ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Λίλυ Εξαρχοπούλου: Διάβασμα-διάβασμα-διάβασμα!

Λίλυ Εξαρχοπούλου: Διάβασμα-διάβασμα-διάβασμα!



H Λίλυ Εξαρχοπούλου είναι συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια. Έχει διδάξει λογοτεχνία, αρχαία ιστορία, αγγλική και ελληνική γλώσσα σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Συνεργάζεται με εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και χρημάτισε αντιπρόεδρος του Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών των Τριών Θαλασσών. Έργα της: Σοφίας το ανάγνωσμα, μυθιστόρημα (Καστανιώτης, 1995), Παρών και αμέτοχος, μυθιστόρημα (Κέδρος, 2001), Ανοίκεια μέθη, ποίηση (Γαβριηλίδης, 2003), Μια αγάπη σαν Κέρκυρα, νουβέλα (Κέδρος, 2006), Λαθραία οργή, ποίηση (Μελάνι 2018). Διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις και λογοτεχνικά περιοδικά∙ έχει επίσης γράψει ένα εκπαιδευτικό βοήθημα για τη διδασκαλία της ελληνικής ως ξένης γλώσσας (Κανάλι 5, Δέλτος, 1999). Στις μεταφράσεις της ανήκουν βιβλία γνωστών λογοτεχνών και κριτικών όπως οι Ντάρελ, Λώρενς, Μπέργκερ, Σαϊντ κ.ά.Ειδικότερα ποιήματα και διηγήματά της έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί αντιστοίχως στα αγγλικά, τα γερμανικά και τουρκικά λογοτεχνικά περιοδικά ή ανθολογίες.

Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε; Αλλαξε κάτι από τότε;
Με εκφράζουν ιδιαίτερα οι στίχοι του Παρασκευά Καρασούλου «Οταν ήμουν παιδί είχα βρει έναν κήπο/για να κρύβομαι εκεί απ' τη ζωή όταν λείπω/όταν ήμουν παιδί είχα κρύψει έναν ήλιο/να 'χει ο δρόμος μου φως κι η σιωπή μου έναν φίλο». Ημουν μοναχοπαίδι και με μεγάλους, για την εποχή, γονείς που φρόντιζαν να μου τονίζουν συνέχεια την ηλικία τους. Η υπερπροστασία σήμαινε και διάφορες απαγορεύσεις, π.χ δεν επιτρεπόταν να παίζω με τα άλλα παιδιά στην πλατεία. Από νήπιο, πριν μάθω να γράφω, έφτιαχνα ποιηματάκια που τα τραγούδαγα διηγούμενη τα όσα βίωνα. Προσπαθούσα αδιαλλείπτως να αποκτήσω φίλους. Από τότε τα πάντα έχουν αλλάξει. Μόνο που ξέρω πια να γράφω για να εκφραστώ και ναι μεν δεν έχω κήπο όπως είχαμε τότε, αλλά μπορώ να πηγαίνω όπου θέλω και να λερώνομαι όσο θέλω. Κήπος μου τώρα είναι η γραφή.

Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;
Νομίζω ότι είμαστε πολύ μικροί για να θεωρήσουμε τον εαυτό μας επίγονο κάποιου μεγάλου ποιητή και ο τόπος μας βρίθει μεγάλων. Ας απαντήσω λοιπόν με την αφέλεια των δεκατριών μου χρόνων μου όταν πρωτοδιάβασα Ρίτσο: «Αυτός γράφει σαν κι εμένα (!) αλλά γράφει καλύτερα από μένα». Σταμάτησα μάλιστα να γράφω για τρία χρόνια αφού είχα βρει τον καλύτερο... Σήμερα γνωρίζω ότι δεν δικαιούμαι να κάνω συγκρίσεις και αναφορές, είμαι η σύμφυρση των διαβασμάτων μου.

Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι' αυτές;
Το θέμα δεν έχει αντιμετωπιστεί ακόμη πλήρως από τους νευρολόγους, η αναζήτηση συνεχίζεται. Μπορώ να σας πω πως έγραψα ένα ποίημα μετά τις 11/9 αλλά όχι ένα ερωτικό ποίημα. Χτες έγραψα ένα διήγημα και το ονόμασα «Αδελφότητες»· μου είναι αδύνατον να καταλάβω πως του έβαλα αυτόν τον τίτλο μια και ποτέ δεν είχα σχέση ούτε με αδελφότητες ούτε με αδέλφια. Επιχειρώντας την εκλογίκευση για τη χρησιμοποίηση της λέξης σκέφτηκα πως ίσως έχω επηρεαστεί από αμερικάνικες ταινίες για τα πανεπιστήμια και τις εκεί fraternities ή sororities. Κάπου αλλού έχω τη λέξη «όμνυμι» που είναι πολύ βαριά λέξη για μένα, προφανώς μου ήρθε γιατί το λεξικό της μνήμης ήθελε να τοποθετήσει κάτι πιο σύνθετο από το «ορκίζομαι». Ή μου έρχεται μια εικόνα και νομίζω πως είναι από τον Καναδά, που δεν έχω πάει ποτέ, αλλά είμαι πεπεισμένη ότι είναι από εκεί. Απομένει μεγαλύτερη διερεύνηση στους νευρώνες.

Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;
Υπάρχει άραγε χώρος χωρίς αψιμαχίες; Οι δημοσιογράφοι αλληλοσφάζονται και μάλιστα -ειδικά αυτοί- σπάνια με το μπαμπάκι, οι αρχαιολόγοι, οι αρχιτέκτονες, οι σεισμολόγοι, ακόμη και οι γιατροί και οι μανάβηδες! Σ' ένα χώρο μάλιστα που η έπαρση περισσεύει είναι λογικό να υπάρχουν αψιμαχίες. Θέλω να πιστεύω και να ελπίζω ότι όσο περνούν οι δεκαετίες οι διαφωνίες τους θα είναι λιγότερο καθαρά πολιτικές και περισσότερο ουσιαστικές για το αντικείμενο του μόχθου τους. Πολλές φορές ηρωποιούμε τους καλλιτέχνες και ξεχνάμε ότι φέρουν κι αυτοί όλα τα ανθρώπινα πάθη, ενδεχομένως και εντονότερα από τους υπόλοιπους. Θλίβομαι ωστόσο που σπανίως πεζογράφοι παρευρίσκονται σε ποιητικές εκδηλώσεις και τούμπαλιν.

Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;
Διάβασμα-διάβασμα-διάβασμα!

Πώς ορίζετε το ποίημα που «αντέχει στον χρόνο»;
Δείτε τα γνωστά μας έπη από την «Ιλιάδα» και την «Αινειάδα» μέχρι το «Αξιον Εστί» ή τη «Ρωμιοσύνη». Αγγίζουν την αίσθηση της κοινότητας των ανθρώπων κι ας περιγράφουν θεούς ή «θεϊκές», με την έννοια τού «ηρωικές πράξεις». Ενώνουν ανθρώπους, περιοχές, ενίοτε και λαούς όπως εκείνος ο Υδραίος στο «Μπολιβάρ» που βρέθηκε αναπάντεχα στη Λάρισα ή πάλι το Canto General που έγραψε θαρρείς ο Χιλιάνος του Καββαδία για να συναπαντήσει Ελληνα μουσικοσυνθέτη και να τραγουδηθεί από έναν λαό στην άλλη άκρη της γης. Τα πιο εσωτερικά ποιήματα γιορτάζουν περισσότερο το είναι μας και, όταν αυτό συμπίπτει με το είναι άλλων ανθρώπων, επέρχεται μια στιγμιαία αποκάλυψη που είναι όμως από σημαντική έως συμπαντική. Γι' αυτό και πέρα από τους Καβάφηδες και τους Σεφέρηδες έχουμε ανάγκη και τους Σιακαντάρηδες και τους Μπράβους. Συμβαίνουν αυτά και αλλαχού: Στα κιτάπια της βρετανικής ποίησης συνυπάρχουν ένας Κόλριτζ και ένας Λάρκιν. Μακάρι να προχωρήσει κι εδώ η έρευνα και πέρα από τη Μυρτιώτισσα και την Πολυδούρη να μάθουμε και για τις Ρουκ και τις Κυρτζάκη κάθε εποχής,να τις διαβάζουμε, αγαπούμε και τιμούμε εν ζωή.
Γράφει ο Αντώνης Σκιαθάς





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [21:43:19]