ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Κάθε ημέρα του Αη Γιαννιού

Κάθε ημέρα του Αη Γιαννιού



Εμβλημα, σύμβολο, συνώνυμο: Καθιερώθηκαν οι όροι αυτοί για ανθρώπους σαν τον Θ. Λοτσάρη, που καταφέρνουν να ταυτίσουν ένα επαγγελματικό αντικείμενο με το επώνυμό τους, την επιχείρισή τους και τη φυσιογνωμία τους με όρους σχεδόν αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας. Παίρνοντας διαστάσεις μικρού ή μεγαλύτερου κοινωνικού φαινομένου. Αυτό ίσχυσε πολύ περισσότερο σε εποχές με όρους απλούστερους, σε πολεοδομικά συγκροτήματα που δεν είχαν κάνει βήματα προς τη συνθετότητα, την πολυεπωνυμία και εν τέλει την ανωνυμία. Σε μια πόλη μικρότερη, τα γλυκά τα προμηθευόσουν από τον τάδε, τα αθλητικά παπούτσια από τον δείνα, κι επίσης τα χαρτικά, τα οπτικά, τα κεριά της εκκλησίας από πολύ συγκεκριμένα και αναγνωρίσιμα καταστήματα. Ακόμα και σήμερα, οι παλιότεροι θυμούνται συγκεκριμένες μουστάρδες σε συγκεκριμένες πατάτες συγκεκριμένων εστιατορίων, μια δωροδοκία των μεγάλων για να βγάζουν τον σκασμό. Κρατάει ακόμα αυτό, αλλά δεν είναι το ίδιο. Αν και για τους μικρότερους, που αγνοούν το παρελθόν και ευλόγως δεν έχουν ακουστικούς λαβυρίνθους γι' αυτό, είναι περίπου το ίδιο. Θα μεγαλώσουν και θα μνημονεύουν τα καταστήματα από όπου τους αγόραζαν οι μαμάδες τους παιχνίδια, σαν να μην υπήρχε παρελθόν πίσω από αυτό, σαν ο Αγιος Βασίλης να μην είχε προηγούμενη ζωή και ορμητήριο.
Ο Θ. Λοτσάρης έφυγε από τη ζωή, έχοντας υπηρετήσει και απογειώσει ένα αντικείμενο συνδεδεμένο με την ελληνική θρησκευτική και κοινωνική παράδοση. Μεγάλη υπόθεση να σου στέλνει ο ίδιος ο θεός τον κόσμο. Τη μια επειδή είναι Χριστούγεννα και θα φάμε τσουρέκι και μελομακάρονα, την άλλη επειδή γιορτάζει κάποιος Νίκος, Γιάννης, Γιώργος και θα του πάμε τούρτα. Σε μαγαζιά σαν το δικό του ήταν βέβαιο ότι θα συναντούσες γνωστούς, όπως στην Ανάσταση, το ίδιο ευλαβικούς ή ανυπόμονους- ανάλογα τον χαρακτήρα- και μεγάλες ουρές: Μια δοκιμασία για τους μικρούς, που είναι μαθημένοι πως τα τραπέζια και οι απολαύσεις πέφτουν από τα δέντρα και δεν εκτιμούν τις γυναίκες που κοπανιούνται δύο εβδομάδες για ένα δείπνο δύο ωρών στο τέλος του οποίου η οικογένεια θα τσακωθεί, στο πλαίσιο του νεοελληνικού κανονισμού να απαγορεύουμε στον εαυτό μας τη μεγαθυμία, σαν τον αρχαίο Χορό, όπου ότι κι αν συμβεί θα πρέπει να του σκούξει ολοφυρόμενος.
Βαθμιαία, τεχνίτες σαν τον Λοτσάρη πέτυχαν να δημιουργούν αφορμές ώστε κάθε ημέρα να είναι του Αη Γιαννιού. Αυγάτεψαν τα κυριακάτικα μεσημέρια όπου ο κόσμος ένιωθε πως αν δεν σερβιριστεί μια μπλακ φόρεστ, το γεύμα έχει αποτύχει. Ηταν η εποχή που απογείωσε τους εργατικούς και ευρηματικούς ζαχαροπλάστες, που ήξεραν να ισορροπούν ανάμεσα στο οικείο και το νεωτερίζον, καταφέρνοντας να εισάγουν το δεύτερο με τους όρους του πρώτου. Βρεθήκαμε να θεωρούμε ότι οι τούρτες φαραώ και οι σοκολάτες με κάστανο ήταν παρακαταθήκη συνομήλικη του γαλακτομπούρεκου, καθαγιασμένη μέσα από τις μήτρες της ιερής οικογενειακής γαστρονομίας. Οι τεχνίτες αυτοί επένδυσαν στην μεταπολιτευτική μας υπογλυκαιμία, μια επίκτητη ανάγκη του ουρανίσκου που εμφυτεύθηκε στη συλλογική μας συνείδηση σαν ανακλαστικό, σαν εξάρτηση, σαν θρήσκευμα, σαν επιβεβαιωτικό κοινότητας. Σαν σφραγίδα ασφάλειας στο οικογενειακό συμβούλιο της αλληλεγγύης. Κι ας σκοτωνόμαστε στο δραματικό φινάλε του δείπνου όπου ο Οιδίποδας διαπίστωνε ότι η μητέρα του ήταν εν τέλει παντρεμένη με τον πατέρα του. Και πώς να το αντέξει; Με μια πάστα ακόμα, φυσικά.
Ο Θ. Λοτσάρης ξεκίνησε σαν μάστορας στον Βοσινάκη. Σαν να λέμε, ο Ιησούς του Ναυή πήρε τα σκήπτρα από τον Μωυσή. Πήρε το ταλέντο του μαζί και άνοιξε το δικό του εργαστήρι με τον αδελφό του. Μια γλυκιά σαξές στόρι. Αλλά η έκβασή της δεν θα ήταν αυτή, εάν δεν υπήρχε δουλειά, ικανότητα, αφοσίωση, θυσία, ανησυχία, παρατηρητικότητα, ανίχνευση των κοινωνικών σφυγμών, και βέβαια ταπεινή καθυπόταξη στους κανόνες της επαγγελματικής πειθαρχίας και του σεβασμού του επαγγέλματος και του ρόλου που επωμίζεσαι. Είσαι εσύ και το αλεύρι, η άχνη, το αυγό, η σιγανή φωτιά, η ζύμη, το σιρόπι, για ώρες, για μέρες, για χρόνια. Δεν τα έχουν πολλοί αυτά. Γι' αυτό και οι άνθρωποι- εμβλήματα ήσαν λόγοι. Πλούτος τους ήταν το επώνυμο τελικά, γιατί και λεφτά να βγήκαν, είχαν πολύ λιγότερο νόημα και πρακτική αξία από όσο μια πλαγιαστή υπογραφή που αναγνωρίζει μια πόλη ολόκληρη, της υποκλίνεται, και τρέχει κάθε απομεσήμερο Κυριακής προς την κατεύθυνσή της, όμοια ο πιστός που ακούει την καμπάνα του.
Ο Μωυσής, η γη της επαγγελίας, το ανθρώπινο κοπάδι. Αλλά-σσστ- πήραμε μαζί τον φαραώ.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [13:30:52]