ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας κατά τον Π. Πουλίτσα*

Οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας κατά τον Π. Πουλίτσα*



Στις 17 Μαΐου 1929, πριν από 90 ακριβώς έτη, πραγματοποιήθηκε, υπό την προεδρία του Κ. Ρακτιβάν, η επίσημη έναρξη των συνεδριάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας με τη σημερινή του μορφή. Μέλος του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου από το 1932, μια τριετία δηλαδή μετά τη σύστασή του και, αργότερα, τέταρτος κατά σειρά πρόεδρός του, από το 1943 και για μία οκταετία (1943-1951) υπήρξε και ο Παν. Πουλίτσας, γνήσιο τέκνο της λακεδαιμονικής γης - γεννήθηκε στο βυζαντινό Γεράκι Λακωνίας το μακρινό 1881-, ο οποίος, εκ καρδιακής προσβολής, μετέστη από τα πρόσκαιρα στα αιώνια καί «αεί διαμένοντα» ογδονταεπτάχρονος στις αρχές του 1968, ήδη προ πενήντα δηλαδή ετών.
Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει κυρίως νομικές μελέτες, με σημαντικότερη το βιβλίο του «Σχέσις Πολιτείας και Εκκλησίας ιδία επί εκλογής επισκόπων», το οποίο κυκλοφόρησε το 1946 και «επεβλήθη ως περισπούδαστον σύγγραμμα, σπουδαιότατον διά τη θαυμαστήν κρίσιν και οξύνοιαν», επαινέθηκε δε από τον σπουδαίο Ελληνα αστικολόγο Γεώργιο Μπαλή.
Το βασικό αυτό νομικό μελέτημα του Π. Πουλίτσα, αληθές opus magnum, εκ 389 πυκνοτυπωμένων σελίδων, αποτελεί στην ουσία εμπλουτισμένη εκδοχή της εισηγητικής εκθέσεως που υπέβαλε τον Μάιο 1935 στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά τη συζήτηση αιτήσεως ακυρώσεως, την οποία είχε ασκήσει ο μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός [Μαυρομμάτης] κατά της αποφάσεως της Διαρκούς Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος της 10ης Ιανουαρίου 1935 για την εκλογή του πρωτοσυγκέλλου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών Αρχιμ. Ιάκωβου Βαβανάτσου ως τιτουλάριου επισκόπου, υπό τον τίτλο του Χριστουπόλεως.
Η σχέση Πολιτείας και Εκκλησίας, παρατηρεί ο Π. Πουλίτσας (σ. 20), αποτελεί «κεφαλαιώδες ζήτημα». Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνει ότι τα πρώτα επαναστατικά συντάγματα αναγνώριζαν ως επικρατούσα θρησκεία την «ανατολική Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία» και συγχρόνως καθιέρωναν τη θρησκευτική ελευθερία (σ. 187).
Πλην όμως, «περί της Εκκλησίας και δη της διοικήσεως αυτής ουδέν υπό των πρώτων αυτών συνταγμάτων ωρίσθη». Τούτο υλοποιήθηκε το πρώτον με Βασιλικό Διάταγμα της 23 Ιουλίου 1833, υπό τον τίτλο «Διακήρυξις περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας», με το οποίο, κατά τον Πουλίτσα, «ερρυθμίσθησαν αι σχέσεις της Εκκλησίας και Πολιτείας, εκανονίσθη η δικαιοδοσία και αρμοδιότης της Εκκλησίας εν τοις εκκλησιαστικοίς πράγμασι και καθωρίσθη η διοίκησις αυτής». Ειδικώς, το ζήτημα της εκλογής ή του διορισμού των επισκόπων, ανέκαθεν από το έτος 1833 και για μία εκατονταετία, θεωρήθηκε και χαρακτηρίστηκε από την καταστατική νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος ως αντικείμενο «συμμείκτου είδους», της κοινής, δηλαδή, αρμοδιότητας Εκκλησίας και Πολιτείας (σ. 196).
Εχω τη γνώμη ότι η βαυαρική αντιβασιλεία έθεσε, με αμιγώς πολιτειοκρατικά κριτήρια, το περίγραμμα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Ενδεικτικό αυτής της κοσμοθεωρίας αποτέλεσε τόσο η τοποθέτηση του νεαρού βασιλιά Οθωνα, ενός πολιτικού, δηλαδή, οργάνου, ρωμαιοκαθολικού στο θρήσκευμα, ως αρχηγού της Εκκλησίας! όσο και ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας, ως «Εκκλησίας του Βασιλείου» (sic), ωσάν το τελευταίο να διέθετε τίτλους κυριότητας επʼαυτής…
Αυτότο, βαυαρικής εμπνεύσεως, και επομένως εισαγόμενο μόρφωμα της κρατικής Εκκλησίας ήταν ασφαλώς αταίριαστο με τις ανάγκες και τις προοπτικές του τόπου, καθώς η Εκκλησία μετατράπηκε, ως μη όφειλε, σε εξάρτημα της κρατικής μηχανής, γεγονός το οποίο επηρέασε έκτοτε αποφασιστικά τη συμβίωσή τους. Εφθασε μάλιστα μέχρι του σημείου να τη χρησιμοποιήσει το κράτος ακόμη και ως όργανο αντεγκληματικής πολιτικής, καθιερώνοντας νομοθετικώς το 1852, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, τη δυνατότητα επιβολής από τον επιχώριο επίσκοπο του επιτιμίου του προσωπικού αφορισμού για την αποκάλυψη των υπαίτιων τέλεσης παράνομων πράξεων, εκμεταλλευόμενο τη δεισιδαιμονία του ολιγογράμματου τότε ελληνικού λαού…
Ο Πουλίτσας, εντούτοις, δεν συμμερίζεται απολύτως την προσέγγιση αυτή και θεωρεί ότι «αι αιτιάσεις περί υποδουλώσεως της Εκκλησίας τη Πολιτεία είναι λίαν υπερβολικαί» (σ. 201).
