Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 04:25      16°-25° Πάτρα
ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Η Φωτεινή Τσαλίκογλου στην «ΠτΚ»: «Το ξημέρωμα ανήκει σε εκείνον που προχωράει»

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου στην «ΠτΚ»: «Το ξημέρωμα ανήκει σε εκείνον που προχωράει»



Συνέντευξη στην ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ
Η συνομιλία μαζί της είναι πραγματικό ταξίδι, γεμάτο αποκαλύψεις και μικρά θαύματα. Με αφορμή το νέο της βιβλίο «Ο Ελληνας ασθενής» (εκδ. Καστανιώτη) η καθηγήτρια ψυχολογίας και συγγραφέας Φωτεινή Τσαλίκογλου μιλάει στην «ΠτΚ» και μας ξεναγεί στα μονοπάτια της ιστορίας της -μιας έξοχης προσέγγισης της ιστορίας της Ελλάδας.
Ο «Ελληνας ασθενής» Θόδωρος Κεντρωτάς, νοσηλευόμενος σε ψυχιατρείο της Γενεύης, αυτοκτονεί, Το κουβάρι της ιστορίας του ξετυλίγεται από το 1820 έως σήμερα. Πώς προέκυψε η καταγραφή του «ιστορικού» της ασθενούς χώρας μας;
Ερχόμαστε στη ζωή κουβαλώντας μεταξύ άλλων και τις αδικαίωτες
ζωές των προγόνων μας. Τις κουβαλάμε, είτε για να τις επαναλάβουμε είτε για να τις διαγράψουμε. Ομως η διαγραφή δεν προφυλάσσει από την επανάληψη. Αντίθετα, ίσως και να την προσκαλεί. Ο ήρωάς μου ενδίδει στον καταναγκασμό της επανάληψης που μας συγκροτεί ως υποκείμενα έλλειψης και επιθυμίας. Επαναλαμβάνει άθελά(;) του την ιστορία του προγόνου του που μια ανοιξιάτικη μέρα του 1820 σε ένα κυκλαδίτικο νησί ήλθε σε επαφή με το ανέφικτο, με το μικρό και το μεγάλο της μοίρας του.

1820: Ο Γιώργος ή Θεόδωρος Κεντρωτάς ερωτεύεται μέχρι συντριβής ένα ακρωτηριασμένο άγαλμα γυναίκας. «Η ομορφιά είναι σαν το θάνατο. Αβάσταχτη» γράφετε. Η φθορά της είναι διπλός θάνατος;
Κι όμως, η φθορά κρύβει ανεξάντλητα κοιτάσματα ζωής. Η φθορά της ομορφιάς κάνει ακόμα πιο αβάσταχτη, όχι τη φθορά, αλλά την ίδια την ομορφιά. Εκτός φθοράς, η ομορφιά μυρίζει μακιγιαρισμένο πτώμα, εκτός φθοράς, η ομορφιά μοιάζει κάλπικη, ύποπτη, νεκρή.

Εντονη η παρουσία του θανάτου, όπως και η σύνδεση με τους νεκρούς. Ο γιος του αυτόχειρα, Ντορής, συνομιλεί με τη «μικρή απέθαντη μαμά» του. «Το να πεθαίνεις είναι να φεύγεις για λίγο» γράφετε. Θελήσατε να ξορκίσετε τον φόβο του οριστικού αποχαιρετισμού;
Δεν πιστεύω στους οριστικούς αποχαιρετισμούς. Ο,τι χάνεται συνεχίζεται μέσα στο μυαλό, διατηρείται, ανακατασκευάζεται, μεταμορφώνεται. Η ίδια η γραφή είναι ένας τρόπος να πεις «δεν πιστεύω στους οριστικούς αποχαιρετισμούς». Ο συγγραφέας σε κάθε του βιβλίο, ένα ίδιο έργο εν τη προόδω γράφει, που δεν τελειώνει ποτέ.

«Ινα τι με εγκατέλιπες;» ρωτά ο μελλοντικός αυτόχειρας, τον γιο του. Η ερώτηση αυτή χωράει στην άπλετη αγάπη;
Το σπαραχτικό ερώτημα απεύθυνε τη στιγμή της Σταύρωσης ένας γιος στον Πατέρα, στο σύμβολο της άπλετης αγάπης. Το ερώτημα τέθηκε χωρίς να χαθεί η αγάπη. Ισως άπλετη είναι μόνον η αγάπη εκείνη που περιλαμβάνει ένα τέτοιο ερώτημα χωρίς να διαλύεται.

