ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ελένη Θωμά: «Από μικρή, τον πόνο και τη χαρά τα έκανα τραγούδι»

Ελένη Θωμά: «Από μικρή, τον πόνο και τη χαρά τα έκανα τραγούδι»



Μια τραγική ιστορία έγινε ο καμβάς πάνω στον οποίο ξετυλίγεται το πρώτο της βιβλίο «Α, ρε μαμά» (εκδ. Απαρσις). Η Ελένη Θωμά συστήνει στην «ΠτΚ» τις δυο ηρωίδες της με το ψυχικό σθένος, μιλάει για την αγάπη της για το τραγούδι και τη γραφή, μοιράζεται την έγνοια της για τους ήρωες της εποχής του κορονοϊού.

Αρχές του χρόνου κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο. Εχετε, ωστόσο, γράψει, στο παρελθόν, την παιδική επιθεώρηση «Τα παιχνίδια της αυλής». Πώς και πότε άρχισε η σχέση σας με τη γραφή;
Κι εγώ αναρωτιέμαι τι μ' έπιασε τώρα στα γεράματα κι έγραψα βιβλίο. Εχω φαίνεται μέσα μου ένα διαβολάκι που δε με αφήνει σε ησυχία. Πότε με βγάζει στο τραγούδι, πότε στο θέατρο, πότε στη γραφή. Η ανάγκη μου να δείξω στα παιδιά πώς παίζαμε παλιά στις γειτονιές, με ώθησε κατά το παρελθόν να γράψω και να σκηνοθετήσω «τα παιχνίδια της αυλής».
Τι με παρακίνησε να γράψω αυτό το βιβλίο. Εμαθα την ιστορία. Αναστατώθηκα. Θέλησα να καταλάβω. Περιπλανήθηκα στην Ηπειρο, αφουγκράστηκα τους ήχους των βουνών, των ποταμών, συνομίλησα με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, ξανάζησα τις περιπέτειες της Στέλλας και της φαμίλιας της. Οι σημειώσεις που κρατούσα και οι απομαγνητοφωνήσεις ήταν η μαγιά για να αρχίσω τη γραφή.

«Α, ρε μαμά…». Η αμεσότητα του τίτλου είναι διάχυτη στην ιστορία σας, η οποία κατά πόσο είναι αληθινή και κατά πόσο μυθοπλασία;
Να σας πω. Το βιβλίο μου στηρίζεται σε πραγματική ιστορία. Νομίζω πως τα ακριβή ποσοστά αλήθειας και μύθου δεν έχουν σημασία. Το θέμα είναι αν είναι καλό το βιβλίο. Αν μπορεί να κερδίσει τον αναγνώστη, να τον συγκινήσει, να τον ταξιδέψει, να δει με άλλο μάτι τον εαυτό του και τους άλλους.

Το νήμα αρχίζει να ξετυλίγεται από το σημείο που η ηρωίδα σας η Αννα, παντρεμένη χρόνια με τον Μύρωνα, νιώθει «χαμένη στο πουθενά», μετά την απομάκρυνση των παιδιών από το σπίτι. Θυμός και επαπειλούμενο βάλτωμα της σχέσης. Ευαίσθητη χορδή αγγίξατε.
Αυτό είναι αλήθεια. Πραγματικά, η σχέση όταν τα παιδιά φύγουν απ' το σπίτι, δοκιμάζεται. Γιατί μέχρι τότε κοιτάζει καθένας τα πρακτικά θέματα και τα άλλα τα βάζει στην άκρη, τα μεταθέτει∙ «Κάτσε να τελειώσει το παιδί και βλέπουμε». Η Αννα, λοιπόν, για να πάμε στο βιβλίο, είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, που της συμβαίνει ό,τι συμβαίνει στη μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών.

