ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Μαργαρίτα Καραπάνου: Μη μαδάς τη Μαργαρίτα

Μαργαρίτα Καραπάνου: Μη μαδάς τη Μαργαρίτα



Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946. Ηταν κόρη της πεζογράφου και θεατρικής συγγραφέα Μαργαρίτας Λυμπεράκη («Τα ψάθινα καπέλα») και του ποιητή και δικηγόρου Γιώργου Καραπάνου.
Η Καραπάνου θυμόταν: «Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ ωραίος άντρας, αλλά ήταν ένας play boy, δεν τον έβλεπα πολύ. Επαιζε στις κούρσες, είχε πολλές γυναίκες. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν 8 μηνών και τον έβλεπα πάντα σαν έναν πρίγκιπα». H Λυμπεράκη βάπτισε την κόρη της Μαργαρίτα όπως λεγόταν και η ίδια. Ετσι η μικρή μεγάλωσε χωρίς 'δικό της' όνομα. Ο Σικελιανός, που ήταν στενός φίλος της μητέρας της, αστειευόμενος μιλούσε για 'πνευματική δυναστεία', όμως η μικρή μάλλον το βίωσε διαφορετικά.
Μεγάλωσε στην Ελλάδα και στη Γαλλία. Στο Παρίσι βρέθηκε 13 χρονών, όταν η μητέρα της την πήρε κοντά της. Μέχρι τότε ζούσε στην Ελλάδα με τη γιαγιά της Σαπφώ. Εζησε δίπλα σε διασημότητες! Στο οικογενειακό της περιβάλλον ήταν ο θείος της Γιάννης Μόραλης, ζωγράφος και η θεία της Αγλαΐα Λυμπεράκη, γλύπτρια. Στο Παρίσι της δεκαετίας του '60, γνώρισε τον Σαρτρ, τη Μποβουάρ, τον Καμί, τον Πικάσο... Θυμόταν: «Ο Καμί ερχόταν στο σπίτι μας και μου έλεγε: ''Κακομοίρα Μαργαρίτα, είσαι στο σκοτεινό Παρίσι και όχι στο φως της Αττικής''. Μου το έλεγε κάθε βράδυ αυτό» και συνέχιζε: «Βέβαια ήμουν μικρή για να καταλάβω ποιους ανθρώπους είχα απέναντί μου. Εβλεπα όμως σ' αυτούς τους ανθρώπους μια ξεχωριστή λάμψη. Θυμάμαι τον Σαρτρ στο καφενείο να καπνίζει ακατάπαυστα ''Γκουλουάζ''. Τα έβαζε στο στόμα από τη δεξιά μεριά και μιλούσε, μιλούσε. Πίσω σε ένα τραπέζι μόνη της καθόταν η Μποβουάρ. Εγραφε, δεν ήταν πολύ της παρέας. Ο Πικάσο έλεγε στη μαμά μου: ''Γιατί έχεις την κόρη σου μαζί σου; Εγώ έχω μια κόρη που ζει 20 λεπτά από εδώ και δεν την έχω δει ποτέ''! Ήταν οι ήρωες του κόσμου, δεν τους ένοιαζε τίποτα πέραν του εαυτού τους. Είναι τιμή μου που τους γνώρισα, αλλά δεν θα ήθελα να είχα τη ζωή τους. Εγώ ήθελα να ζήσω με τη γιαγιά μου, όχι με τους Σαρτρ και τους Καμί…».
Επέστρεψε στην Ελλάδα 15 χρονών. Είχε εκμυστηρευτεί: «Ημουν πολύ κλειστό παιδί και φοβόμουνα. Είχα έναν τρόμο μέσα μου, μια μεγάλη ανασφάλεια. Δεν είχα τον πατέρα μου, τη μητέρα μου, δύο πόλους, όπως χρειάζεται ένα παιδί». Σπούδασε κινηματογράφο και φιλοσοφία στο Παρίσι. Εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην Αθήνα. Παντρεύτηκε αλλά ο γάμος της είχε μικρή διάρκεια. Οταν ήταν 24 χρόνων αρρώστησε από μανιοκατάθλιψη. Περιέγραφε αργότερα η ίδια: «Κλείστηκα σπίτι, φάρμακα, μετά κλινικές. Θέλω να κατηγορήσω εκείνους τους γιατρούς για την αδιαφορία τους, για την ειρωνεία τους απέναντι στους αρρώστους... ένας ρατσισμός αφάνταστος. Οι νοσοκόμες μας φέρονταν σαν να ήμασταν ζώα. Μόλις μου βγάζανε τον ορό, έτρεχα στο τραπέζι και έγραφα. Τότε έγραψα το ''Ναι''. Αυτό το βιβλίο μου έσωσε τη ζωή. Εζησα σε μεγάλη απομόνωση πολλά χρόνια. Γινόμουν καλά για τρεις-τέσσερις μήνες και μετά πάλι αρρώσταινα. Τριάντα χρόνια η ίδια ιστορία. Τώρα γελάω, γιατί όλοι με νομίζουν σνομπ και ότι κάνω ζωή jet set. Όλοι νομίζουν ότι είμαι Υδρα, Παρίσι, Αθήνα. Και είναι τόσο μακριά από την πραγματικότητα!»
