκό. Για τους πολλούς ναι, για τον Κώστα τον γητευτή όχι. Την «εξημέρωνε», όπως ο θηριοδαμαστής την τίγρη.


Από τους «δέκα νομά σ' ένα δωμά» έως τον κολοφώνα της δόξας
Ο συνάδελφος Στάθης Κεραμιδάς, γεννημένος και μεγαλωμένος στη φτωχική συνοικία του Αγίου Νεκταρίου, κουνιάδος του Βασίλη Στραβοπόδη και γειτονάκι του αείμνηστου Θέμη Ρήγα, που είχε ζήσει εκ των «έσω» τη θρυλική ομάδα της Παναχαϊκής (της δεκαετίας του '70), αρέσκεται μέχρι τώρα να προσδιορίζει τις καταβολές τους με τη φράση «φτώχεια καταραμένη». Ποιος ξέρει, ίσως για να την ξορκίσει εσαεί.
Ο προσδιορισμός «έπιανε» και το Δαβουρλή. Αλλωστε, όλοι ήταν μια παρέα. Φτωχοί οι αγιονεκταριώτες, πάμφτωχος ο Κώστας. Ηρθε στη ζωή στις 4 Ιανουαρίου του 1948. Μέσα στον Εμφύλιο. Δεν είχε υπόψη του ο στιχουργός του Γιώργου Νταλάρα την φαμίλια Δαβουρλή. Αλλιώς, δεν θα έγραφε για «εφτά νομά σ' ένα δωμά» αλλά για «δέκα νομά σ' ένα δωμά»! Γιατί ήταν δεκαμελής η οικογένεια του Κώστα. Οι δύο γονείς, πέντε αγόρια και τρία κορίτσια.
Φτώχεια καταραμένη, πείνα και των γονέων. Πριν καν τα παιδιά βγάλουν το Δημοτικό γνώριζαν τη βιοπάλη. Ο Κώστας με το κασελάκι παραμάσχαλα γυάλιζε παπούτσια. Στα 14 χρόνια του «προήχθη». Τον είχε βοηθό του ο Βαγγέλης Σωτηρόπουλος, ο μετέπειτα ιδρυτής της «Πάτρα Σπορ». Εφτιαχναν διαφημιστικές πινακίδες και τις τοποθετούσαν στο γήπεδο της Παναχαϊκής. Κάπως έτσι, στα 1962, έβλεπε τζάμπα το μελαμψό, καχεκτικό παιδάκι τα παιχνίδια της. Ηταν η χρονιά που τον ανακάλυψε σε παρακείμενη αλάνα ο Σπύρος Βουλγαράκης. Ενας ξυπόλητος διαβολάκος με τη μπάλα στα πόδια. Το «μάτι» του κυρ Σπύρου δεν είχε «παίξει» ποτέ τόσο πολύ, όσο όταν είδε τον πιτσιρικά Κώστα. Η αλάνα, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν μια απλή αλάνα. Ηταν βραζιλιάνικη φαβέλα, αφού εκεί αναδείχθηκε ο «Πελέ της Ευρώπης»!
Ο Βουλγαράκης, λάτρης της στρατιωτικής πειθαρχίας, αυστηρός παιδαγωγός παλιάς κοπής, έβγαλε αμέσως δελτίο στον Κώστα, στον Πανιώνιο φυσικά της Αγυιάς, που αγωνιζόταν στη Γ' Κατηγορία και ήταν θυγατρική ομάδα της Παναχαϊκής.
Τα επερχόμενα ήταν προδιαγεγραμμένα. Δύο χρόνια αργότερα, στα 16 του, ο Κώστας Δαβουρλής μεταπήδησε στην Παναχαϊκή, που είχε προπονητή τον Αντώνη Μανταλόπουλο. Τον έριξε αμέσως στα βαθιά. Το κοντέρ άρχισε να γράφει. Σταμάτησε το 1987, μετά από 25 χρόνια. Επαιξε αρχικά δέκα χρόνια στην Παναχαϊκή (1964-74), τρία στον Ολυμπιακό (1974-77), άλλα δυόμισι στην Παναχαϊκή (1977-80), μισή χρονιά στην Κόρινθο (1980), έναν χρόνο στον Παναιγιάλειο (1981), πάλι στην Παναχαϊκή (1982-85) και έκλεισε την καριέρα του στον ΑΠΣ Πάτραι.
