ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Το πέτρινο υποβρύχιο

Το πέτρινο υποβρύχιο



Εδώ και κάτι εβδομάδες πηγαινοερχόταν ανάμεσα στα γραφεία μας ένα κομψό, λιτό βιβλίο. Ο χρόνος δεν μας επέτρεπε να του δώσουμε κάποια προσοχή, ίσως και να το υποτιμήσαμε, όπως συχνά συμβαίνει με ατελείς, γραφικές ή και ματαιόδοξες συγγραφικές απόπειρες διαφόρων προσώπων του περίγυρου που πασχίζουν ώστε το απωθημένο τους να απασχολήσει έναν κάποιον κύκλο, να πάρουν ένα κάποιο εγκώμιο, μερικές παραγράφους ενός ευγενικού δημοσιεύματος, που έσκαψε για αρετές και παρέβλεψε τις αδυναμίες, όπως όταν σηκώνεις τους βράχους, μπας και βρεις ένα κοχύλι.
Μας έβαλε τα γυαλιά ένας δικηγόρος, ο Γιάννης Παπαναστασόπουλος, που με επιφυλλίδα του στην «Πελοπόννησο» ακριβώς για το βιβλίο αυτό, μας φιλοτίμησε να το εξετάσουμε.
Πρόκειται για την «Τελευταία Λειτουργία», εκδόσεις Το Δόντι. Συγγραφέας ένας αεροπαγίτης, με καταγωγή ένα χωριό της Μεσσήνης. Αργύρης Σταυράκης. Γιατί Τελευταία Λειτουργία; Πεθαίνει κανείς. Ναι, ένα χωριό. Το χωριό στο οποίο μεγάλωσε ο συγγραφέας, το Μπαλί της Ηλείας γύρω στο '60. Το σκοτώνει ο εκσυγχρονισμός, δια πνιγμού: Κατασκευάζεται το αρδευτικό φράγμα του Πηνειού και η περιοχή σταδιακά θα μετατραπεί σε λίμνη. Οι χωρικοί, άνθρωποι φτωχοί βιοπαλαιστές, με μια ζωή υπόδειγμα, κατά κάποιον τρόπο, αρχαίας αγροτικής οικονομίας, σύμφωνα με την οποία θα ζεις με όσα παράγεις από τη γη σου και με τίποτα παραπάνω, αποζημιώνονται, φορτώνουν τα μπογαλάκια τους σε καρότσες και αναχωρούν για μια νέα τύχη. Για τους περισσότερους, αυτό σημαίνει Αθήνα.
Σημείο αναφοράς και πυλώνας του βιβλίου είναι η Αγία Αννα, το εκκλησάκι του χωριού. Δεν είναι ένα ζήτημα πίστης και θρησκευτικής αναφοράς, αν και η ευλάβεια είναι αυτονόητο στοιχείο της κοινοτικής ταυτότητας. Οι εκκλησίες για τους περισσότερους ανθρώπους, τον κόσμο της υπαίθρου πολύ περισσότερο, και της παλιάς Ελλάδας ακόμα περισσότερο, είναι όλη τους η ζωή. Βάπτιση, γάμος, κηδεία, κοινωνικότητα, παρελθόν, παρόν, νέα ζωή, αναμνήσεις, θάλλος, όλα έχουν σαν κέντρο βάρος τους το εκκλησάκι και τον κληρικό, ο οποίος συχνά είναι και ισορροπιστής της κοινότητας, της οικογένειας, του προσωπικού ψυχισμού.
Η τελευταία λειτουργία γίνεται τελετή αποχαιρετισμού στο χωριό, στο βίωμα, τη ρίζα, τη μνήμη, τα στοιχεία που συναποτελούν τμήματα της ταυτότητας των προσώπων και των πυρήνων. Είναι μια διαδικασία σπαρακτική. Τη μετατρέπει ο συγγραφέας σε ποιητική- φιλοσοφική, κάνοντας μια φανταστική αφήγηση του σταδιακού πνιγμού του τόπου και της επικάλυψής του από το νερό, εικάζοντας την άνοδο της στάθμης. Περιγράφει τις γωνιές του πατρικού του σπιτιού να βουλιάζουν σαν ένας δύτης εγκατεστημένος στο σημείο, που κρατά σημειώσεις ακριβείς, εξαντλητικές, υποβλητικές και αδιάβροχες . Αδιάβροχη μένει πάντα η ανάμνηση, παρ' όλες τις διαθλάσεις και τις τρικλοποδιές που της βάζει η πάροδος του χρόνου. Ο Α. Σταυράκης πετυχαίνει να μας ρυμουλκήσει στην ιστορία του, καθώς η τύχη του χωριού του προσλαμβάνει συμβολική διάσταση. Το Χθες καθενός μας, η παιδική ηλικία, οι προσλαμβάνουσες και οι εμπειρίες που μας καθόρισαν και μας σφράγισαν, βυθίζεται κάτω από τους υδάτινους τόνους του Χρόνου. Ενώ υπάρχει, δεν ζει. Ενώ ακούγεται, δεν μιλά. Η καθηλωτική αυτή αντίφαση ραγίζει συχνά τις καρδιές μας, διχάζοντάς μας ανάμεσα στα επίπεδα των εποχών που αντιστοιχούν στο ατομικό μας διάνυσμα.