Οταν ήταν καλά εμφανιζόταν, στη Δεξαμενή και στα καφέ του Κολωνακίου, όπως άλλωστε και η μητέρα της. Για πολλούς η Καραπάνου, με τα υπέροχα μάτια της, υπήρξε η ωραιότερη γυναίκα της Αθήνας. Οπως έλεγε: «Όταν εκδηλώθηκε η ασθένεια, είχα δεσμό με έναν υπέροχο άνδρα. Ηταν πολύ ερωτευμένος μαζί μου και δεν μπορούσα, δεν είναι ότι δεν ήθελα, δεν μπορούσα να βγω έξω από το σπίτι. Μου διάβαζε τα αγαπημένα μου παραμύθια, τη "Μικρή Πριγκίπισσα" και την "Αλίκη των θαυμάτων". Δύο χρόνια προσπάθησε, με λάτρευε». Η Καραπάνου διακρίθηκε πολύ νωρίς στον λογοτεχνικό χώρο με βιβλία μοντέρνα, ειρωνικά, επηρεασμένα από την ψυχαναλυτική εμπειρία και αργότερα με τα σημάδια της δικής της ψυχικής ασθένειας. Η ίδια επισκεπτόταν ψυχαναλυτή από πολύ μικρή, με την προτροπή της μητέρας της.
Το βιβλίο της «Δε μ' αγαπάς. Μ' αγαπάς», με εισαγωγή της καθηγήτριας ψυχολογίας Φωτεινής Τσαλίκογλου, περιλαμβάνει 117 γράμματα της μητέρα της από το Παρίσι.
Ρίχνει φως στη σχέση της Καραπάνου με μια μητέρα, πολυάσχολη και ανεξάρτητη, που είναι έντονη η απουσία της. Την αναζητούσε μέσα από την αλληλογραφία τους, με επικλήσεις και ικεσίες: «…δεν μπορώ χωρίς εσένα, μου λείπεις, γράφε μου, γράφε μου…».
Σε κάποια επιστολή η μητέρα της έγραψε: «Σε παρακαλώ, μην ξαναστείλεις εξπρές ούτε τηλεγράφημα- εκτός κι αν είναι κάτι επείγον- γιατί με ξυπνάνε στις επτά το πρωί και, όπως ξέρεις, αυτό μου χαλάει τη διάθεση»… Η σχέση τους κινείτο στο δίπολο αγάπης- μίσους και παλινδρομούσε σε ιστορίες αγάπης, τρυφερότητας, εγκατάλειψης, απόγνωσης, φόβου, απογοήτευσης, απόρριψης. Στο βιβλίο της «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη», περιέχεται το ημερολόγιο που διατηρούσε για μια εικοσαετία (1959-1979), από 13 έως 33 χρονών.
Τα δύο παραπάνω βιβλία είναι αυτοβιογραφικά και προβάλλουν τα ανεπούλωτα τραύματά της, αλλά και την αναζήτηση της αγάπης μέχρι το τέλος της ζωής της. Μπορούν να διαβαστούν ως το παζλ ενός ψυχογραφήματος που αποκαλύπτει τον κόσμο της, το συγγραφικό της στίγμα, το πώς έγινε συγγραφέας. Κυρίως όμως πώς διαμορφώθηκε η τόσο ιδιαίτερη, αλλά και προβληματική σχέση με τη μητέρα της, η οποία είναι παρούσα και διατρέχει όλο το έργο της με μοναδική ένταση. Σε συνέντευξή της είχε πει σχετικά με τη μητέρα της: «Από την ώρα που αρρώστησα δεν έφυγε από δίπλα μου. Τότε με αγάπησε. Τότε μόνο. Αφησε τα πάντα, τους φίλους της, τις σχέσεις της, τα πάντα».
Η Καραπάνου πέθανε μετά από σύντομη νοσηλεία στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, μετά από επιπλοκές στην υγεία της από αναπνευστικά προβλήματα. Ηταν 62 χρονών.

