ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ο Μιχάλης Μακρόπουλος στην «ΠτΚ»: «Η γλώσσα είναι πλέον για μένα μια διαρκής έγνοια»

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος στην «ΠτΚ»: «Η γλώσσα είναι πλέον για μένα μια διαρκής έγνοια»



Συνέντευξη στην ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ
Με κάθε νέο του βιβλίο προστίθεται ακόμα ένα διαμαντάκι στο λογοτεχνικό στερέωμα. Αυτή τη φορά, το «Μαύρο νερό» (εκδ. Κίχλη), με θέμα μια οικολογική καταστροφή και τις συνέπειές της σε φύση και ανθρώπους, γεννήθηκε από την επικαιρότητα. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος μιλάει στην «ΠτΚ» για την επιτακτική ανάγκη να γράψει τη νουβέλα του, εξηγεί τη συμπεριφορά των ηρώων του και κάποια στοιχεία της ιστορίας, ενώ διευκρινίζει γιατί, αν και ποιητικός ο λόγος του, ο ίδιος είναι «ανίκανος», όπως λέει, να γράψει ποίηση.
Στο «Μαύρο νερό», το σκηνικό είναι τα βουνά της αγαπημένης σας Ηπείρου, με μια οικολογική καταστροφή να δηλητηριάζει φύση και ανθρώπους. Ακούσατε κάποια «κραυγή», ή ήταν κάτι άλλο που «κινητοποίησε» τον νου και το χέρι σας;
Τον περασμένο Ιούλιο καταλάβαμε πως σ' όλη την περιοχή γίνονταν, κάπως στα μουλωχτά, δοκιμαστικές γεωτρήσεις για υδρογονάνθρακες. Η σχετική ενημέρωση των κατοίκων ήταν σχεδόν ανύπαρκτη -και πολλοί, βέβαια, δεν νοιάζονταν ούτε νοιάζονται να μάθουν τι πρόκειται να συμβεί, ή βλέπουν στις εξορύξεις μια ευκαιρία για οικονομική ανάκαμψη της περιοχής κι άνοιγμα θέσεων εργασίας. Μακάρι να μοιραζόμουν την αισιοδοξία τους -ενημερώθηκα, όσο μπορούσα, σχετικά με το τι έχει συμβεί στην Μπαζιλικάτα στην Ιταλία, που το ανάγλυφό της είναι ανάλογο με της Ηπείρου, καθώς και σχετικά με τις διάφορες μεθόδους εξόρυξης. Και τότε συνέβη, επίσης, το Μάτι. Είδα έντρομος το χάσμα που ανοίχτηκε ανάμεσα στις ανάλγητες κεφαλές του κρατικού μηχανισμού και στον απλό άνθρωπο, και γεννήθηκε το «Μαύρο νερό» ως κάτι επιτακτικό, που έπρεπε να γραφτεί.

Το βούισμα του λεωφορείου που ερχόταν στο ρημαγμένο χωριό κάθε Παρασκευή «ήταν ένα νήμα που ξετυλιγόταν απ' τον κόσμο προς το μέρος τους και τους ένωνε μ' αυτόν». Κι όμως, οι 12 εναπομείναντες κάτοικοι αρνούνται να φύγουν για να ζήσουν σε καλύτερες συνθήκες. Τι υποδηλώνεται -και υποδηλώνετε- μέσω αυτής της απόφασής τους;
Η απάντησή μου εδώ θα 'ναι συνέχεια της προηγούμενης. Στο βιβλίο μου υπάρχει ένα αξιακό σύστημα, και τους λόγους που είναι αυτό κι όχι άλλο τους έθιξα κάπως παραπάνω. Το κράτος στην ιστορία μου είναι ο εχθρός, και γι' αυτούς τους ανθρώπους ό,τι μετρά είναι κατά πρώτον η οικογένεια και κατά δεύτερον η μικρή κοινότητα. Δεν φεύγουν, γιατί τους ζητά το κράτος να φύγουν. Δεν φεύγουν, επειδή ό,τι αγαπούν υπάρχει σ' αυτόν τον δηλητηριασμένο τόπο. Και εντούτοις κάποιοι, το είδατε, αναγκάζονται τελικά να φύγουν. Ομως η αναχώρησή τους είναι θάνατος. Οταν αποχαιρετούν τον Γιάννη Πάντο, ένα χωριανό που φεύγει, γράφω: «Την Παρασκευή μαζεύτηκαν όλοι να περιμένουν το λεωφορείο. Δεν είχαν συνεννοηθεί, αλλά ήταν η δική τους εξόδιος ακολουθία για τον Γιάννη Πάντο, τον εν ζωή νεκρό χωριανό […]». Τέλος, μια ιστορία έχει τη δική της λογική που μου επιβάλλεται. Η λογική τούτης της ιστορίας μου είναι αυτή κι όχι άλλη.

