Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 05:09      7°-17° Πάτρα
ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Τα αιωνόβια ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου

Τα αιωνόβια ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου



Τα ψηλά βουνά είναι ενδόμυχα χαραγμένα στην αναγνωστική μνήμη. Κατατάσσονται στο πάνθεον της νεοελληνικής κλασικής παιδικής λογοτεχνίας, ενώ θεωρούνται αξεπέραστα για τα παιδαγωγικά δεδομένα, αφού αποτέλεσαν σύμβολο της «φουτουριστικής» μεταρρύθμισης του ρηξικέλευθου δημοτικιστή Βενιζέλου.
Ο Γρ. Ξενόπουλος υπογράμμισε την ειδοποιό διαφορά τους από τα υπόλοιπα σχολικά αναγνωστικά υποστηρίζοντας ότι απείχαν «όσο η αυγή από τη νύχτα». Ωστόσο, μετά την απρόσμενη εκλογική ήττα του Βενιζέλου, εξοβελίστηκαν μανιωδώς, με το πρόσχημα της «βδελυράς και βωμολόχου αστειότητος» της γραφής, κατά την κρίση της Επιτροπείας. Η Γ. Καζαντζάκη χαρακτήρισε το βιβλίο «αναίσθητο» και «άψυχο», ενώ ο Γ. Χατζιδάκις επεσήμανε τον εκβαρβαρισμό του γλωσσικού οργάνου και τη μεθοδευμένη υπονόμευση του τριπτύχου: Εθνος - Θρησκεία - Οικογένεια. Αν και κάηκε δημοσίως ως εθνικά επιλήψιμο, επέστρεψε και πάλι στις σχολικές αίθουσες.
Ειδικότερα, μια παρέα είκοσι έξι εννιάχρονων αγοριών, μετά την αποφοίτησή τους από το Δημοτικό, την παρότρυνση του πνευματικού τους ταγού και ασφαλώς με τη συγκατάθεση της οικογένειάς τους, περνούν καλοκαιρινές στιγμές στα ειδυλλιακά κρημνώδη όρη της Ευρυτανίας, στο γενέθλιο τόπο του Παπαντωνίου.
Εκεί συστήνουν μια μικρογραφία της κοινωνίας και μαθαίνουν να συνυπάρχουν αρμονικά. Τα ψηλά βουνά αποτελούν ένα κοινωνιολογικό πείραμα, μια ωδή ομοψυχίας, αφού η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι άκρως ομαδοσυνεργατική. Η συντροφιά μυείται με τις έννοιες αλτρουισμός, ευγενής άμιλλα, διαλλακτικότητα και πειθαρχία. Προτάσσει το μακρυγιαννικό «εμείς» και θυσιάζει το «εγώ» στο βωμό του.
Οι μικροί ήρωες συγκροτούν την ταυτότητά τους και αποκτούν αυτογνωσία μέσα από την ετερογνωσία. Υπακούουν στο κέλευσμα του «ένδον σκάπτε» και συνειδητοποιούν τις άγνωστες πτυχές της ιδιοσυγκρασίας τους. Γίνονται πιο ώριμοι, πιο υπεύθυνοι, ενώ ο ιδεολογικός άξονας του έργου παραμένει η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία.
Οι βουκολικές δοκιμασίες δεν είναι παρά ένα γύμνασμα ζωής, η «απέκδυση» της ανέφελης και ακύμαντης παιδικής ξεγνοιασιάς, ο απογαλακτισμός από την οικογενειακή ομπρέλα, το κόψιμο «του ομφάλιου λώρου» και η μετάβαση στην ενηλικίωση. Οντως, τα παιδιά θα επιστρέψουν μεστωμένα πίσω στην αστική κοινωνία των μεγάλων, με αποσκευές γεμάτες εμπειρία.
Επιπροσθέτως, ο Παπαντωνίου παρουσιάζει τα οφέλη της εργατικότητας και του καταμερισμού, της χαράς της δημιουργίας και της προσφοράς. Οι φιλέρευνοι και πολυμήχανοι συμμαθητές συνειδητοποιούν πως η εργασία όχι μόνο αναβιβάζει το βιοποριστικό επίπεδο, αλλά ωθεί στην αυτενέργεια. Η φυγοπονία και η αδράνεια δεν χαλυβδώνουν προσωπικότητες.
Εν αντιθέσει με τη συγκαιρινή οικοκτονική εποχή, στα ψηλά βουνά σμιλεύεται μια οικολογική ευαισθησία. Το βιβλίο κηρύσσει την προάσπιση του φυσικού περιβάλλοντος και παρέχει στα παιδιά θερινά μαθήματα στην ανοιχτή φύση, στο άπλετο φως, μακριά από τα στεγανά και τα κλειστά υδροκέφαλα κέντρα των νευρώσεων, του φιλοτομαρισμού και της αλλοτρίωσης. Η εξόρμηση στην ορεινή γεωγραφία ισοδυναμεί με αναβαθμό εξοικείωσης με τη ζωοδότρα φύση. Η παρέα αντιλαμβάνεται πως η μητέρα - γη, η τροφός - φύση ως κοινό κτήμα έχει ιερή υπόσταση και πνευματικό βάθος, πως είναι δώρο Θεού, γι' αυτό απαιτεί ευλάβεια και τιμή, σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Φύση και άνθρωπος συνυπάρχουν σε μια ισορροπημένη αδελφική σχέση, αποτελούν αδιάσπαστο σύστημα ζωής. Η διαφύλαξη της ακεραιότητας του περιβάλλοντος αποτελεί ηθικό χρέος, είναι όρος ζωής, ενώ ο εκφυλισμός του απειλή.
