ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Τι να μας κάνει η νύξ;

Τι να μας κάνει η νύξ;



Ποιός είναι ο παράγοντας που καθορίζει ποιές λέξεις διασώζονται και ποιές ηττώνται στην πάροδο του χρόνου; Η απάντηση δεν είναι εύκολη και δεν είναι μία. Συσχετίζεται, ασφαλώς, με τους μηχανισμούς που καθορίζουν ποιοί γλωσσικοί τύποι περνούν ή διατηρούνται στην καθομιλουμένη. Κατά βάση, η λεγόμενη «δημοτική» επικρατεί της καθαρεύουσας (της λόγιας, πιο σωστά), αλλά δεν ξέρουμε εάν αυτό αποβαίνει πάντα υπέρ της γλώσσας και του πλούτου της. Τις προάλλες ο δημοσιογράφος Ν. Μπακουνάκης σχολίαζε ότι προτιμάει τον όρο storytelling αμετάφραστο, γιατί ο όρος «αφήγηση» δεν αποδίδει σε εύρος το νόημά του. Σωστό, πλην ίσως τη λύση θα μπορούσε να την έδινε το απαρέμφατο «αφηγείσθαι», που μπορεί να δηλώνει όχι μόνο την πράξη αλλά και την τεχνική, τη δεινότητα, τη φιλοσοφία, την εξέλιξη, την ιστορία και τις «σχολές» της αφήγησης, πλην καταφέραμε να βγάλουμε τα απαρέμφατα από τη ζωή μας, με μερικές εξαιρέσεις που πάντως μας βοηθούν να καταλάβουμε την τεράστια χρηστικότητα του τύπου αυτού: Ποιά λέξη θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα την έννοια του «φέρεσθαι», του «λακωνίζειν», του «ζην»;
Το «θέρος» ηττήθηκε κατά κράτος από το «καλοκαίρι», μολονότι είναι δισύλλαβο, καλόηχο και νοηματικά πληρέστερο: Το καλοκαίρι δεν έχει πάντα καλοκαιρία. Η λέξη επιζεί στα παράγωγά της, μιλάμε για παραθεριστές, θερινά σινεμά, θερινή ραστώνη. Οταν, βέβαια, θέλουμε να αστειευτούμε, λέμε «το έκανε καλοκαιρινό». Αν λέγαμε «το έκανε θερινό» πιθανόν να μη γινόμαστε σαφείς. Ορισμένες φράσεις χρειάζονται μία συγκεκριμένη λέξη, ειδάλλως δεν λειτουργούν ή αλλάζουν περιεχόμενο.
Οι κανόνες της συνύπαρξης σε υποχρεώνουν να προσαρμόζεσαι, όχι μόνο για την ανάγκη της συνεννόησης, αλλά και για να αποφεύγεις τον οικτρό κίνδυνο της γραφικότητας. Αν ρωτήσεις την παρέα «πώς περάσατε το θέρος;», θα νομίσουν ότι σατιρίζεις την καθαρεύουσα ή ότι κάτι σε πείραξε. Είναι αδύνατο να πας κόντρα στο ρεύμα, ακόμα και αν προσπαθήσεις να εισάγεις την ελληνική λέξη έναντι της καθιερωμένης ξενης. Ο ανελκυστήρας είναι καλός μόνο για τα τεχνικά εγχειρίδια ή τη νομοθεσία, το ασανσέρ τον έχει κατατροπώσει. Ο γεμιστήρας, ο δόλιος, έχει αλλάξει φύλο: Γενικά θεωρείται ότι είναι γένους θηλυκού, η γεμιστήρα δηλαδή, επειδή τόσο ο γεμιστήρ, όσο και τα θηλυκά γεννούν. Ο συνειρμός τον θηλυκοποίησε, κάτι που περιέργως έπαθε και ο σωλήν, που έγινε σωλήνα, διότι αντί να βλέπουμε το σκληρό εξωτερικό του, μας εμπνέει το άδειο εσωτερικό του, το οποίο δέχεται υγρά. Η υδραυλική είναι αφροδισιακή τέχνη.
