Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 17:15      8°-16° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Η πεζή πραγματικότης

Η πεζή πραγματικότης



Ηταν ένας νέος άντρας, πάνω στο μηχανάκι του, και οι δυο τους μαζί πάνω στη διάβαση. Την είχε καταλάβει όλη, περιμένοντας να ανάψει πράσινο. Δεν άφηνε χώρο στον πεζό, παρ' εκτός εάν περνούσε από πίσω, ώστε να λουστεί την εξάτμιση. Κοιτούσε από τη μια μεριά, δεν τον απασχολούσε εάν υπήρχαν πεζοί από την άλλη. Δεν τον απασχολούσε εάν ενοχλεί. Δεν διανοείτο ότι μπορεί να ενοχλεί. Τα φανάρια είναι για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας, κανονίζουν ποιό όχημα περνάει κάθε φορά. Οι πεζοί δεν υπάρχουν στο μυαλό του, ως ανθρώπινη κατηγορία για την κίνηση των οποίων επίσης έχει προβλεφθεί η σηματοδότηση. Δεν μιλάμε για προτεραιότητα του οχήματος έναντι του πεζού. Μιλάμε για απόλυτη κυριαρχία. Οχι μόνο του οχήματος, αλλά του "εγώ" μας έναντι των άλλων. Βιάζομαι, αδημονώ, οριακά υποκύπτω σε συμβάσεις, υποχρεώσεις, κανονισμούς, τοποθετούμαι στη διάβαση έτσι που να προβαίνω στην ελάχιστη δυνατή αναγνώριση δικαιώματος σε τρίτο. Δεν προσλαμβάνω την έννοια της τήρησης των κανόνων σαν μια υπόθεση με πρόσθετη συμβολική, ηθική και αισθητική αξία, σαν μια αναγνώριση της ιδέας ότι η συνεργασία, η τάξη, η ομαδικότητα, η μη διεκδίκηση της παρ' αξίαν διάκρισης είναι μια υπόθεση σεβασμού στο μέτρο, και εν τέλει σύμπραξη σε ένα ωραίο Ολον. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά εγώ, η ανάγκη μου να τη βγαίνω πρώτος. Δεν μπορώ να διεκδικήσω την πρωτιά πουθενά αλλού, υποκαθιστώ το κενό αυτό με την πρωτιά στο ξεκίνημα, μόλις ανάβει το πράσινο φανάρι. Αλλο αν, έτσι όπως είμαι τοποθετημένος, χάνω την οπτική επαφή με το φανάρι, πιάνω να χαζεύω, κι όταν ανάψει το πράσινο, μου τη βγαίνει εκείνος που περίμενε ορθόδοξα, και φεύγω δεύτερος.
Στρίβεις Κορίνθου. Εκεί ένας άλλος άντρας νεαρός: Εχει μια μεγάλη μηχανή, από αυτές με τις ψηλές αναρτήσεις, τις μακροκάνες που είναι ρωμαλέες. Την είχε παρκάρει πάνω στο πεζοδρόμιο, και τώρα θέλει ο άνθρωπος να φύγει. Περνάνε πλάι του μια νεαρή τσιγγάνα μαμά και δύο νήπια. Αλλά για να φύγει η ρωμαλέα η μηχανή πρέπει να γίνουνε κουμάντα. Μπρος, λοξά και πίσω, λοξά και μπρος, και μαρσαρίσματα, και κάπνες, μπροστά στις μύτες των παιδιών, ο οδηγός τα αντιμετωπίζει σαν αδιάφορα περιστέρια που οφείλουν να σκορπίζουν σαν κινούμαστε, η μαμά συγκρατεί τα παιδιά, η μηχανή ελίσσεται, γκραν, γκρούν, τελευταία εκπομπή κάπνας, αναχώρηση. Τα παιδιά κάνουν να φύγουν, αλλά η μαμά μας βλέπει πίσω να ερχόμαστε με περπατησιά μεγαλύτερη από τους μπόμπιρες. Η μαμά μαλώνει τα παιδιά, στα ρομάνικα, ζητώντας τους να παραμερίσουν. "Δεν πειράζει" της εξηγείς. Οταν βιαζόμαστε δεν πατάμε τους πιτσιρίκους, εξακολουθεί αυτό να μην επιτρέπεται, Ηρώδη δεν ψηφίσαμε ακόμα, τα παιδιά παραμερίζουν με αυτό το δέος που έχουν οι μικροί γιατί οι ψηλότεροι τους φαίνονται θεόρατοι. "Ευχαριστώ" τους λες. Και τότε ο μεγαλύτερος φωτίζεται. "Παρακαλώ!" φωνάζει, με καθαρά τα ελληνικά, και του αρέσει τόσο πολύ που πήρε ένα "ευχαριστώ" γιατί του αναγνωρίστηκε η ευγένειά του, και θα ξαναφωνάξει γελαστά "παρακαλώ", κι όπως το στόμα του ανοίγει απ' το χαμόγελο, να σου που παίρνει το "παρακαλώ" βρίσκει την περισπωμένη που του στέρησε η νέα γραμματική μας, και τότε θυμηθήκαμε τον Πουλικάκο που έλεγε ότι στο "σ' αγαπώ" είναι η περισπωμένη που βάζει το συναίσθημα, και ήδη είχαμε φτάσει στην Αράτου, και με ένα "παρακαλώ" η πόλη φαινόταν ήδη καλύτερη, κι ας είναι το Κάστρο αιχμάλωτο από τα τσιμέντα που στέγασαν την απελευθέρωσή μας. Για τις πλημμύρες αυτές δεν προβλέπεται αποζημίωση, άλλωστε πώς να μας δοθεί; Είμαστε ακόμα αγνοούμενοι και δεν μας βρίσκει ούτε καν ο εαυτός μας.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [17:15:25]