Η μητέρα πεθαμένη, ο 21χρονος γιος ανάπηρος -θύματα και οι δύο της Αρρώστιας- κι ο 53χρονος Πατέρας, που μαζί με τον γιο αγωνίζονται να επιβιώσουν -συντηρούμενοι με την αγάπη τους, φιλτραρισμένο νερό, λιγοστή τροφή και βιβλία. Θα μας πείτε για τη σχέση αυτών των εφοδίων;
Είναι τα βασικά, κυρία Κουνινιώτη. Τροφή για το σώμα. Τροφή για το πνεύμα. Και αγάπη. Καθετί άλλο μπορεί να λείψει -αυτά όχι.

Τα αποσπάσματα που διαβάζουν ο πατέρας στον γιο και τούμπαλιν είναι από Καινή Διαθήκη, Ντοστογιέφσκι και Τολστόι. Πώς καταλήξατε στην επιλογή τους;
Η ιστορία γράφτηκε στο χωριό όπου περνάμε το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού μας. Η επιλογή βιβλίων που είχα ήταν συγκεκριμένη. Μα, έτσι κι αλλιώς είναι η Καινή Διαθήκη, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι! Δεν νομίζω ότι χωρά κάποια συζήτηση…

Υπάρχει κι ένας μικρός διάλογος στα Αλβανικά. Τα γνωρίζετε ή ρωτήσατε για να δώσετε φωνή στους λαθρέμπορούς της ιστορίας σας;
Οχι, δεν γνωρίζω ούτε δύο φράσεις στα Αλβανικά. Εγραψα τους διαλόγους στα Ελληνικά και ζήτησα από τη γειτόνισσά μας τη Ρεζάτα, που 'ναι Αλβανή, να μου τους μεταφράσει. Την ευχαριστώ πολύ.

Ο Ηλίας, ήρωας της νουβέλας σας «Το δέντρο του Ιούδα» ήταν 53 χρονών, όπως και ο Πατέρας στο «Μαύρο Νερό». Υπάρχει λόγος που εμμένετε στη συγκεκριμένη ηλικία;
Πιθανώς, γιατί είμαι 54 χρονών. Αν οι ήρωές μου είναι συνομήλικοί μου, φοράω πιο εύκολα τα παπούτσια τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι μου μοιάζουν κιόλας. Αυτοί είναι «ήρωες» ιστοριών, εγώ είμαι κάποιος που πλάθει ιστορίες.


Η ποίηση, η φωτογραφία και ο χρόνος


«Με τη δύση, ο ουρανός κοκκίνιζε σε μια μακριά και φαρδιά λωρίδα, τα σύννεφα μάτωναν, κι αυτοί τότε έμοιαζαν, Πατέρας και γιος, οι τελευταίοι άνθρωποι στη γη». Γράφοντας, βάλατε τον εαυτό σας στη θέση του Πάτερα σε κάτι αντίστοιχο -υποθετικά μιλώντας;
Κοιτάξτε, η εικόνα έχει καταρχάς κάτι «βιβλικό» που ένιωσα πως ταίριαζε στην ιστορία μου. Πολύ περισσότερο, δε, που αυτή η ιστορία ανήκει στο είδος το αποκαλούμενο post-apocalyptic. Αποκεί και πέρα, αγαπώ πολύ τα παιδιά μου με έναν καθημερινό τρόπο όπου χωρούν τσακωμοί, γκρίνιες κι ωραίες στιγμές, αλλά όχι, τόσο, κινηματογραφικά πανοράματα.