Επιστρέφουμε στη θερινή συνθήκη. Αυτές τις ημέρες η καλλιτεχνική ομάδα Χειλάκη- Δούνια- Μαξίμου, περιοδεύει με το Ονειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, που οι παλιότεροι το γνωρίσαμε ως Ονειρο Θερινής Νυκτός. Ενώ οι όροι αυτοί σημαίνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα, στην πορεία της ζωής έτειναν να αποκλίνουν.
Αν έχετε διαβάσει το έργο, θα ξέρετε ότι ο Σέξπιρ αναφέρεται σε παραίσθηση που υφίστανται οι ήρωες επειδή έχουν μαγευτεί. Με τα χρόνια, το Ονειρο Θερινής Νυκτός αυτονομήθηκε ως φράση, γιατί είθισται να χρησιμοποιούμε παροιμιωδώς τίτλους καθιερωμένων έργων του πολιτισμού: Κατέληξε να σημαίνει φαντασιοπληξία στην οποία βυθίστηκε κανείς επειδή τον βάρεσε η ζέστη. Το Σεξπιρικό έργο όμως μιλά για την ερωτική έλξη που μας ασκεί ένα αντικείμενο πόθου, εννοώντας ότι η έλξη πηγάζει μεν από την υποκειμενική εντύπωση που μας προκαλεί ένα πρόσωπο, καταλήγει όμως να μας επιβάλει να βλέπουμε στο πρόσωπο στοιχεία που δεν υπάρχουν, αλλά επειδή τα θέλει η έλξη για να δικαιολογείται. Η έλξη επιβάλλει τον εαυτό της, με παραπλάνηση. Και δεν είναι ζήτημα μαγείας, βέβαια, αλλά φυσική επιταγή. Ποιητικά μιλώντας, ωστόσο, μπορείς να δεις την έλξη σαν θεότητα. Το έκαναν οι αρχαίοι πριν τον Σέξπιρ.
Το Ονειρο Θερινής Νυκτός, εξηγμένο από το έργο του συγγραφέα, είναι μια περιπαικτική αναφορά σε φρούδες ελπίδες και πλάνες. Και συνεπώς ορθά οι συντελεστές του έργου επιλέγουν να αποδώσουν τον τίτλο στη νέα ελληνική, για να το προφυλάξουν, όσο είναι δυνατόν, από τον προϊδεασμό που προκαλεί η συσχέτιση της πλάνης όπως την ήθελε ο Σέξπιρ από τη χονδροειδή αυταπάτη στην οποία μας παραπέμπει η καθαρευουσιάνικη μετάφραση.
Αλλά να πείτε της λόγιας γλώσσας να μη φύγει. Τη χρειαζόμαστε. Αν θέλουμε να σατιρίσουμε έναν φίλο που ματαιοπονεί, δεν θα τα καταφέρουμε καταλογίζοντάς του Ονειρα Καλοκαιρινής Νύχτας. Μπορεί και να νομίσει ότι του μιλάμε τρυφερά. Αν όμως του χρεώσουμε Ονειρα Θερινής Νυκτός, θα καταλάει αμέσως το σκώμμα. Σκώμμα. Καθαρευουσιάνικο είναι. Σημαίνει «πείραγμα», αλλά και όχι. Το πείραγμα μπορεί και να είαι ερωτικό, χαδιάρικο, κολακευτικό. Το σκώμμα είναι σκέτο μαστίγωμα. Βλέπεις, η καθαρεύουσα είναι γεμάτη μεταλλικούς ήχους, και η χρήση τους είτε πονάει είτε εξ ανακλάσεως παράγει μια κωμική αντίφαση. Αντίφαση επίσης γεννά η αντιστροφή της χρήσης ενός σοβαρού, αυστηρού όρου για μια κωμική κατάσταση. Αυτό βέβαια ισχύει μεταξύ κατόχων της γλώσσας και της ιστορικότητάς της. Οσο αυτοί φθίνουν, η χρήση των όρων της λόγιας γλώσσας, απλά δεν θα σου επιτρέπει να γίνεσαι κατανοητός, κι έτσι δεν θα γελά ο μωρός, καν τι γελοίον ή, γιατί δεν θα καταλαβαίνει τη φράση.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [00:40:15]