ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


 Αγνοούμενος και αγνοημένος

Αγνοούμενος και αγνοημένος



Η ιστορία του λοχαγού Νίκου Κατούντα έχει αναδειχθεί από τον τοπικό τύπο, κάτι που οφείλεται σε πρωτοβουλίες των ελληνοκυπριακών πυρήνων της Αχαϊας. Την περασμένη Δευτέρα, η περίπτωση φωτίστηκε σε ευρεία έκταση, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Σάββα Καλεντερίδη, ενός ανθρώπου με σφοδρά πατριωτικά αισθήματα, που το πανελλήνιο τον έμαθε ως στέλεχος των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, όταν είχε γίνει το τρομερό μπλέξιμο με τον ηγέτη των Κούρδων Οτζαλάν, οπότε και, αποκαλυφθείς πλέον, ανέπτυξε ανοιχτή πατριωτική δράση.
Ο λοχαγός Κατούντας, αχαϊκής καταγωγής, είχε χάσει τη ζωή του κατά τρόπο που πράγματι προσομοίαζε με τον θρύλο του Λεωνίδα, με τον οποίο τον παραλληλίζει ο Καλεντερίδης. Είχε πάρει πάνω του την υπόθεση της αναχαίτισης του «Αττίλα», το 1974 (αναγκαία η παράθεση της χρονολογίας, διότι η χούντα δεν τελείωσε το '73, ως γνωστόν, αλλά όχι σε όλους γνωστόν). Επεσε από τουρκικά πυρά ενώ είχε χαθεί κάθε ελπίδα, αρνούμενος να εγκαταλείψει τις γραμμές, αλλά και έχοντας διατάξει τους στρατιώτες του να υποχωρήσουν, για να σώσουν τη ζωή τους εκείνοι. Εφυγε υπέρ πατρίδος, συνεπώς, τιμώντας όπλα και ιδανικά, έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι συναντούσε τον θάνατο χωρίς κανένα πρακτικό όφελος πλην του ηθικού. Ανατόμοι που έχουν μελετήσει το ηρωικό φαινόμενο, λένε ότι σε κάτι τέτοιες συνθήκες, κάποιοι άνθρωποι μπορούν να αναπτύξουν μια τέτοια φλόγα, συνεπαρμένοι από το μεγαλείο ή έξαλλοι για το άδικο. Αυτά συνέβησαν κατά κόρον κατά την ελληνική αντίσταση σε ιταλούς και ναζί, από το 1940 μέχρι και την απελευθέρωση. Ισως ο Κατούντας να είχε ζήσει με τέτοιες αφηγήσεις, και υπό τις συνθήκες της εισβολής άναψε η φωτιά εντός του. Εάν είχε και εκείνος υποχωρήσει, σήμερα θα ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας, που θα είχε να λέει ότι είχε πολεμήσει στην Κύπρο, και πάλι θα θαυμαζόταν. Δεν είναι δειλία να εγκαταλείπεις μια μάχη όταν όλα έχουν κριθεί.
Το δυστύχημα για τον Κατούντα, βαρύτερο και από τον θάνατό του ίσως, ήταν ότι επί δεκαετίες η πατρίδα το χειριζόταν ανεπίσημα και στη ζούλα το ζήτημα. Αν παραδεχόμαστε θάνατο ελλήνων στρατιωτών σε κυπριακό έδαφος, θα ήταν σαν να αναγνωρίζουμε στρατιωτική εμπλοκή χωρίς κήρυξη πολέμου μάλιστα, κάτι που θα υποχρέωνε την Τουρκία σε επίσημη αντίδραση.
Κατά τη δεκαετία του '50, η νεολαία έκανε πορείες για τον Αυξεντίου, τον Καραολή, τον Δημητρίου, την Ενωση της Κύπρου για την Ελλάδα. Πορείες μαζικές για τον Κατούντα δεν έγιναν, ούτε θα γίνουν. Πορείες για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο γίνονται ωστόσο, για λόγους που λιγότερο έχουν να κάνουν με τον ίδιο τον Αλέξη, και περισσότερο με δικά μας αισθήματα, κώδικες και ανακλαστικά. Στην μετα-μεταπολιτευτική Ελλάδα, το πολιτικό ζήτημα έγκειται σε μια σχηματική αντιπαράθεση μεταξύ αυταρχικού κατεστημένου και δημοκρατικού κινήματος. Η ιδέα της έξωθεν επιβουλής και του πατριωτικού ιδανικού για πολλά χρόνια θεωρήθηκε υπόθεση αποκλειστικά συμβατή προς την υπερεθνικόφρονα αντίληψη και τα κομματικά της στρατόπεδα. Το ζήσαμε και πρόσφατα, με την υπόθεση των Πρεσπών: Οποιος θεωρούσε ότι η συμφωνία ήταν ελαττωματικά και αψυχολόγητη, έπρεπε να αγωνιστεί για να μην προεξοφληθούν οι γενικότερες αντιλήψεις του. Αυτό είναι και το κρίμα με τον Κατούντα, 45 χρόνια μετά τον θάνατό του. Παρέμεινε ουσιαστικά αφανής, μια ειδική κατηγορία αγνοουμένου ή αγνοημένου στην ίδια την πατρίδα του, δεν έγινε δρόμος το όνομά του, ούτε σχολείο, αλλά και όποιος θελήσει να παραδεχθεί εν μέση οδώ ότι βλέπει στο πρόσωπό του έναν σπάνιο λεβέντη, χρειάζεται να δώσει εξηγήσεις για το ποιόν και τις παρέες του.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [07:47:12]