ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


«Μίλα, μη σωπαίνεις»

«Μίλα, μη σωπαίνεις»



Η «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου, αν και γεννήθηκε αυτοεξόριστη (1957) και ωρίμασε μέσα στις δραματικές συνθήκες του Εμφύλιου και του Ψυχρού Πολέμου, γνώρισε τη Μεταπολίτευση και την επτάχρονη δικτατορία, φτάνοντας ως τη σημερινή εποχή της οικονομικής κρίσης, μπορεί βεβαίως να μεγάλωσε, υπερβαίνοντας το μισό και πλέον αιώνα ζωής αλλά δεν γέρασε. Μέσα από την αλήθεια των μηνυμάτων της, αντιστέκεται στο χρόνο μένοντας ζωντανή μέχρι τις μέρες μας.
Στρατευμένος κομμουνιστής ο συγγραφέας της, κατατρεγμένος μαζί με τη γυναίκα του, την αγαπημένη μας Αλκη Ζέη, από το ελληνικό μετεμφυλιακό κράτος, τη δημιούργησε ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρωσία τη μεταβατική δεκαετία του '50. Πρώτη της παρουσίαση στο θέατρο Βακτάνγκοφ το 1958 και πρώτη της παράσταση εντός ελληνικού εδάφους στο θέατρο Τέχνης το 1964. Εκτοτε το σεργιάνι της στον κόσμο της σκηνής αποδείχθηκε πλούσιο, διάβηκε τα όρια της Ελλάδας και μεταφρασμένη σε πολλές γλώσσες καταξιώθηκε ως ένα κλασικό έργο του νεοελληνικού θεάτρου αλλά και του παγκόσμιου ρεπερτορίου.
Εξήντα δύο χρόνια μετά τη συγγραφή της, τίποτα το αναχρονιστικό και το παρωχημένο δεν περιέχει, που να ζει μόνο στη μνήμη μας και στα οικογενειακά μας άλμπουμ. Αντίθετα, αν και αποτελεί μια απόπειρα χαρτογράφησης της νεοελληνικής κοινωνίας των πρώτων μεταπολεμικών και μετεμφυλιακών χρόνων με έντονες κοινωνικοπολιτικές αναφορές, εξακολουθεί, τηρουμένων των αναλογιών, να φέρνει στο προσκήνιο τραύματα και ταξικές συγκρούσεις ζωντανές μέχρι σήμερα. Χωρίς να καταφεύγει στο μελόδραμα και στην ηθογραφία, ο Γιώργος Σεβαστίκογλου συνθέτει μια λαϊκή τραγωδία με άρωμα ιταλικού νεορεαλισμού, βάζοντας στο επίκεντρο του δραματικού του φακού τη γκρίζα ζωή των ανθρώπων της ελληνικής εργατικής τάξης, που φυτοζωεί και παλεύει να επιβιώσει, εξαθλιωμένη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο.
Η υπόθεση του έργου ξεκινά με την αυτοκτονία της αποπλανημένης υπηρέτριας Τασίας από μια ταράτσα σπιτιού της «καλής κοινωνίας» της δεκαετίας του '50. Τη θέση της παίρνει η Αγγέλα, μια φτωχή χωριατοπούλα, που συνεχίζει την ιστορία εκεί που την άφησε εκείνη, ξεκινώντας ένα επώδυνο ταξίδι αναζήτησης της αλήθειας. Το απελπισμένο «όχι» της προκατόχου της γίνεται το εφαλτήριο για να αντιληφθεί η Αγγέλα το δίκιο, τον έρωτα και τη ζωή, τη θέση της γυναίκας και τη δύναμη της συλλογικότητας, μέσα σε κοινωνικές συνθήκες καταπίεσης και φίμωσης, ισοπέδωσης της προσωπικότητας, ψεύτικων υποσχέσεων, προσδοκιών και εκβιασμών.