Σε προηγούμενη συνέντευξή μας, είχατε πει ότι «αληθινό είναι και αυτό που έχω επιθυμήσει, που έχω λαχταρήσει έως τα μύχια της ύπαρξής μου». Αποτυπώνεται αυτό στην επιθυμία/λαχτάρα του δασκάλου Κεντρωτά για τη μαθήτριά του, με συνέπεια την καταδίκη του;
Ο Ελληνας ασθενής ήταν για ένα φεγγάρι δάσκαλος στο νησί. Η 12χρονη Ρουμπίνη Αγράμπελη ήταν η αγαπημένη του μαθήτρια. Επεισε με το αζημίωτο τους ανάλγητους και ξένους με το αγαθό της γνώσης, γονείς της, να την αφήσουν να σπουδάσει. «Η γνώση είναι μια χώρα συναρπαστική. Αν ταξιδέψεις στη χώρα αυτή δεν θα έχεις ποτέ μα ποτέ τίποτα να φοβηθείς» έλεγε στη Ρουμπίνη «ποτέ μα ποτέ;» ρωτούσε το κορίτσι. «Ποτέ μα ποτέ» απαντούσε με σιγουριά ο δάσκαλος. Η λέξη ποτεμαποτέ ήταν το σύνθημά τους. Ομως το κορίτσι αναπάντεχα πέθανε. Η επιθυμία, η αλήθεια, η λαχτάρα υπόκεινται στους νόμους και τους περιορισμούς του ανύποπτου συμβάντος. Εκεί παραμονεύει ο θάνατος, ή αν θέλετε η ειρωνεία.
Το γνήσια αληθινό αθωώνει τον «ένοχο»;
Εκείνος που βασανίζεται, εκείνος που ταράζεται από ενοχές δίχως να ησυχάζει, δίχως να παραδίδεται στα χέρια ενός αμέριμνου ύπνου, μιας εφησυχασμένης ζωής, είναι ο πιο αθώος των ανθρώπων.

«Γεννήθηκα γέρος, άρα αθώος» λέει ο Θεόδωρος Κεντρωτάς. «Η παιδική αθωότητα είναι μια πλάνη» διαβάζουμε. Παιδική ηλικία και αθωότητα δεν ταυτίζονται;
Παιδική ηλικία και αθωότητα, όπως μας έμαθε ο Φρόιντ, δεν ταυτίζονται. Το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι ένα πολύμορφα διεστραμμένο πλάσμα. Απαιτεί, επαιτεί, διεκδικεί, θέλει όλα τα ανεπίτρεπτα, επιθυμεί άμεσες και στιγμιαίες ηδονές. Η αρχή της απόλαυσης κατευθύνει τα πάντα έως ότου σταδιακά η αρχή της πραγματικότητας πάρει το πάνω χέρι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει παιδική αθωότητα. Σημαίνει ότι η έννοια της αθωότητας είναι και αυτή μια πολύ ευρύχωρη έννοια. Χωράει πολλά, σε πρώτη όψη, αδύνατο να χωρέσουν.

«Αυτό που λείπει». Ποια κομμάτια του «παζλ άνθρωπος» συμπυκνώνονται σε αυτές τις τρεις λέξεις;
Στο τόσο εύστοχο ερώτημά σας κρύβεται η απάντηση. Το «παζλ άνθρωπος» συμπυκνώνεται, για μένα, σε αυτές τις τρεις λέξεις που απομονώσατε. Στις λέξεις: Aυτό-που-λείπει.


SOS: «Μίλησέ μου»...
«Ενα σπίτι με κάποιον μέσα εκεί να με αγαπά, ήθελα» ομολογεί ο ήρωάς σας. Πόση πολυπλοκότητα κρύβει κάτι τόσο απλό;
Οι πιο μεγάλες αλήθειες είναι κοινότοπες. «Ενα σπίτι με κάποιον μέσα εκεί να με αγαπά, ήθελα». Ακούγεται απλό. Δεν είναι. Στην εποχή των αστέγων ανθρώπων, πόσοι άνθρωποι δεν ζουν εξόριστοι μέσα στο σπίτι τους, εξόριστοι μέσα στο σώμα τους, εξόριστοι μέσα στον εαυτό τους; Λείπουν τα σπιτένια σπίτια σαν εκείνα που ζωγραφίζουν τα μικρά παιδιά, με στέγη να γέρνει λίγο, και μεγάλα δωμάτια να τους χωρά ολόκληρους μέσα. Μέσα εκεί κατοικεί και η φαντασίωση, του «κάποιος να με αγαπά». Το σπίτι ως φαντασίωση ενός τόπου θαλπωρής και φιλοξενίας. Ενός τόπου αντίδοτο στο ξένο και το ανοίκειο που συχνά-πυκνά εμφιλοχωρεί μέσα στα «σπίτια μας» και όπου απουσιάζει «κάποιος να με αγαπάει». Κι έτσι το σπίτι μεταμορφώνεται σε ξένο τόπο και ο κάτοικός του σε έναν ιδιότυπο πρόσφυγα.