Στις νουβέλες σας μοιάζει να σμιλεύετε τον λόγο, δημιουργώντας, τελικά, ένα πεζογραφικό γλυπτό -αν μπορώ να το θέσω έτσι. Εχετε επιχειρήσει να γράψετε ποίηση;
Καταρχάς, σας ευχαριστώ πολύ. Ναι, η γλώσσα είναι πλέον για μένα μια διαρκής έγνοια. Οσο για την ποίηση -όχι, νομίζω πως είμαι ανίκανος να γράψω ποιήματα. Είμαι ανίκανος, γιατί σκέφτομαι πάντα με ιστορίες, ακόμα κι αν η ιστορία γεννιέται από μια εικόνα, όπως πιθανώς γεννιέται κι ένα ποίημα. Η ποίηση είναι το βασίλειο της ελλειπτικότητας και του υπαινιγμού. Ελλειπτικότητα και υπαινιγμός υπάρχουν βέβαια, ή οφείλουν να υπάρχουν, και σ' ένα πεζό, μα δεν είναι το ίδιο, γιατί μια κύρια έγνοια επίσης του πεζογράφου είναι η αληθοφάνεια, το στήσιμο ενός πλήρους σκηνικού, το προσεχτικό ξετύλιγμα της ιστορίας, και κάπου μέσα σ' όλα αυτά χωράει φυσικά κι ο ποιητικός λόγος. Μα, με την ατόφια ποίηση το πράγμα διαφέρει.

Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι δική σας. Υπάρχει έρωτας και με τη φωτογραφία;
Η φωτογραφία είναι μια άμεση μετατροπή μιας εικόνας σε αφήγηση. Ο,τι διαλέγεις να φωτογραφίσεις, κι ο τρόπος που το φωτογραφίζεις, είναι μια αφηγηματική μετάπλαση του κόσμου. «Βαρύγδουπα» λόγια κάποιου που, ως φωτογράφος, είναι θλιβερά ερασιτέχνης.

Σε παλιότερη συνέντευξή μας, είχατε απαντήσει όσον αφορά στον χρόνο: «Εχω συνεχώς την αίσθηση της έλλειψής του. Είτε κυνηγάω τη δουλειά, είτε με κυνηγάει εκείνη -και στον ανύπαρκτο ελεύθερο χρόνο μου κυνηγάω τα πιτσιρίκια μου». Καθότι ο Ιούλιος σιμώνει στο τέλος καλοκαιρινές «ανάσες» προλαβαίνετε να παίρνετε;
Ο ελεύθερος χρόνος μου εξακολουθεί να είναι λιγοστός, μα κοιτώ εκεί που βρίσκομαι να παίρνω μικρές καθημερινές ανάσες. Στο νησί, πηγαίνοντας για ένα μισάωρο κολύμπι. Στο βουνό, είτε τρέχοντας νωρίς το πρωί είτε πηγαίνοντας για μια βουτιά στο ποτάμι.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ






Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[χθες 14:24]  Σπ.Μαραγκός στην «Π»:Η...
[χθες 22:46]  Ο Σπύρος Μαραγκός στην «ΠτΚ»: «Η...
[χθες 09:52]  Σταύρος Σταμπόγλης: «Καταρράκτης...
[χθες 14:36]  Μ.Μακρόπουλος στην «Π»:Η...
[χθες 09:43]  Ελένη Αρτεμίου:«Ψάχνοντας την...
[χθες 22:41]  Η Χρύσα Λυκούδη στην «ΠτΚ»: «Από...
[χθες 14:30]  Πάτρα:Έκδοση επιστολών από...
[χθες 08:15]  Γ.Συμπάρδης στην «Π»:«Χτίστες της...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [02:35:56]