Ενα άλλο, σκληρό, θέμα που θίγετε είναι το «απαγορευτικό» για μια γυναίκα, κάποιες δεκαετίες πίσω, σε ηπειρώτικο χωριό, να κρατήσει το εξώγαμο παιδί της. Πείτε μας.
Το θέμα που θίγει το βιβλίο είναι ακόμα πιο τραγικό. Πρόκειται για ένα παιδί που δεν έχει θέση στη ζωή. Μόλις γεννιέται, φονεύεται, τεμαχίζεται. Στη δεκαετία του '50, μετά τον εμφύλιο. Στην Ηπειρο της πέτρας, της φτώχειας, της μετανάστευσης. Σε αυτό το σκηνικό γεννιέται και φονεύεται το βρέφος. Τέτοια όμως περιστατικά υπάρχουν, σε όλη την Ελλάδα, σ' όλο τον κόσμο και στις μέρες μας. Το βιβλίο αυτό προσπαθεί να αναδείξει, τις συνθήκες που οδηγούν σε τέτοιες καταστάσεις.
Η Στέλλα, η μητέρα του βρέφους, βιάστηκε, φορτώθηκε άδικα το βάρος του φόνου, δικάστηκε, διώχτηκε από τους δικούς της, βρήκε όμως τη δύναμη να επιβιώσει και να συνεχίσει τη ζωή της.

Η παραπάνω τραγωδία και οι συνέπειές της αντανακλούν στον γάμο της και στο μεγάλωμα της κόρης της Αννας, της ηρωίδας σας. Κι εδώ, ακόμα ένα ζήτημα: Μάνα -ή γενικά γονιός- με τραύματα κατά πόσο μπορεί να αποφύγει τον αντίκτυπό τους στα παιδιά;
Ο φόνος του βρέφους, το μυστικό, ο πόνος που κουβαλούσε η μάνα της η Στέλλα, έχει σημαδέψει τη ζωή της Αννας και τα παιδικά της χρόνια. Εχει δημιουργήσει τραύματα που πέρασαν στα παιδιά της και στη σχέση με τον άντρα της. Η Αννα θα ξεμπερδευτεί μόνο αν καταλάβει τι συμβαίνει μέσα της, μάθει για το μυστικό που τη βαραίνει και θελήσει να το αντιμετωπίσει. Το δίλημμα είναι: Να κρύψει κάτω από το χαλί αυτό που έμαθε για τη μάνα της, όπως έκαναν τόσα χρόνια, ή να ψάξει να βρει την αλήθεια.

Η Αννα, για να ξεμπερδέψει το κουβάρι εντός της, κάνει, με την προτροπή ψυχιάτρου, ένα επώδυνο ταξίδι προσωπικής αναζήτησης. Πώς στέκεστε απέναντι σε αυτή τη βοήθεια, που κάποτε θεωρείτο ταμπού;
Είναι χρήσιμη σε μερικές περιπτώσεις, γιατί με αυτή τη βοήθεια του ψυχίατρου-θεραπευτή, μπορούμε να βγούμε από τον βάλτο της κατάθλιψής μας, να ξαλαφρώσουμε από τα πράγματα που μας βαραίνουν, να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας.
Η Αννα, η σύγχρονη ηρωίδα μου, ξεπερνάει τις επιφυλάξεις της, πηγαίνει στον ψυχίατρο που τη βοηθάει να προχωρήσει, και όταν της λέει «μη τα σκαλίζεις άλλο, δεν είναι δική σου δουλειά», βρίσκει άλλον θεραπευτή. Γιατί θέλει να μάθει όσα περισσότερα μπορεί. Μόνο έτσι πιστεύει ότι θα λυτρωθεί, θα σπάσει τον κύκλο και δεν θα μεταφερθεί το βάρος στα παιδιά της.


«Να μη χάσω την ανθρωπιά μου»

Οταν κλείσατε τους «λογαριασμούς» σας με την ιστορία σας, τι πρωτονιώσατε;
Ενιωσα μια λύτρωση που θα ήταν χαρά, αν δεν συνέβαιναν όλα αυτά γύρω μας.

