ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Η Ερση Σωτηροπούλου έρχεται την Τρίτη στην Πάτρα και μιλάει στην «ΠτΚ»: «Τι είναι πιο εύκολο να γράψεις ή να ζήσεις;»

Η Ερση Σωτηροπούλου έρχεται την Τρίτη στην Πάτρα και μιλάει στην «ΠτΚ»: «Τι είναι πιο εύκολο να γράψεις ή να ζήσεις;»



Συνέντευξη στην ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ
Ταξιδεύει πολύ. Το απαιτούν οι ανάγκες των μεταφράσεων των βιβλίων της που θα κυκλοφορήσουν το μεν «Τι μένει από τη νύχτα» στην Ιταλία (εκδ. nottetempo) στις 15 Μαρτίου, το δε «Μπορείς;» στη Γαλλία (εδκ. Stock) στις 14 Μαΐου. Την (ξανα)περιμένει και η Αμερική για παρουσιάσεις του πρώτου. Η υπερατλαντική απήχηση της ιστορίας του νεαρού Καβάφη είναι μεγάλη, οπότε η πρόσκληση του περασμένου Οκτωβρίου, επαναλήφθηκε για τον Απρίλιο. Μέσα σε όλα αυτά, έρχεται στη γενέτειρα και το Discover την Τρίτη 26 Φεβρουαρίου, ώρα 8 μ.μ., για να παρουσιάσει το νέο της συγκλονιστικό βιβλίο «Ανθρωπος στη Θάλασσα». Η Ερση Σωτηροπούλου μιλάει στην «ΠτΚ» για την απώλεια, τα παιχνίδια της μνήμης, το πένθος, τα «δεν».

Θα ξεκινήσω από το εξώφυλλο. Η σκούρα μπλε θάλασσα από πάνω, οι παγετοί από κάτω, με τη γραμμή του ορίζοντα στη θέση της, συμβολίζει;
Ηταν μια ιδέα του Πάρι Μέξη που σχεδίασε το εξώφυλλο. Είναι η δεύτερη φορά που συνεργαζόμαστε, η πρώτη ήταν με το εξώφυλλο του «Μπορείς;». Ο Πάρις Μέξης διαβάζει, δεν σχεδιάζει κάτι στην τύχη. Αυτό το εξώφυλλο συμβολίζει τον κόσμο ανάποδα. Από τη σκοπιά εκείνου που πνίγεται.

Το «Ανθρωπος στη θάλασσα», όπως σημειώνετε, υπήρξε χάρη στο ταξίδι σας με το ιστιοφόρο Antigua με το πρόγραμμα Αρκτικός Κύκλος. Πώς επέδρασε η εμπειρία σας στο παγωμένο τοπίο, ώστε να αγγίξετε την καυτή πληγή;
Το ταξίδι είχε προγραμματιστεί καιρό πριν. Αρχικά είχα υποβάλει μια πρόταση στους διοργανωτές για να με δεχτούν. Σκόπευα να γράψω ένα ποίημα υβριδικό πάνω στα τέσσερα στοιχεία (Φωτιά, Αέρας, Γη, Νερό) που θα ανασυνέθετε το αλφάβητο της ύπαρξής μας. Η πρότασή μου άρεσε και με δέχτηκαν στο πρόγραμμα. Εκείνο το καλοκαίρι με την ασθένεια της μητέρας μου αμφέβαλλα αν θα μπορούσα να το πραγματοποιήσω. Επειτα η μητέρα μου πέθανε και σε μια βδομάδα έφυγα για την Αρκτική. Αυτό που σκόπευα να γράψω εκεί στο ιστιοφόρο άλλαξε τελείως -η μητέρα μου είχε πλέον εισχωρήσει μέσα του και, ασφαλώς, το είχε ανατρέψει. Εζησα το πένθος στους παγετώνες. Είναι ένα τοπίο υψηλής συγκίνησης.