Στις εθνικές κατηγορίες αγωνίστηκε σε 317 παιχνίδια. Πέτυχε 95 γκολ στην Α' Εθνική (72 με την Παναχαϊκή, 23 με τον Ολυμπιακό) και 126 τέρματα στην Β' Εθνική. Σ' ένα σύνολο 221 γκολ, τα 22 ήταν με φάουλ. Είχε το ρεκόρ στη χώρα, μέχρι το 1998 όταν και το κατέρριψε ο Κώστας Φραντζέσκος.


Τα «χάτ τρικ» που τον απογείωσαν
Ηταν πολλά τα μεγάλα παιχνίδια του Κώστα Δαβουρλή. Φυσικά στους αγώνες που ήταν ασυναγώνιστος, συνοδεύονταν οι μαγικές εμφανίσεις του και με σκοράρισμα.
Με το ευρύ φίλαθλο κοινό της χώρας «συστήθηκε» με ανεξίτηλη «χειραψία» στις 7 Ιουλίου 1968. Σ' ένα ματς κυπέλλου με τον Ολυμπιακό (3-8), πέτυχε τα δύο από τα τρία τέρματα των «κοκκινόμαυρων».
Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, στις 6 Ιουνίου του '69 υποκλίθηκε όλος ο φίλαθλος ντουνιάς. Πάλι σε παιχνίδι κυπέλλου, με την ΑΕΚ αυτή τη φορά, η Παναχαϊκή θριάμβευσε 4-2, έχοντας πετύχει ο Κώστας τρία εκπληκτικά γκολ! Απεσταλμένος του «ΦΩΤΟΣ» σ' αυτό το ματς ήταν ο εμβληματικός Φαίδων Κωνσταντουδάκης. Μαγεύτηκε από τον μετρ της μαύρης ποδοσφαιρικής μαγείας και «απαίτησε» την άλλη μέρα μέσω του «ΦΩΤΟΣ» να κληθεί ο Δαβουρλής στην Εθνική ομάδα. Οπερ και εγένετο! Και ήταν ο πρώτος Ελληνας παίκτης, ο οποίος εκαλείτο από ομάδα Β' Εθνικής στο αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα.
Την ίδια χρονιά είχε σημειώσει ο Κώστας ένα ακόμη χατ τρικ. Ηταν στον τελευταίο αγώνα του πρωταθλήματος με τα Χανιά (3-1), οπότε και επισημοποιήθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της Παναχαϊκής η άνοδος στην Α' Εθνική.
Φυσικά το χατ τρικ που έκανε πάταγο ήταν μέσα στην κατάμεστη και κοχλάζουσα Τούμπα, στις 22 Απριλίου του 1973. Εχασε ένα ολόκληρο πρωτάθλημα εκείνη τη μέρα ο ΠΑΟΚ του Κούδα, του Σαράφη, του Παρίδη, του Ασλανίδη, του Φουντουκίδη και του Αποστολίδη.
Το πρωτάθλημα πήγε στον Ολυμπιακό του Πειραιά, που εκείνο το καλοκαίρι αποτέλεσε το νέο λιμάνι της ποδοσφαιρικής καριέρας του Δαβουρλή.
Η αίσθησή μας, πάντως, είναι ότι ο Κώστας έκανε το καλύτερο παιχνίδι της ζωής του το καλοκαίρι του 1976 σ' έναν ημιτελικό κυπέλλου ΑΕΚ-Ολυμπιακός (2-3) στην τότε «Νέα Φιλαδέλφεια». Δεν ήταν το ένα από τα τρία γκολ που πέτυχε, ούτε οι δύο ασίστ που έδωσε στον Μάικ Γαλάκο. Ηταν ένας Δαβουρλής «αφιονισμένος» μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Ετρεχε ακατάπαυστα, έκοβε, έραβε, κεντούσε. Ασίγαστο το πάθος του και συνάμα πρωτόγνωρο. Με μια παρέα Πατρινών ήμασταν στο γήπεδο και τέτοιο Δαβουρλή πρώτη φορά βλέπαμε -και δεν ξαναείδαμε ποτέ λασπωμένο μέχρι το λαιμό!



Οταν «έφερε» τον… Τουτουμοτό!