Ο συγγραφέας επανέρχεται στον τόπο του, μεγαλωμένος. Τα νερά υποχωρούν προσωρινά και οι ζώντες μετανάστες επιστρέφουν στα πατρικά χώματα, για να επιθεωρήσουν τον παραλλαγμένο, μουσκεμένο τόπο, να αναγνωρίσουν και να αναπολήσουν, ίδια όπως ανοίγεις ένα ξεχασμένο μπαούλο και ξεκινάει μια παρέλαση από φωτογραφίες, κειμήλια, παλιά παιχνίδια, περιοδικά, σχολικά βιβλία, παλιά νομίσματα, ιδιόγραφα σημειώματα, ένας Εσύ απολιθωμένος σε διάφορες απεικονίσεις, σαν να βλέπεις σε σινεμά τον εαυτό σου, όπως θα τον έβλεπες ζώντα, εάν ήσουν εκεί, όταν και εκείνος Ηταν.
Ο Α. Σταυράκης κινείται σε δύο βάρκες. Ενώ έχει λογοτεχνικές αρετές, δεν επιμένει σ' αυτές. Επιλέγει ταυτόχρονα και τον ρόλο του αφηγητή- χρονικογράφου, που μας παραθέτει στοιχεία λαογραφικά, γεωγραφικά, τεχνικά, δημογραφικά, για να μας ξεναγήσει στο περιβάλλον της ιστορίας του. Αλλά υπάρχει στο έργο μια θαυμάσια τρίτη πτυχή. Η εξαιρετική γλώσσα και η εντυπωσιακή αντιστοίχιση κάθε περιγραφής, είτε αυτή αφορά το φυσικό τοπίο, τη χλωρίδα και την πανίδα του, είτε την καθημερινότητα της αγροτικής ζωής, με λέξεις ακατάσχετες, συνθέτοντας ένα κοίτασμα λόγου πλούσιο σαν το οικοσύστημα και τον πολιτισμό στα οποίο ο ίδιος ελίχθηκε, αποκαλύπτοντας μια εξαιρετική παρατηρητική δεινότητα και φιλομάθεια. Αλλά ίσως το οφείλει στις ίδιες τις καταβολές του: Λιγότερα μέσα και ανέσεις, περισσότερη εγρήγορση διάνοιας και αισθήσεων, έστω και για λόγους επιβίωσης σε συνθήκες χαριτωμένες και τραχείες. Η ίδια η γλώσσα είναι ένα εργαλείο επιβίωσης, αν το καλοσκεφτείς, επινοήθηκε όταν οι άνθρωποι άρχισαν να χρειάζονται συνεργασία και άρα συνεννόηση.
Η Τελευταία Λειτουργία θα μπορούσε να είναι η βάση ενός σεναρίου για κάποιον Βέντερς, Αγγελόπουλο, Φελίνι ή και Σπίλμπεργκ. Ενα έργο για τα βάθη της ψυχής και τα υπόγεια πελάγη μας, τις βυθισμένες μας Ατλαντίδες. Ενας ύμνος στην ταυτότητα, στον άνθρωπο ως φυσικό, πολιτισμικό και κοινωνικό ον, στην αίσθηση καθήκοντος προς τη μνήμη και στις ρίζες, αλλά και την ίδια τη γλώσσα. Οι λογοτέχνες δεν μπορούν και δεν θέλουν να είναι δίκαιοι προς τις έννοιες που φέρουν μέσα τους. Ενας δικαστικός και μπορεί, και θέλει, γιατί δεν γίνεται αλλιώς παρά να είναι δίκαιος.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [18:42:20]