Τα Γαλλικά της Ερσης, ο νεαρός με το ποδήλατο, η κατάσκοπος από τη Ρωσία, η σπαρακτική φράση «αυτό που σου πήρα/ αν μπορούσα να στο δώσω πίσω…». Το φλας μπακ στο παρελθόν γίνεται εν είδει..;
Είναι καταπληκτικό πώς αναδύθηκαν αυτές οι αναμνήσεις. Εννοώ ότι αναδύθηκαν αυτές κι όχι κάποιες άλλες, γιατί υπάρχουν χιλιάδες αναμνήσεις από μια σχέση τόσο δυνατή, σκόρπιες, συγκεχυμένες, αλλά αυτές ειδικά αποτελούν ένα ορόσημο και μαζί τους χτίστηκε το βιβλίο. Πάντα πίστευα ότι η μνήμη είναι επιλεκτική, ότι θυμόμαστε με κλειστά μάτια, ανασύροντας αυτά που θέλουμε να θυμηθούμε και απωθώντας εκείνα που μας ενοχλούν, δηλαδή ότι γινόμαστε Λωτοφάγοι, κι αυτό ήταν το θέμα σ' ένα προηγούμενο βιβλίο μου το «Δαμάζοντας το κτήνος». Ομως σ' αυτή την περίπτωση διαψεύστηκα. Οι πιο οδυνηρές αναμνήσεις, εκείνες που ήταν το πιο δύσκολο να διαχειριστεί κανείς, ήρθαν πρώτες στην επιφάνεια.

Ο άνθρωπος στη θάλασσα του βιβλίου σας είναι αυτός που οδεύει προς τον χαμό (εν προκειμένω η μητέρα) ή μπορεί να είναι και η συνοδοιπόρος της στην ανημπόρια, που αναγκάζεται να βιώσει την απώλεια (εν προκειμένω η κόρη);
Ναυαγός είναι αυτός που χάνεται, η μητέρα. Οσο κι αν είναι δεινή η θέση αυτού που μένει, όσο κι αν έχει συντριβεί, πατάει ακόμα στη στεριά. Πρόκειται για την κάθοδο στον Αδη. Μόνο που αντί για τον Ορφέα που αναζητά την Ευρυδίκη του, κατεβαίνει μια κόρη στον Κάτω Κόσμο να φέρει πίσω τη μητέρα της.

Παρόν και το ερωτικό στοιχείο. Ερωτας - θάνατος πόσο κοντά και πόσο μακριά βρίσκονται;
Πολύ κοντά. Αρκεί ένα μικρό, ελάχιστο βήμα. Αλλωστε γι' αυτόν τον λόγο ο έρωτας μετράει τόσο στη ζωή μας και μας σημαδεύει. Σε στιγμές ερωτικού ιλίγγου όταν όλα μοιάζουν ακίνητα και ταυτόχρονα οδεύουν προς μια ολική κατάρρευση, παίρνουμε μια πρόγευση θανάτου.

Εχετε φτιάξει κι ένα δικό σας αλφάβητο, όπου το γράμμα Μ επικρατεί όλων των υπολοίπων εκτός ενός. Θα μας πείτε;
Εφτιαξα ένα καινούργιο αλφάβητο όπου όλα τα γράμματα αντιστοιχούν σε λέξεις που αρχίζουν Μ, μητέρα, μαμά. Η απόλυτη δόξα του Μ. Ο όλεθρος του Μ. Εκτός από μία: Κλάψε.