Με τους αθλητικούς συντάκτες της Αθήνας, όταν πήγε στον Ολυμπιακό δεν είχε πολλά-πολλά. Πραγματικός φίλος του ήταν ο Χάρης Παπαγεωργίου του «ΦΩΤΟΣ». Κάποιες φορές μιλούσε και με τον Σταύρο Τσώχο, τον Κώστα Μυλωνά, τον Μιχάλη Νομικό, τον Τέρενς Κουίκ, τον Κώστα Θωμόπουλο και τον Κώστα Κυριαζή. Δεν ξανοιγόταν. Τα… απαραίτητα και πολλά ήταν.
Αντίθετα στην Πάτρα ήταν πιο «ανοικτός». Είχε δυνατή φιλία με τον Γιώργο Ράντο, που ήταν ανταποκριτής του «ΦΩΤΟΣ» και τον διαδέχθηκα το 1982. Καλή σχέση είχε με τον Νίκο Βώρρο της «Αθλητικής Ηχούς», με τον Νίκο Νικολάου, τον Δημήτρη Γιαννουλάκη.
Ο Κώστας οφείλει την επιστροφή του στην Παναχαϊκή από τον Ολυμπιακό το καλοκαίρι του 1977 στο πείσμα του Γιώργου Ράντου. Εκανε «όργια» τότε ο Γιώργος. Ανακάτωσε κοτζάμ Ολυμπιακό! Είχε φύγει ο Γουλανδρής από την προεδρία των «ερυθρολεύκων» και είχε στενέψει το ταμείο τους.
Ο Ράντος ήταν αυτός που έπεισε τη διοίκηση της Παναχαϊκής να δώσει λεφτά στον Ολυμπιακό και τους Ανδρούτσο και Γιώργο Σπυρόπουλο για να επιστρέψει ο Κώστας στην Παναχαϊκή.
Από τους συναδέλφους εκείνος πάντως που λάτρευε μέχρι τέλους τον Δαβουρλή είναι ο Μάκης Γεωργουλόπουλος του «Νεολόγου» και όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, της «Απογευματινής». Ο Μάκης ήταν Δαβουρλικός μέχρι το κόκκαλο. Ο Κώστας ήταν το εικόνισμά του, η ζωή του, ο «Θεός» του.
Στα μέσα της δεκαετίας του '60 και τη δεκαετία του '70 ένα από τα «in» ζαχαροπλαστεία ήταν του Βοσινάκη (Γούναρη και Καραϊσκάκη). Ολη η καλή Πάτρα έπινε εκεί τον καφέ της, έτρωγε την πάστα και το παγωτό της. Εκεί και τα «θρυλικά» παιδιά της Παναχαϊκής. Γεροί κράχτες, ο μετρ Γρηγόρης έτριβε τα χέρια του.
Ενα βραδάκι, λοιπόν, σκύβει ο Δαβουρλής στο αφτί ενός δημοσιογράφου και του λέει ότι η Παναχαϊκή είναι πολύ κοντά στην απόκτηση του διάσημου Ούγγρου σέντερ φορ… Τουτομοτού. Για αστείο το είπε ο Κώστας. Δεν ήθελε να τον εκθέσει . Φεύγει, όμως, τρέχοντας εκείνος με την… αποκλειστικότητα και την επόμενη μέρα ο «Νεολόγος» είχε οκτάστηλη την… ειδησάρα: «Ο Ούγγρος γκολτζής Τουτουμοτός στην Παναχαϊκή»!
Ο παναχαϊκιώτικος μύθος λέει ότι ο δημοσιογράφος κράτησε μούτρα ένα μήνα στον Δαβουρλή, μέχρι που ο Κώστας του έδωσε μια άλλη, πραγματική αποκλειστικότητα! Ωραία χρόνια!

Υπόκλιση σε Σαρμά, Γουλανδρή, Λεβεντάκο και Γεωργακόπουλο
Υπόκλιση σε τέσσερα ονοματεπώνυμα: Θόδωρος Σαρμάς, Νίκος Γουλανδρής, Πέτρος Λεβεντάκος, Πάρις Γεωργακόπουλος. Ο ασύγκριτος Δαβουρλής ήξερε πάντα ν' αναγνωρίζει τις αξίες. Και να μην φείδεται κοσμητικών επιθέτων.
