ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Βούλα Παπαϊωάννου: Ασπρόμαυρη Ελλάδα

Βούλα Παπαϊωάννου: Ασπρόμαυρη Ελλάδα



Γεννήθηκε στη Λαμία στις 18 Σεπτεμβρίου 1898. Γονείς της ήταν ο αξιωματικός του Στρατού, Θεοχάρης Παπαϊωάννου και η Αφροδίτη Παπακώστα. Το 1908 ο πατέρας της μετατέθηκε στην Αθήνα και τον ακολούθησε όλη η οικογένεια. Τελείωσε τη σχολή Saint-Joseph και σε ηλικία 18 ετών απέκτησε επάρκεια διδασκαλίας στη γαλλική γλώσσα. Μιλούσε επίσης άριστα αγγλικά και ιταλικά. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στη φιλολογία, στην αρχαιολογία, στη μουσική και στις τέχνες γενικότερα. Γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών το 1917 για να σπουδάσει ζωγραφική, την οποία εγκατέλειψε τον επόμενο χρόνο λόγω της αρρώστιας και του θανάτου της αδερφής της Φούλας. Με τη ζωγραφική, ωστόσο, ασχολήθηκε πολλά χρόνια, μέχρι να την κερδίσει η φωτογραφία ολοκληρωτικά. Το 1926 παντρεύτηκε τον στοχαστή, λογοτέχνη και τεχνοκριτικό Ιωάννη Ζερβό. Είχε έτσι την ευκαιρία να κάνει πολλά ταξίδια και να γνωρίσει σπουδαίους πνευματικούς ανθρώπους, όπως τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, τον Γρηγόριο Ξενόπουλο κ.ά.
Η συστηματική ενασχόληση της με τη φωτογραφία ξεκίνησε στο τέλος της δεκαετίας του 1930, μετά τη διάλυση του γάμου της, και διήρκεσε για μία τριακονταετία περίπου, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Είχε την ευκαιρία να αποκτήσει κάποιες γνώσεις της φωτογραφικής διαδικασίας, βοηθώντας τον αδελφό της στον σκοτεινό θάλαμο. Αυτός ήταν ερασιτέχνης και ασκούσε το χόμπι του ως μέλος εκδρομικών σωματείων, αποθανατίζοντας την ελληνική ύπαιθρο. Ο διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Αλέξανδρος Φιλαδελφέας, πρότεινε στην Παπαϊωάννου να φωτογραφίσει τα εκθέματα του μουσείου με σκοπό να δημιουργηθούν καλής ποιότητας κάρτες, για τους επισκέπτες. Στη συνέχεια φωτογράφισε τοπία της Μύκονου, μοναστήρια της Αττικής και ιαματικές πηγές της Ελλάδας. Ανέφερε σε συνέντευξή της: «Είχα πάρει μια παραγγελία μεγάλη από το υπουργείο για να βγάλω το "Λεύκωμα των Αθηνών". Είχα μάλιστα συνεννοηθεί με τον Ζαχαρία Παπαντωνίου να πάμε μαζί να μου δείχνει αυτός ορισμένες μεριές των Αθηνών που αγαπούσε. Κι άρχισα να κάνω τα "Μοναστήρια της Αττικής" και μαζί τις "Ιαματικές Πηγές"».
Τη δεκαετία του 1950, με την προσωπική της φωτογραφική ματιά, αποτύπωσε τη μεταπολεμική εικόνα της Ελλάδας και την πρόβαλε μέσα από τουριστικά έντυπα και φωτογραφικά βιβλία. Μάλιστα δύο σημαντικές εκδόσεις, La Grèce à ciel ouvert και Illes Grecques, από τον ελβετικό οίκο Clairefontaine/Guilde du Livre διέδωσαν τις φωτογραφίες της πέρα από τα σύνορα της χώρας. Οι προσωπικότητες της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της εποχής λείπουν από το έργο της. Φωτογράφισε όμως τον Κωστή Παλαμά νεκρό, καθώς και τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη σε μεγάλη ηλικία.
Υπήρξε διευθύντρια του τμήματος φωτογραφίας της UNRA (1946—1950). Το 1952 υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας (ΕΦΕ) και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Φωτογραφικής Τέχνης (FIAP). Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 αποσύρθηκε σταδιακά από την ενεργό δράση, λόγω σοβαρών προβλημάτων όρασης, διατηρώντας ωστόσο θαυμαστή πνευματική διαύγεια. Εζησε αποτραβηγμένη, κοντά στους οικείους της, με αποτέλεσμα το έργο της να ξεχαστεί.
Οι φωτογραφίες της χωρίζονται σε τέσσερις ενότητες: Προπολεμικές φωτογραφίες (1935-1940), Πόλεμος - Κατοχή - Απελευθέρωση - Δεκεμβριανά (1940-1945), Μεταπολεμικά χρόνια (1945-1950), Τοπιογραφία (1945-1950). Το 1962 έλαβε τον τιμητικό τίτλο Artist FIAP. Το 1976 παρέδωσε το σύνολο του έργου της στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη. Κάνοντας χρήση του υλικού αυτού, το 1989, το Μουσείο οργάνωσε την πρώτη ατομικής της έκθεση. Δεν κατάφερε να παρευρεθεί η ίδια στα εγκαίνια, λόγω της κλονισμένης υγείας της. Εφυγε από τη ζωή το 1990. Κυκλοφορεί το βιβλίο «Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη» (Εκδόσεις Αγρα/Μουσείο Μπενάκη). Τον Μάιο του 2018 είχε φιλοξενηθεί, στη Δημοτική Πινακοθήκη Πατρών, έκθεση της με τίτλο: "Η μεταπολεμική φωτογραφική απεικόνιση της Ελλάδας, 1950 - 1960''. Είχε πει σε μια συνέντευξή της το καλοκαίρι του 1989: «Η φωτογραφία ήταν επάγγελμα και ερασιτεχνισμός μαζί. Σε μένα άρχισε ως ερασιτεχνισμός και παρέμεινα πάντοτε ερασιτέχνης. Δεν το έκανα επάγγελμα. Ποτέ δεν ήθελα και έλεγα πάντοτε ότι, δόξα τω Θεώ, δεν έχω ανάγκη να κάνω τη φωτογραφία βιοποριστικό επάγγελμα. Η τέχνη δεν μπαίνει στον βιοπορισμό. Νομίζω, οποιαδήποτε τέχνη κι αν έκανα…».