Η αφιέρωση το κάιτ και οι νερατζιές
«Το τρομακτικό βήμα» που δεν έγινε, το χάδι που δεν δόθηκε, το «δεν» που βασάνιζε και τον Τζόυς, όπως γράφετε, και τόσα άλλα «δεν» που μας αγριοκοιτάζουν όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον χαμό αγαπημένου, μπορεί να γίνουν πιο σκληρά κι από την ίδια την απώλεια, θεωρείτε;
Βέβαια. Διότι δεν υπάρχει περίπτωση επαναφοράς. Η τρυφερή χειρονομία, η συγνώμη, πρέπει να βρουν αποδέκτη αλλιώς ακυρώνονται. Νομίζω ότι όσο μεγαλώνουμε η απώλεια γίνεται πιο οδυνηρή. Οταν είσαι νέος, ο θάνατος, ίσως επειδή βρίσκεται τόσο μακριά, έχει σχεδόν μια «φυσικότητα» με την έννοια ότι αντιλαμβάνεσαι ότι κάποιοι ζουν, κάποιοι πεθαίνουν, είναι μέσα στο πρόγραμμα. Οταν είσαι μεγάλος η απώλεια δεν έχει τέλος.
«Ζήσε-Γράψε/Ζήσε-Γράψε»: Αυτή η προστακτική λειτουργεί για εσάς ως σωστική λέμβος;
Ισως ήταν η σωστική λέμβος όσο γραφόταν το βιβλίο, για να μην καταρρεύσω όσο το έγραφα. Από την άλλη, κοιτάζοντας προς τα πίσω, πάντα πάλευα ανάμεσα σ' αυτά τα δυο. Τι είναι πιο εύκολο να γράψεις ή να ζήσεις;

Ως αφιέρωση στον γιο σας Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, χρησιμοποιείτε τίτλο παλαιότερης παράστασής του, δανεισμένη από το Βιβλίο του Ιώβ: «…αφού σε λίγο θα πλαγιάζω μες στο χώμα…». Είναι τρόπον τινά παραδοχή της συμφιλίωσής σας με τον θάνατο;
Πολλοί βρήκαν ότι ήταν άγριο πράγμα αυτή η αφιέρωση. Σαν να έλεγα στον Μάρκελλο, διάβασέ το, κάπως έτσι θα πεθάνω κι εγώ. Δεν έχει όμως αυτή την έννοια. Είναι περισσότερο ένα παιχνίδι μεταξύ μας, κι ο Μάρκελλος έχει το χιούμορ να το καταλάβει, γι' αυτό αναφέρομαι στην παράσταση που εκείνος ανέβασε.

Οπως η ηρωίδα στο προηγούμενο βιβλίο σας «Μπορείς;», «πετάτε» κι εσείς με κάιτ. Τι είναι για εσάς αυτά τα αετοπετάγματα;
Το κάιτ σού δίνει μεγάλη αίσθηση ελευθερίας. Δεν ασχολήθηκα ποτέ με τα σπορ, ποτέ δεν μου άρεσαν, αλλά παραδόξως σ' αυτό κόλλησα. Κι όμως, δεν έχω πάει για κάιτ από τότε που πέθανε η μητέρα μου. Σύμπτωση; Δεν ξέρω.

Μια και στο βιβλίο αναφέρεστε στην «επαρχιακή πόλη», ποια ανάμνησή σας από αυτή, σας πρωτοέρχεται στον νου;
Οι δρόμοι με τις νεραντζιές. Η προσπάθεια να κρατήσω ισορροπία περπατώντας άκρη-άκρη στις μύτες των ποδιών στο πεζοδρόμιο σαν ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Σαν αυτή η προσπάθεια από μόνη της να ήταν ικανή να με προστατεύσει, δηλώνοντας την παρουσία μου απέναντι σ' έναν κόσμο που τότε τον αντιλαμβανόμουν εχθρικό.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[χθες 18:54]  Η Μαρία Κοσσυφίδου στην «ΠτΚ»: «Ο...
[χθες 13:59]  Ξένια Κουναλάκη: Η ζωή είναι μια...
[χθες 14:05]  Πηνελόπη Γιώσα: «Το ποίημα που...
[χθες 15:30]  Πάτρα: Ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης στο...
[χθες 14:24]  Πάτρα: Το μυθιστόρημα της Γ....
[χθες 14:01]  Γιώτα Κοντογεωργοπούλου: «Η πόλη...
[χθες 15:26]  Διαβάζοντας το «Ημερολόγιο...
[χθες 20:54]  Παρουσίαση βιβλίου - σεμινάριο με...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [05:01:53]