ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Το μοναστήρι ως στρατόπεδο

Το μοναστήρι ως στρατόπεδο



Του ΙΩΑΝΝΗ ΜΟΣΧΟΥ, Αρχαιολόγου
Μέρος E΄
Η μονή του Ομπλού είχε οργανωθεί από τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης του 1821 ως χώρος στρατωνισμού των επαναστατικών σωμάτων και εφοδιαζόταν με υλικά και τρόφιμα τακτικά, κυρίως από εισφορές μοναστηριών και πλουσίων αλλά εν μέρει και από τις λεηλασίες των οθωμανικών οικιών μέσα στην πόλη των Πατρών. Από εδώ ελεγχόταν σε μεγάλο βαθμό η Πάτρα και επιτηρούνταν στενά η πολιορκία του φρουρίου, ενώ ως στρατηγική θέση είχε σημαντικό ρόλο σε πολλές μάχες στην ευρύτερη περιοχή και μέχρι την Πάτρα (Γηροκομείο, Σαραβάλι, Ριγανόκαμπος, Εγλυκάδα).
Καθημερινές εφορμήσεις ενεργούσε ο Παν. Καρατζάς, που προκαλούσε δολιοφθορές και αποτελούσε τον τρόμο των κλεισμένων στο Κάστρο Οθωμανών, σύμφωνα με μαρτυρία στα απομνημονεύματα του Παλαιών Πατρών Γερμανού. Εκεί διατηρούσαν και το στρατιωτικό τους σώμα οι Κουμανιώτες, οι οποίοι ανασύνταξαν την πολιορκία της πόλης το Μάιο του 1821 και επανήλθαν μετά από την πυρπόληση της μονής τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Εφυγαν προσωρινά μετά από τη δολοφονία του Παν. Καρατζά στην είσοδο του μοναστηριού, αλλά συνέχισαν τη δραστηριότητά τους συμμετέχοντας στη μάχη του Γηροκομείου το επόμενο έτος, όταν και ο Θάνος Κουμανιώτης προτάθηκε ως αρχηγός της πολιορκίας της πόλης.
ΣΤΡΑΤΕΥΜΑ 3000 ΑΝΔΡΩΝ
Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς αναφέρεται ότι στον Ομπλό βρισκόταν ελληνικό στράτευμα 3.000 ανδρών με τους Ζαΐμη, Χαραλάμπη, Λόντο, Σισίνη, Πετιμεζά, Καρατζά, Κουμανιώτες και άλλους οπλαρχηγούς της Αχαΐας.
Στο μοναστήρι κατέληγαν και όσοι φιλέλληνες έφταναν στην Πάτρα για να συνδράμουν στον Αγώνα, μεταξύ των οποίων ο Γάλλος Raybaud, που εξέδωσε το 1824 στο Παρίσι το χρονικό της Επανάστασης, αλλά και ο Αγγλος συνταγματάρχης Gordon.
Για τη συντήρηση του στρατοπέδου του Ομπλού ο Ιω. Παπαδιαμαντόπουλος είχε μεταφέρει για τις ανάγκες σίτισης 5.000 οκάδες λάδι, όσο βρέθηκε στις αποθήκες του όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Στη μονή κατέφευγε για προστασία και άμαχος πληθυσμός της πόλης και διέμενε για σύντομα διαστήματα, ανάλογα με την έκβαση της πολιορκίας και του πολέμου.
ΕΠΙΔΕΣΜΟΙ ΑΠΟ ΧΟΡΤΑ
Υπήρχαν εκεί φούρνοι και μαγειρεία και ετοιμαζόταν το ψωμί για όλο το στράτευμα ενώ οι Ανδρ. Ζαΐμης και Θάνος Κανακάρης ήταν υπεύθυνοι για τη λειτουργία ενός υποτυπώδους νοσοκομείου για τους τραυματίες των μαχών. Το νοσοκομείο όμως δεν διέθετε χειρούργο και ιατρικά εργαλεία, ούτε ακόμα και πανιά για την επίδεση των πληγών και πολλοί από τους τραυματίες πέθαιναν από αιμορραγία. Σημειώνεται δε ότι τα τραύματα επιδένονταν με χόρτα.