Τα παιδιά διευρύνουν τους γνωστικούς τους ορίζοντες, μαθαίνουν τις παραδόσεις, τους μύθους για αερικά και στοιχειά και τους θρύλους για νεράιδες, ενώ ταυτόχρονα καταρρίπτουν δεισιδαιμονίες και λαϊκές δοξασίες. Αν και οι άνθρωποι συχνά καταφεύγουν σε εξωλογικές δυνάμεις, η παρέα αποκτά γόνιμη κριτική ματιά, συνθετική ευέλικτη σκέψη και πνευματική εγρήγορση, αφού καταρρίπτει κάθε αναχρονιστική σκοταδιστική αντίληψη και πρόληψη.
Ανάμεσα στις συγγραφικές αρετές του βιβλίου ξεχωρίζει η στρωτή, εύπλαστη, μητροδίδακτη, κρυστάλλινη κι αβίαστη δημοτική γλώσσα, που τηρεί τους γραμματικούς οδηγούς και τα συντακτικά νήματα, η υποδειγματική έκφραση και η απροσποίητη γραφή. Η κριτική εστίασε στην απουσία βαρύγδουπου νουθεσιακού τόνου, στην απλότητα και στη χάρη της αφήγησης, στην έλλειψη υπερβολών, στο λεπτό χιούμορ, στη μεστότητα των νοημάτων, στο γήινο ύφος, στα πηγαία αισθήματα. Η δημοφιλία του έργου οφείλεται ακόμα στην πλούσια εικονοποιία της ηθογραφικής ελληνικής ορεινής τοπογραφίας και στις ολοζώντανες, σχεδόν φωτογραφικές, περιγραφές. Τέλος, σημαίνουσα είναι η προσφορά του συγγραφέα στην τυπογραφική εμφάνιση.
Η εξωσχολική πρόσληψη και η μακροζωία του αναγνώσματος αποδεικνύει την ύψιστη αξία του λογο-πονήματος. Οι Κ. Παλαμάς και Β. Γαβριηλίδης το χαρακτηρίζουν ως «λογογραφικό αριστούργημα» και «εκπαιδευτική επανάσταση», ενώ ο Π. Νιρβάνας σχολιάζει: «Πόση ζωή, ποίησις, χάρη κατοικεί εκεί». Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος βρίσκει την αυθεντικότητα, την αλήθεια και τη χαρά μιας «αλλιώτικης ζωής» και θεωρεί πως: «Πάσα έκφραση είναι εικών, πάσα διήγησις ποίημα». Ο Α. Δημαράς τόνισε τη γλωσσική, παιδαγωγική και αισθητική του αξία, ενώ ο Β. Καλαμαράς αναφέρεται στον «άνεμο της ανανέωσης που έπνευσε στην εκπαίδευση». Τέλος, ο Στ. Σπεράντζας φρονεί πως «ξυπνούν τους λαούς και τους κάνουν πιο μεγάλους» και ο Γ. Βαλέτας πως «στάθηκαν αληθινός λυτρωμός για την Ελλάδα».
Τα ψηλά βουνά μας ταξιδεύουν πίσω στα ανέμελα νοσταλγικά παιδικά χρόνια, στον ανιδιοτελή προσκοπισμό και εμφυσούν στους εκκολαπτόμενους πολίτες τον κοινοτισμό, ενώ συνάμα πραγματώνουν το όραμα της αυτεξουσιότητας. Πρόκειται για ένα «πάντερπνο» ανάγνωσμα ανεξαρτήτως ηλικίας, για μια νότα δροσιάς και ψυχικής ευφορίας, για μια εφηρμοσμένη πρακτική για να αναπτύξει κανείς τη φιλαναγνωσία του. Αναμφισβήτητα, πρόκειται για τη μεγαλύτερη νίκη του δημοτικισμού στη μάχη με το λογιωτακισμό.
«Πεύκο, ευλογημένο πεύκο! Από τις χαραμάδες των κλαδιών του βλέπουν τον ουρανό. Τα κλαδιά του σκίζονται σε πολλά κλαδιά μικρότερα∙ κι αυτά πάλι σε άλλα μικρά μικρά παρακλάδια, που μοιάζουν με αμέτρητα ψιλά σκοινιά, κομποδεμένα σαν τα δίχτυα. Τα φύλλα του, που είναι σαν βελόνες, γίνονται κρόσσια και κει μέσα παίζει ο αέρας κι ο γαλάζιος ουρανός. Σαλεύει το πεύκο κι η άκρη του ίσκιου του σαλεύει μαζί. Φυσάει σαν μακρινή θάλασσα. Να μπορούσαν ν' ακούνε ξαπλωμένοι ώρες πολλές αυτό το νανούρισμα!»
Γράφει η Κλεοπάτρα Ζαχαροπούλου πτυχιούχος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος με τίτλο «Σύγχρονες προσεγγίσεις στη γλώσσα και στα κείμενα» και Πιστοποιητικού Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο «Μαθησιακές δυσκολίες - δυσλεξία».
Από την έντυπη έκδοση της "ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ" φύλλο 25ης Ιουνίου 2017




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[χθες 10:03]  Ζητείται ή υπάρχει ελπίς;
[χθες 09:10]  Εκλογές έρχονται, ας κόψουμε τη...
[χθες 13:17]  75 χρόνια μνήμης, διεκδικήσεων και...
[χθες 12:42]  Κανείς δεν λογοδότησε
[χθες 11:42]  Η άλλη μισή αλήθεια για το...
[χθες 10:53]  Η αυτοδικία προσβάλλει το νομικό...
[χθες 09:39]  Κοινωνική πολιτική χωρίς εξαιρέσεις
[χθες 11:07]  Ο υπουργός των κυνηγών








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [05:09:48]