Προφανώς, γνώρισε στην 25ετή καριέρα του εκατοντάδες διοικητικούς παράγοντες και χιλιάδες συμπαίκτες και αντιπάλους. Ξεχώρισε τους προαναφερόμενους. Σε συζητήσεις μας, μιλώντας κολακευτικά για τους ανωτέρω, εξωτερίκευε μια σπάνια ανωτερότητα.
Ο Νίκος Γουλανδρής τον πήρε στον Ολυμπιακό, τον πρόσεχε σαν παιδί του και πάντα ο Δαβουρλής εξυμνούσε τον γενναιόδωρο Πρόεδρο των «ερυθρολεύκων».
Βαθύ σεβασμό, επίσης, έτρεφε στο πρόσωπο του αείμνηστου προέδρου της Παναχαϊκής Θόδωρου Σαρμά: «Αρχοντικός τύπος, με αστική ευγένεια. Κι αυτός γενναιόδωρος».
Μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου θαύμαζε τον συμπαίκτη του Πέτρο Λεβεντάκο. Πολλές φορές μου είχε πει ότι ο Πέτρος ήταν ο πιο «ποιοτικός εγκέφαλος» του Ελληνικού ποδοσφαίρου. Θέλετε και την απόδειξη; Όταν επέστρεψε ο Λεβεντάκος στην Παναχαϊκή από τον Εθνικό, ο Κώστας ήταν εκείνος που παραχώρησε τη φανέλα με το νούμερο 10 στον Πετράν!
Τέλος, ο Πάρις Γεωργακόπουλος από τα 16 του έκανε κλικ στον Κώστα. Και το «μάτι» του δεν είχε λαθέψει: «Ναι, ο Πάρις μπορώ να πω ότι είναι ο διάδοχος μου. Αρκεί ν' αφοσιωθεί στο ποδόσφαιρο…» (Ο Πάρις δεν πολυαφοσιώθηκε, αλλά σίγουρα στην μετά Δαβουρλή εποχή ήταν ο κορυφαίος…).
Ανατριχίλα επί πέντε λεπτά!
Ηταν Γενάρης του '82. Ο Δαβουρλής, στα 34 χρόνια του, λίγες μέρες νωρίτερα είχε επιστρέψει για τρίτη φορά, μετά τον Ολυμπιακό και την Κόρινθο, από τον Παναιγιάλειο στην Παναχαϊκή. Εκείνος ο αγώνας για να εκδοθεί το δελτίο του από την ΕΠΟ είχε πιστωθεί στον τότε επιμελητή του ποδοσφαιρικού τμήματος της Παναχαϊκής Δημήτρη Μητρέλη.
Οι «κοκκινόμαυροι» κινδύνευαν, είχαν προπονητή τον Ούγγρο Ντέζο Μπούτζακ - μια καλοσυνάτη φυσιογνωμία - και αντιμετώπισαν τον πανίσχυρο Αρη του Κούη, του Μπαλλή, του Φοιρού και του Πάλλα. Ο Δημήτρης Μητρέλης θυμάται: «Είχε προηγηθεί η Παναχαϊκή με γκολ του Χαρδαλιά και στη συνέχεια δεινοπαθούσε. Ο Αρης είχε μεγάλη ομάδα τότε και το 1-0 ήταν μαγική εικόνα. Μας σφυροκοπούσε και ήταν θέμα χρόνου να έρθει η ισοφάριση. Ο Κώστας δεν είχε κάνει προπόνηση όλη την εβδομάδα και ο Μπούτζακ τον είχε στον πάγκο. Γύρω στο 65' του κάνει νεύμα, ν' αρχίσει ζέσταμα και ο Δαβουρλής σηκώνεται. Μαζί του σηκώθηκε και όλο το γήπεδο στο πόδι και επί 3-4 λεπτά τον αποθέωνε. Παραλήρημα, παροξυσμός, ανατριχίλα.
Μπήκε ο Κώστας αλλαγή στο 70' και αμέσως «πήρε» το κέντρο! Η προσωπικότητα του αποσυντόνισε τον Αρη. Το 1-0 παρέμεινε μέχρι το τέλος, με την υπογραφή στο φύλλο αγώνα του μεγάλου αρχηγού».
Ταχύτητα - Τσιγάρα: Όλα στο κόκκινο!
Σήματα κατατεθέντα. Αφ' ενός το κόκκινο Triumph που ήταν γνωστό σ' όλη την Πάτρα και ταυτισμένο με τον Δαβουρλή κι αφ' ετέρου ένα πακέτο τσιγάρα Dunhill μονίμως στο χέρι.