Ο συγγραφέας, αν και συμπαθεί τους αποσυνάγωγους και απόκληρους ήρωές του, δεν τους ωραιοποιεί. Μέσα από την ενστικτώδη συμπεριφορά τους, την αφέλεια και τη φυλακή τους στις προκαταλήψεις, ακολουθούν μια αδιέξοδη πορεία, έρμαια των καταστάσεων και των μηχανισμών της ανερχόμενης μεσοαστικής κοινωνίας, που επεδίωκε την οικονομική της ανέλιξη, βασισμένη σε ξένα πρότυπα. Βαθύτερος στόχος του στρατευμένου Σεβαστίκογλου δεν είναι τόσο να περιγράψει τους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους ή να δώσει λύση στο αδιέξοδό τους, όσο να κινητοποιήσει το θεατή να πάρει θέση, να διαμαρτυρηθεί για όσα διαδραματίζονται επί σκηνής, έστω μέσα από ένα ψέλλισμα ή μέσα από μια κραυγή, επιχειρώντας ένα βήμα προς την ελευθερία.
Να μας φέρει αντιμέτωπους με τη δειλία και τον φόβο μας, αισθήματα που καλλιεργούνται σκόπιμα και μας αναγκάζουν να σωπαίνουμε ακόμα μέχρι σήμερα όπως σωπαίνει η Αγγέλα αν και μέσα της ελπίζει- δίχως να απαιτούμε, δίχως να διεκδικούμε, αν και βιώνουμε συνθήκες αδικίας, εκμετάλλευσης και καταπίεσης. «Ησυχα, Αγγέλα. Ησυχα» ακούγεται στο τέλος του έργου, θυμίζοντάς μας το ποίημα «Σώπα, μη μιλάς» του Ασίζ Νεζίν. Αυτή η υπέρβαση της σιωπής είναι που επικαιροποιεί την «Αγγέλα», το ξεπέρασμα δηλαδή του φοβικού συνδρόμου, που τροφοδότησε τη χαμοζωή, όχι μόνο στη μεταπολεμική αλλά εξακολουθητικά και στη σημερινή Ελλάδα, στην οποία έχουν αλλάξει οι τρόποι φίμωσης του ανθρώπου, όχι όμως και οι λόγοι.
Το ζητούμενο μιας σύγχρονης σκηνικής προσέγγισης του έργου, κατά τον Κώστα Παπακωνσταντίνου, που σκηνοθέτησε σχετικά πρόσφατα την «Αγγέλα» στον Τεχνοχώρο «Cartel» είναι να αναδειχθεί «κατά πόσον βρίσκουμε το θάρρος να είμαστε συνεπείς με αυτά που θεωρούμε σωστά ή κατά πόσο σωπαίνουμε γιατί φοβόμαστε τις απώλειές μας».
Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή την παρουσίαση της «Αγγέλας» στις διπλωματικές εξετάσεις της δραματικής σχολής του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, σε σκηνοθετική εκφώνηση του Δημήτρη Ημμελου. Μια εξαιρετική επιλογή και ως φαίνεται δημοφιλής, αφού χρησιμοποιήθηκε φέτος και σε ανάλογες εξετάσεις της Δραματικής Σχολής Θεοδοσιάδη.

της Χριστίνας Κόκκοτα





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[14:50]  Το άγνωστο έργο των Οθωμανών
[12:08]  Κι εμείς ακόμα το ψάχνουμε με αργά...
[11:25]  Οταν η δύναμη της αγάπης υπερνικήσει...
[χθες 13:32]  Για την Ελπίδα που χάρισαν
[χθες 13:10]  Το θράσος του κ. Τσίπρα και η...
[χθες 12:57]  Η μήτρα του θηρίου στην καρδιά της...
[χθες 11:42]  Χωρίς υποδομές, πώς να ελπίζουμε...
[χθες 09:45]  Τουρκία, κράτος εκτός νόμου








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [21:28:59]