Εβλεπε μόνο με την καρδιά
Με την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο του 1940 η Βούλα Παπαϊωάννου, έχοντας γνώση της δύναμης του φακού, ζήτησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως πολεμική ανταποκρίτρια. Δεν έγινε δεκτό, λόγω του φύλου της. Παρέμεινε στην Αθήνα και απαθανάτισε τις αλλαγές στη φυσιογνωμία της πόλης και στη ζωή των κατοίκων της. Φωτογράφισε χιουμοριστικά σκίτσα με τον Μουσσολίνι, συνθήματα στους τοίχους και ένα σωρό καθημερινές σκηνές. Στην Κατοχή, το πρώτο που απαγορεύτηκε ήταν οι φωτογραφικές μηχανές. Δούλευε κρυφά, κάνοντας τη δική της αντίσταση. Εχουν πει γι΄αυτήν: «... έπαιρνε τη φωτογραφική της μηχανή όπως παίρνει ένας άντρας το τουφέκι του, το πιστόλι του και χαμένη μέσα στον κόσμο έκανε αντίσταση του ελληνικού ματιού, που έβλεπε μόνο με την καρδιά, και της ελληνικής μνήμης...». Κάλυψε συγκεκριμένα γεγονότα με σειρά από εικόνες, όπως την υποδοχή των πρώτων τραυματιών, την ετοιμασία ρουχισμού από τις γυναίκες για τους στρατευμένους κ.ά. Το λεύκωμα με τίτλο «Οι τραυματίαι μας» περιλαμβάνει 161 φωτογραφίες χωρισμένες σε θεματικές ενότητες.Ταυτόχρονα φωτογράφιζε για λογαριασμό της ανθρωπιστικής οργάνωσης NEF (Near East Foundation). Οι φωτογραφίες εκείνες κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό μέσω του Διεθνούς και Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού και συνέβαλαν στην άμεση αποστολή τροφίμων. Οι Ιταλοί τις έβλεπαν αναδημοσιευμένες σε ξένα περιοδικά ή σε εφημερίδες και ήξεραν ότι μια γυναίκα τις έστελνε. Συγκλονιστικό ήταν το ''Λεύκωμα της Πείνας''. Το «Μαύρο Λεύκωμα», όπως το αποκαλούσαν οι δημιουργοί του, περιλαμβάνει 83 θέματα, με πορτρέτα παιδιών και ενηλίκων στα πρόθυρα του θανάτου από την ασιτία, επικολλημένα σε 56 σελίδες από μαύρο χαρτόνι, χωρίς λεζάντες. Μετά την αποχώρηση των κατακτητών, ως φωτογράφος ξένων αποστολών, κατέγραψε την τραυματισμένη ελληνική ύπαιθρο, τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της και την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας στον απόηχο του Εμφύλιου.