Το πρώτο μυθιστόρημα της Καραπάνου με τίτλο «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» κυκλοφόρησε το 1976. Το 1988 «Ο υπνοβάτης», τιμήθηκε στη Γαλλία με το Βραβείο Καλύτερου Ξένου Μυθιστορήματος.
Την προηγούμενη χρονιά το ίδιο βραβείο είχε απονεμηθεί στον Μαρκές για το «Εκατό χρόνια μοναξιάς». Ακολούθησαν τα βιβλία «Rien ne va plus» (1991), «Ναι» (1999), «Lee και Lou» (2003) και «Μαμά» (2004). Το 2006 κυκλοφόρησε το «Μήπως;» που περιέχει συνομιλίες με την καθηγήτρια ψυχολογίας Φωτεινή Τσαλίκογλου. Αποσπάσματα των έργων της ανθολογήθηκαν σε βιβλία και σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά δίπλα σε κείμενα των Λιούις Κάρολ, Τζέην Μπόουλς, Κάρλος Φουέντες, Μίλαν Κούντερα κ.ά.
Λίγες ημέρες πριν τον θάνατό της κυκλοφόρησαν τα δύο τελευταία της βιβλία: «Δε μ' αγαπάς. Μ' αγαπάς» και «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη». Η ίδια η Καραπάνου, ταλαιπωρημένη χρόνια από ψυχικές ασθένειες, ήθελε να εκδοθούν αυτά τα προσωπικά κείμενα. Τα βιβλία της κυκλοφορούν σε διάφορες χώρες εκτός Ελλάδας όπως στις ΗΠΑ, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Σουηδία, στο Ισραήλ, στη Γερμανία, στην Ολλανδία και στην Ιταλία.




Γράφει
η
Χριστίνα Καρποντίνη
μαθηματικός





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[χθες 19:37]  Μαριαλένα Σπυροπούλου: «Από νωρίς...
[χθες 21:02]  Δημήτρης Σωτάκης: «Στην Ελλάδα, το...
[χθες 19:21]  Τσαλίκογλου-Επτακοίλη: Βούτηξαν...
[χθες 18:06]  Κατερίνα Μαλακατέ: «Είμαι πάνω και...
[χθες 18:23]  Μιχάλης Σιγάλας: Με ενδιαφέρει το...
[χθες 19:03]  Αλέξης Σταμάτης: «Γράφω για να...
[χθες 19:22]  Ρούλα Γεωργακοπούλου: Περί...
[χθες 14:24]  Βιντσεντίνι: Μαθητεία, έμπνευση...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [08:16:44]