Οι μοναχοί του Ομπλού συμμετείχαν ένοπλα στον Αγώνα και έλαβαν μέρος στις μάχες της περιοχής. Σε πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Μ. Ρούφος το 1834 αναφέρεται ότι ένας από αυτούς σκοτώθηκε πολεμώντας και δύο ακόμα τραυματίστηκαν. Ηδη από το 1824 η μονή είχε ζητήσει από το Βουλευτικό εθνική γη για καλλιέργεια, καθώς «συνέβαλεν εις τας πολιορκίας, εθυσίασε και έπαθε πολλά». Μεγάλο μέρος της περιουσίας της χάθηκε ή καταστράφηκε και όταν η κατάσταση δυσκόλεψε, οι μοναχοί κατέφυγαν στην Κεφαλονιά με τα διασωθέντα κειμήλια ενώ άλλοι με τα ζώα που είχαν απομείνει περιφέρονταν στα ορεινά των Πατρών. Επέστρεψαν μετά από την απελευθέρωση μαζί με όσα περισώθηκαν και ξεκίνησαν την ανακατασκευή και την επαύξηση των υπαρχόντων, δανειζόμενοι αλλά και εγγεγραμμένοι στους φορολογικούς καταλόγους, καταβάλλοντας τον αναλογούντα φόρο από το 1830. Το έτος αυτό είχαν κατορθώσει να υπερδιπλασιάσουν τα ζώα που είχαν μετά την επιστροφή τους το 1827 και είχαν εντείνει τις προσπάθειές τους για την καλλιέργεια της γης, υπήρχαν δε στα κελιά δεκατρείς μοναχοί και δύο καλογριές και απασχολούνταν και μερικοί ιδιώτες.
Τα κελιά ανακατασκευάστηκαν και ο μεταβυζαντινός ναός επισκευάστηκε. Το 1839 αγοράστηκαν από το Μέγα Σπήλαιο και τοποθετήθηκαν σε εικονοστάσια οι εικόνες του Χριστού και των Εισοδίων. Πατρινοί αφιέρωσαν την εικόνα της Αναλήψεως το 1849, καθώς η μονή εόρταζε εκτός των Εισοδίων και την ημέρα της Αναλήψεως έως το 1880.
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΙΑΣ
Σημαντικές είναι οι εικόνες του Κ. Χατζηασλάνη, γνωστού ως Βυζαντίου λόγω της καταγωγής του από την Κωνσταντινούπολη, ο συγγραφέας του πρώτου μετεπαναστατικού θεατρικού έργου, της Βαβυλωνίας. Είναι αυτός που αγιογράφησε την οροφή του παλαιού ναού του Αγίου Ανδρέα, στον οποίο διασώζεται και φορητή εικόνα, ενώ άλλη εικόνα του υπάρχει στο ναό της Αγίας Φωτεινής. Το 1863 υψώθηκε και το καμπαναριό, αφού στην τουρκοκρατία δεν επιτρέπονταν οι κωδωνοκρουσίες.
Η μονή συνέβαλε με την περιουσία της στην αποκατάσταση των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής μέσω και αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής χρησιμοποιήθηκε ως νοσοκομείο των ανταρτών και οι κατακτητές έκαψαν τη νότια πτέρυγα, όχι όμως ολόκληρο το μοναστήρι.

Την επόμενη εβδομάδα: Το Τείχος των Δυμαίων





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[χθες 10:51]  Μετά τη μάχη στα Καύχηλα
[χθες 18:43]  Το ελάχιστον που οφείλουμε στους...
[χθες 18:42]  Παναιγιάλειος Ένωση Συνεταιρισμών...
[χθες 12:13]  Περιμένοντας τους βαρβάρους
[χθες 14:30]  Το νέο αναπτυξιακό μας αφήγημα
[χθες 10:13]  Οι οκτώ πυλώνες στήριξης που έχει...
[χθες 09:56]  Μια οικονομία που να δουλεύει για...
[χθες 09:23]  Το ελάχιστον που οφείλουμε στους...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [00:35:42]