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι επιδοκιμάζει κάθε επέμβαση της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα. «Τουναντίον», σημειώνει, «θα ηυχόμην και θα επεθύμουν την αναγνώρισιν τη Εκκλησία όσον ένεστι μείζονος ανεξαρτησίας και ελευθερίας εν τοις εκκλησιαστικοίς πράγμασι, της Πολιτείας περιοριζομένης εις απλήνεποπτείαν» (σ. 221). Για αυτό και αποδοκιμάζει τον πλήρη χωρισμό της Εκκλησίας από την Πολιτεία, καθώς αυτός «όχι μόνον θα αντέκειτο εις τας μακράς και βαθείας παραδόσεις του ευσεβούς ημών Εθνους, αλλά και θα προσέκρουεν εις την έλλειψιν επαρκών μέσων της Εκκλησίας προς εκπλήρωσιν του προορισμού αυτής […], ίσως δε και εις το ανέτοιμον έτι και άωρον του εκκλησιαστικού οργανισμού προς τοιαύτην πλήρη χειραφέτησιν» (Οπ. π.). Πώς, λοιπόν, ο Πουλίτσας οραματίζεται την ιδανική τυποποίηση των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας;
«Φρονώ», γράφει, «ότι η αρμονική συνεργασία Πολιτείας και Εκκλησίας […] δεν αποτελεί μόνον παράδοσιν διά την χώραν μας, αλλʼ […] είναι το μόνον σύστημα και μέσον, διά του οποίου η Εκκλησία θα δυνηθή να εκπληρώσει τελεσφορώτερον την υψηλήν αυτής αποστολήν και να συντελέση εις την επιτυχίαν των εξ αυτής προσδοκωμένων πνευματικών και κοινωνικών αγαθών, εις την προαγωγήν των ηθικών δυνάμεων και της ευημερίας της κοινωνίας» (σ. 223).
Είναι πρόδηλο ότι ο Πουλίτσας προκρίνει το σύστημα της συναλληλίας, το οποίο φαίνεται να βρίσκεται θεωρητικώς πλησιέστατα προς το σύστημα της ομοταξίας, που ανήκει στα συστήματα διακρίσεως Πολιτείας και Εκκλησίας, αφού και αυτό προϋποθέτει διαφύλαξη της αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας τόσο της Πολιτείας όσο και της Εκκλησίας. Πάντως, ο θεσμός του βασιλικού επιτρόπου, ο οποίος παρευρισκόταν, ως εκ προσώπου της Πολιτείας, στις συνεδριάσεις της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και είναι, σύμφωνα με τον Πουλίτσα (σ. 200), θεσμός «σκόπιμος διά την συνεννόησιν Πολιτείας και Εκκλησίας», συμβολίζει, νομίζω, την άσκηση πλήρους εποπτείας της Πολιτείας επί της Εκκλησίας και είναι ασύμβατος με το σύστημα της συναλληλίας. Κατά την εύστοχη, μάλιστα, επισήμανση του αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσόστομου Β´ [Χατζησταύρου], ο οποίος «εξεμέτρησε τον βίο» στην ίδια με τον Πουλίτσα προχωρημένη ηλικία, επίσης το έτος 1968, ο θεσμός του Βασιλικού Επιτρόπου αποτελεί «ατυχές κατάλοιπο μισητής πολιτειοκρατίας, ουδέν το ωφέλιμοναπέδωκεν, ως επιστεύθη και ηλπίσθη, τουλάχιστον εις την προσπάθειαν προς διατήρησιν ενός καθεστώτος ποθητής συνεργασίας μεταξύ των δύο εξουσιών Εκκλησίας και Πολιτείας».
* Απόσπασμα από εισήγηση του γράφοντος στο Ε´ Συνέδριο Λακωνικών Σπουδών που διοργανώθηκε στον Μυστρά στις 10-12.5.2019.
** Ο Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[09:00]  Μαγικά ραβδάκια υπάρχουν μόνο στα...
[χθες 11:07]  Τα Δώρα των Τριών Μάγων
[χθες 09:50]  «Κούλης»: Το λεκτικό bulling και...
[χθες 09:03]  Και γιατί να ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ;
[χθες 12:51]  Φυσικές οι γκρίνιες... για τη...
[χθες 11:53]  Για να λέει η ΕΡΤ ότι διέκοψε το...
[χθες 10:46]  Ένας ηγέτης από το μέλλον
[χθες 10:03]  Πιο καθαρή και αξιοκρατική η...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [10:14:30]