Οσοι συνταξίδευαν με τον Δαβουρλή είχαν να λένε ότι είναι οδηγάρα. Πράγματι, την ίδια αίσθηση του χώρου που είχε μέσα στο γήπεδο, την είχε και στο δρόμο. Ηταν μέγας λάτρης της ταχύτητας.
Από τα διόδια του Ρίου έφτανε στο Πασαλιμάνι σε μία ώρα και δέκα λεπτά! Τότε, τις δεκαετίες του '70 και του '80. Οι συνοδηγοί του έκαναν τον σταυρό τους σε όλη τη διαδρομή και μόλις τελείωνε το… ράλλυ ορκίζονταν ότι δεν θα ξαναμπούν στο Triumph.
Το τσιγάρο, από την άλλη πλευρά, ήταν η μοναδική κατάχρηση που επέτρεπε στον εαυτό του. Κάπνιζε αρειμανίως. Κάποιες φορές ακόμη και στην ανάπαυλα ενός αγώνα. Εν τέλει τα μεγάλα πάθη, όπως έχει διδάξει η ζωή, συμβιώνουν με τους πολύ σπουδαίους και ξεχωριστούς.
Ε, λοιπόν, ο Μεγαλέξανδρος του… Νότου!
Θέλω να εξομολογηθώ ότι χρόνια τώρα είναι σα να κουβαλάω μια αδικία που με βαραίνει και να προφέρω ένα «γαμώτο». Ολοι μας έχουμε διαβάσει ύμνους και ύμνους, διθυράμβους, ίσως και υπερβολές για άλλους άσους των γηπέδων εκείνης της αλλοτινής, νοσταλγικής εποχής. «Στρατηγός» ο Δομάζος, «τανκ» ο Σιδέρης, «σίφουνας» ο Παπαϊωάννου», «Μεγαλέξανδρος» ο Κούδας, «Νουρέγιεφ» ο Χατζηπαναγής. Ειδικότερα, εκείνο το «Μεγαλέξανδρος» του Γιώργου Λιάνη για τον Κούδα με έκανε να το φέρνω σε αντιδιαστολή με το «μαύρο διαμάντι» για το Δαβουρλή. Δε λέω, καλή η παρομοίωση για τον Κώστα, αλλά τον αδικούσε. Προφανώς, γιατί αγωνιζόταν σε μια επαρχιακή ομάδα. Κι ασφαλώς γιατί τα περισσότερα χρόνια της ποδοσφαιρικής ζωής του δεν τα είχε συνηθίσει με δεκάδες ξοπίσω του αθλητικογράφους, εθισμένους στην υπερβολή.
Όχι, πως ψέγω το Λιάνη. Δικαίως επιστράτευσε υπερβολή για να καταδείξει την ποδοσφαιρική μεγαλοσύνη του Γιώργου Κούδα. Αλλά έτσι, μέσα μου, ένοιωθα μεγαλωμένη την αδικία για τον Δαβουρλή.
Ο Κώστας ήταν ο ορισμός του απρόβλεπτου. Της έμπνευσης. Της πιρουέτας. Στιγμές-στιγμές χάζευε. Περπατούσε, περιφερόταν στο γήπεδο. Και λίγο μετά…
Το «λίγο μετά» δεν περιγράφεται. Φτωχή απόπειρα θα 'ναι ό,τι κι αν γράψω. Μετά ξεχυνόταν. Κόλλημα της μπάλας στα πόδια, αυτοκρατορικός καλπασμός, αέρινη ντρίπλα και σέντρα-αλφάδι ή κεραυνός από το αριστερό πόδι του, που έσχιζε το παραπέτασμα.
Στιγμές τέτοιες αναρίθμητες. Κι ύστερα εκείνα τα φάουλ. Δεν μπορεί, το «Γ» των δοκαριών είχε μαγνήτη. Κι εμείς στην κερκίδα αλλόφρονες..
Πήγε στον Ολυμπιακό κι αμέσως ήταν φευγάτος
Το καλοκαίρι του '74. Το πιο μεγάλο της καριέρας του. Γινόταν ο πιο ακριβοπληρωμένος παίκτης της χώρας. Ο Ολυμπιακός του Γουλανδρή «έσκασε» 9.250.000 δρχ στην Παναχαϊκή και 750.000 δρχ. στον ίδιο και τον «έντυσε» στα ερυθρόλευκα. Το άξιζε και βρέθηκε από τις δόξες στα μεγαλεία.