«Η φωτογραφία είναι μόνο η έκφραση»
Η δουλειά της εντάσσεται στο ρεύμα της «ανθρωπιστικής φωτογραφίας» που αναπτύχθηκε ως αντίδοτο της κατάλυσης των ανθρωπίνων αξιών εξαιτίας του πολέμου και έκφραζε την αισιοδοξία που επικρατούσε μετά, για το μέλλον της ανθρωπότητας.
Το έργο της χαρακτηρίζεται από διακριτική συναισθηματική συμμετοχή στο θέμα, χωρίς ρητορεία και ελεγειακούς τόνους και από λιτότητα στη σύνθεση και τη σημειολογία των εικονογραφικών στοιχείων. Η δύναμη του φακού της αναδεικνύεται ιδιαίτερα στα πορτρέτα. Η φωτογραφία έχει την ικανότητα να πλησιάζει τους ανθρώπους που επιλέγει να φωτογραφίσει χωρίς να τους παρενοχλεί, με αποτέλεσμα να διατηρούν τη φυσικότητα στην έκφρασή τους, ακόμα και όταν η λήψη έπρεπε να είναι σκηνοθετημένη. Η ίδια το επιβεβαίωνε: «Εγώ έλεγα πάντα ότι η φωτογραφία είναι μόνο η έκφραση... Η έκφραση δείχνει τον άνθρωπο χωρίς φτιασίδι, χωρίς στολίδια». Η έμφαση προς τους εικονιζόμενους δηλώνεται, με τον φωτισμό επικεντρωμένο επάνω τους και την αφαίρεση των λοιπών εικονογραφικών στοιχείων. Κυρίως όμως με το βλέμμα τους, που στραμμένο είτε προς τον φακό είτε εκτός κάδρου, σοβαρό, στοχαστικό ή αποφασιστικό, αντανακλά το βλέμμα της ίδιας της φωτογράφου.

*Από την Έντυπη Έκδοση. Επιμέλεια Χριστίνα Καρποντίνη, μαθηματικός.







Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[10:13]  Ειρήνη Ιωαννίδου: «Με ωθεί η ανάγκη...
[χθες 13:39]  Γ. Ντάνος: Μια αχαϊκή μπύρα...
[χθες 14:38]  Διονύσης Σιμόπουλος: Προτιμώ...
[χθες 08:28]  «TRIP» και «Πρόσωπα της Χρονιάς...
[χθες 13:55]  Αθηνά Χριστοπούλου: Ο καρκίνος...
[χθες 14:36]  Σταματοπούλου-Τζελέπη: Μια...
[χθες 13:16]  Πάτρα: Νέα σελίδα για τη χορωδία...
[χθες 11:26]  Γιώργος Δίπλας: Με ήχους, φθόγους...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [18:17:42]