Εργαστήκατε ως δασκάλα μουσικής, διευθύνετε το γυναικείο φωνητικό σύνολο «έκφραση», τραγουδάτε στο Ηπειρώτικο Πολυφωνικό Πάτρας. Πώς λειτουργεί η μουσική και το τραγούδι για εσάς;
Σαν βάλσαμο… Από μικρή τον πόνο μου και τη χαρά τα έκανα τραγούδι.

Κωστήτσι Ιωαννίνων η γενέτειρά σας, Ηράκλειο αυτή του συζύγου σας, και Πάτρα η μόνιμη κατοικία σας. Τι σημαίνει κάθε μια πόλη για εσάς;
Τρεις τόποι αγαπημένοι, τρεις πατρίδες. Κωστήσι - Γιάννενα: Οι ρίζες μου. Πάτρα: Η ζωή μου όλη. Ηράκλειο-Λιβυκό: Ανάσα, ξεγνοιασιά.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του εξωφύλλου «ζωντάνεψε» με την προσθήκη χρωμάτων. Στη ζωή σας τι δίνει χρώμα;
Ολα τα όμορφα της ζωής, μικρά και μεγάλα. Ενα τραγούδι, η θάλασσα, ένα βλέμμα, ένα καλό βιβλίο, το γέλιο του μικρού παιδιού, ο κότσυφας που κελαηδεί, ένας περίπατος στο Νότιο Πάρκο, το ηλιοβασίλεμα, τα ταξίδια, ο ήχος του κύματος στο Λιβυκό.

Το «αντίδοτό» σας στη δύσκολη και πρωτόγνωρη συνθήκη, που βιώνουμε όλοι;
Δεν είναι τόσο δραματικό να μένω σπίτι μου, με τις μουσικές μου, τα βιβλία μου, τον υπολογιστή μου, την αυλή μου, τον περίπατό μου με το σχετικό χαρτάκι στην τσέπη. Θα ήταν άδικο να χαϊδεύομαι και να γκρινιάζω. Δεν μπορώ να μη σκέφτομαι τους νοσηλευτές και τους γιατρούς που είναι στην πρώτη γραμμή και δίνουν μάχη για τη Δημόσια Υγεία. Τους υπαλλήλους στα σούπερ-μάρκετ, τα delivery, που είναι εκεί, με εκτεταμένο ωράριο (που το θεωρώ υπερβολή), για να μη μας λείψει τίποτα. Ας περάσουμε με λιγότερα, βρε αδερφέ. Οσους είναι σε ένα διαμέρισμα με παιδιά με λίγα τετραγωνικά στριμωγμένοι. Τους πρόσφυγες που είναι στοιβαγμένοι σε σκηνές και σε δομές. Κι άλλους πολλούς στις εντατικές που κινδυνεύουν να χάσουν τη ζωή τους. Κι αυτούς που έχασαν ή κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά τους.
Το «αντίδοτο» είναι να τα βρω με τον εαυτό μου, να περιορίσω τις πλαστές ανάγκες μου, να μη χάσω την ανθρωπιά μου.






Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[χθες 20:15]  Δημήτρης Κανελλόπουλος:...
[χθες 10:40]  Ανδρέας Τσιλίρας: Επαν-επαφή με...
[χθες 15:30]  Αχαΐα: Το νέο βιβλίο Αμβροσίου...
[χθες 09:58]  Κ.Λυμπέρη: Γράφω πρώτα για τον...
[χθες 15:30]  Πάτρα: Η Διεθνής Ολυμπιάδα...
[χθες 09:29]  Γιώτα Κριτσέλη: Σύγχρονος ο...
[χθες 10:03]  Γιάννης Ψυχοπαίδης: «Η συνομιλία»...
[χθες 09:59]  Καλλιόπη Εξάρχου: Προνομιούχα η...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [17:02:00]