Στον Πειραιά λατρεύτηκε όσο λίγοι. Εκεί, μεστωμένος πια, παρέδιδε μαθήματα ποδοσφαιροτριγωνομετρίας. Στο «Καραϊσκάκη» γνώρισε την αποθέωση, με κάθε μορφή οπαδικού παροξυσμού.
Ωστόσο, ο Κώστας δεν ήταν παίκτης της πάση θυσία μεγάλης καριέρας. Υστερα, έμπαινε κι ο νόστος στη μέση. Ελεγε για την Αθήνα ότι «είναι για να κάνεις τις απλωτές σου τρεις-τέσσερις φορές το μήνα και να επιστρέφεις». Ο ίδιος είχε αντέξει τρία χρόνια. Πολλά, πάρα πολλά και γι αυτό μεθόδευσε την επάνοδο στην Παναχαϊκή. Γιατίδ εν ήταν μόνο η Παναχαϊκή. Ηταν και το καφενείο του Μπαλωμένου στην Αγυιά, το καφέ του Αναλυτή στην Αράτου, η πλατεία Ολγας, το «Νάπολι», τα Ψηλαλώνια. Μα πάνω απ' όλα ήταν η Ελένη και η κόρη του η Τζία που αποζητούσαν την ηρεμία της Πάτρας.
Και ήρθε. Μόνο που στα 1977 δεν υπήρχε η μεγάλη Παναχαϊκή. Η προ τετραετίας Ευρωπαία κυρία είχε καταπέσει. Είχε τίμημα ο άθλος της Τούμπας και ήταν βαρύ.
Η ανασύνθεση της Παναχαϊκής έγινε με μέτριους παίκτες από άλλες ομάδες, από άλλες πόλεις, χρόνο με το χρόνο ελαττωνόταν το ντόπιο στοιχείο και αλλοιωνόταν η φυσιογνωμία της ομάδας. Είχε αλλάξει στο μεταξύ και η διοίκηση των Γκούστα-Αποστολόπουλου-Σακελλαρόπουλου κι είχαν εμφανιστεί νέα παραγοντικά φυντάνια. Πρόθυμοι μεν, αλλά άπειροι.
Ο Κώστας, μέσα στη μετριότητα της Παναχαϊκής, κατέθετε τη διαφορετικότητα και τη λάμψη του, αλλά δεν αρκούσε για να κάνει η ομάδα τις συναρπαστικές πορείες των αρχών της ίδιας δεκαετίας.
Μόλις γύρισε από τον Ολυμπιακό γνωριστήκαμε καλά. Πιο πριν, απλώς ήξερε ότι ήμουνα ένας μικρός που έκανα τα δειλά μου βήματα στον αθλητικογραφία. Τα πολλά πάρε-δώσε του νωρίτερα ήταν με τον Γιώργο Ράντο.
Αρχικά δεν ήταν ανέφελη η σχέση μας. Με αφορμή κάποια οικονομική διαφορά με τη Διοίκηση της ΠΓΕ, είχα αποκαλύψει στην «Πάτρα Σπορ» ότι είχε ραγίσει το γυαλί των σχέσεων τους.
«Που τα ξέρεις εσύ αυτά μικρέ; Πες μου ποιος από τη διοίκηση διοχετεύει τέτοια πράγματα;». Είχα πιεστεί πολύ. Δεν είπα και μου «κρατούσε μούτρα». Αργότερα, ωστόσο, καθώς τα είχε βρει με τη διοίκηση, άλλαξε στάση απέναντι μου. «Ελα δω, είσαι φίλος μου, μπορώ να σ' εμπιστεύομαι. Καλά έκανες και δεν έδωσες την πηγή σου, μην κοιτάς που ήθελα να μάθω για να ξέρω τι μου γίνεται…».
Αυτό ήταν. Γίναμε φίλοι.