«Μίλησέ μου». Παράκληση που επαναλαμβάνεται στην ιστορία σας. Είναι ένα είδος εκπομπής SOS, στην εποχή μας;
Ετσι είναι. Ο Ελληνας ασθενής σπάει τον κώδικα της σιωπηλής απελπισίας. Το «Μίλησέ μου» απευθύνεται στο άγαλμα, στον νεκρό στρατιώτη στον πόλεμο, στην ασάλευτη μαθήτρια, στην ατάραχη λίμνη της Γενεύης. «Μίλησέ μου» λέει, απευθυνόμενος στο ανέφικτο. Ναι, είναι ένα είδος εκπομπής SOS. Στην ακραία μοναχική εποχή μας, με την κουλτούρα του εφήμερου και του κενού να μας περιστοιχίζει, το αίτημα «μίλησέ μου» ηχεί σπαραχτικά μέσα σε μια εκκωφαντική σιωπή.

Η 5χρονη εγγονή του αυτόχειρα αρνείται να ξεχάσει. Η δήλωσή της «Ποτέ των ποτών» είναι ο σπόρος απ' όπου θα φυτρώσει ένα φωτεινότερο μέλλον;
Η μικρή Δώρα αρνείται να δεχτεί την ύπαρξη του θανάτου. Οσο θυμάται τον παππού της εκείνος δεν πεθαίνει. Κάποιες φορές μάλιστα θα μπορεί να τον βλέπει να κολυμπάει στα κύματα του Αιγαίου, εκεί που σκόρπισαν την τέφρα του. Γενεύη-Μήλος. Ο πάππους επέστρεψε στον τόπο καταγωγής του. Η θάλασσά του τον δέχτηκε στους κόλπους της. Η μικρή Θεοδώρα όσο ζει, μέσα από τη μνήμη της, θα εξασφαλίζει την αιωνιότητα στον παππού της. Μετά, ίσως δεν θα υπάρχει κάνεις άλλος να τον θυμάται. Και τότε ο παππούς θα πεθάνει οριστικά. Το φωτεινότερο, λοιπόν, μέλλον είναι ένα μέλλον με ημερομηνία λήξης. Αυτό δεν είναι λόγος για να στρέφουμε τα νώτα μας στο φως… αντίθετα…

«Μην το φοβάσαι το σκοτάδι, πάντα στο τέλος ξημερώνει». Μέχρι τότε, πώς προχωράμε;
Προχωράμε με στάσεις, με πισωγυρίσματα, μένοντας ακίνητοι σαν αγάλματα… τρέχοντας σαν ακούραστοι αθλητές… υποβασταζόμενοι ως γέροντες ανήμποροι. Προχωράμε εναλλάσσοντας τους τρόπους, με πατερίτσες, με πήλινα, με γυάλινα πόδια, κάποιες φορές με ακρωτηριασμένο σώμα, πάντως προχωράμε. Και αυτό το προχώρημα επιτρέπει στο τέλος το ξημέρωμα. Το ξημέρωμα ανήκει σε εκείνον που προχωράει, όπως μπορεί και όπως δεν μπορεί.





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[χθες 22:09]  Παρουσιάζεται την Παρασκευή η...
[χθες 21:59]  Ο Τηλέμαχος Κώτσιας έρχεται την...
[χθες 22:07]  Η Μαρία Στασινοπούλου την...
[χθες 21:10]  Ο Ελευθέριος Τσιρώνης στην «ΠτΚ»:...
[χθες 15:45]  Πάτρα:Παρουσίαση βιβλίου του...
[χθες 15:05]  Πάτρα:Παρουσιάζεται η ποιητική...
[χθες 21:44]  Η Αθηνά Κακούρη στην «ΠτΚ»: «Μέχρι...
[χθες 12:15]  Πάτρα: Παρουσιάζεται η τριλογία...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [04:25:38]