Το 1985 θα ήμουν εγώ εκείνος που θα επέλεγα τους τίτλους τέλους. Καθότι τσακωμένος με τον Λουκόπουλο, είχα βρει αραξοβόλι στον ΑΠΣ Πάτραι. Δεν χρειαζόταν «ψήσιμο». Ημασταν μια παρέα και «ξεδίναμε» στο Πάτραι. Ο Περικλής Γιαννόπουλος, εγώ, ο Μητρέλης, ο Ανάγνου, ο Τσοκανάς, ο Τσανταρλιώτης, ο Τσιμιγκάτος, ο Παπαγιαβής. Ωραία παρέα, το διασκεδάζαμε. Ηταν πολύ… διασκεδαστική εκείνη η χρονιά με τον Δαβουρλή ηγέτη. Στον α' γύρο ήμασταν αήττητοι και με 17 βαθμούς διαφορά από τον δεύτερο Παναιγιάλειο! Ο Κώστας ζωγράφιζε, αλλά και είχε πρόβλημα με τη μέση του. Ηταν 37 χρονών πλέον. «Κάτσε Κώστα, ξεκουράσου, δεν είναι ανάγκη να παίξεις την Κυριακή». Του έλεγες έτσι, σε αγριοκοίταζε και γινόσουν… εχθρός του. Εκανε ένεση και αγωνιζόταν.

Ο Κώστας ήταν δεξιός, χωρίς να ασχολείται με την πολιτική. Ηταν της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. Απλώς ήταν άνθρωπος της προκοπής, της σειράς στη ζωή του και της νοικοκυροσύνης. Και ήταν πάντα παιδί. Ψυχούλα. Είχε πάρει όλα τα μαθήματα του πεζοδρομίου της ζωής και της νύχτας και αντλούσε χρήσιμα διδάγματα, που τα μετουσίωνε σε πράξεις, επωφελείς για τον εαυτό του, την Ελένη, τη Τζίνα και τους φίλους του.

Τον έκλαψε όλη η Ελλάδα
Μύθος. Είδωλο. Ταυτισμένος με την Πάτρα. Η προσωποποίησή της. Ο πρεσβευτής της. Η Πάτρα ανέδειξε Προέδρους Δημοκρατίας, Πρωθυπουργούς, Υπουργούς, μα είχε αναδειχθεί, με τις δικές του ιδιοφυείς ποδοσφαιρικές ικανότητες και ο Δαβουρλής στην πόλη του Πατρέα. Το δυστύχημα είναι ότι έφυγε πολύ νωρίς. Ένα Σαββατιάτικο πρωϊνό, στις 23 Μαΐου του 1991, σε ηλικία 44 χρόνων, δύο μέρες μετά την ονομαστική του εορτή. Εφυγε από καρδιά. Ηταν στο αγαπημένο του καφενείο για το πρωινό καφεδάκι. Ενιωσε αδιαθεσία. Πήγε στο σπίτι του και με ασθενοφόρο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Πάλεψε, αλλά δεν τα κατάφερε. Μοιραίο.
Σαν βουβός πόνος και κλάμα, μια συγχορδία άφατης θλίψης. Η κηδεία του ήταν πάνδημη από τον Ι.Ν. του Αγίου Κωνσταντίνου της Αγυιάς. Χιλιάδες κόσμου από την Πάτρα κι όλη τη φίλαθλη Ελλάδα περίμεναν εκείνη την ύστατη ώρα να κάνει ένα από τα «μαγικά» του. Να κρεμάσει τον Κωνσταντίνου ή τον Πουπάκη από το κέντρο, να βάλει γκολ με απευθείας κόρνερ, να καρφώσει από φάουλ τη μπάλα στο «Γ», να ντριπλάρει μέχρι… ζάλης τον Γούναρη. Όμως, δεν έκανε κάτι… Φύλαξε τα πολλά ζογκλερικά του για τον παράδεισο…

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[12:08]  Πάτρα: Αστυνομικές επιχειρήσεις με...
[11:40]  Πάτρα: Η παράταξη Πελετίδη για το...
[11:20]  Δυτική Αχαΐα: Στο Μιχόϊ ο δήμαρχος για...
[10:50]  Δυτική Αχαΐα: Ίδρυση Αστυνομικού...
[10:01]  Α.Σταυρόπουλος: Ανάπτυξη από τον...
[10:01]  Χ.Μπονάνος: Κλείνουμε τη δεξαμενή των...
[09:54]  Π. Φαφούτης: Κλειστήκαμε μέσα για τον...
[09:48]  Αίγιο:Τουριστική προβολή...εκτάκτως και...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [12:12:37]