Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 04:25      8°-13° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Νίκος Παναγιωτόπουλος: Ανοίγοντας το σεντούκι με τις αναμνήσεις του

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Ανοίγοντας το σεντούκι με τις αναμνήσεις του



Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη
Τη Δευτέρα 17 Οκτωβρίου στις 8 μ.μ. θα βρίσκεται στο «Λιθογραφείον» για την παρουσίαση του «Γραφικού χαρακτήρα» (εκδ. Μεταίχμιο). Του νέου του βιβλίου, μέσα από τις 67 αληθινές ιστορίες του οποίου, προβάλλουν «ενσταντανέ» της παιδικής κι εφηβικής του ηλικίας, με μια ένταση, που ξυπνάει στον αναγνώστη θύμησες του δικού του παρελθόντος. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μιλάει στην «ΠτΚ».
Ηταν κάποια εσωτερική ανάγκη που σας ώθησε στη συγγραφή του «Γραφικού χαρακτήρα»;
Πάντα μια εσωτερική ανάγκη -τις περισσότερες φορές αδιάγνωστη- είναι αυτό που σε οδηγεί στη συγγραφή ενός βιβλίου. Το συνειδητοποιείς γράφοντας -πολύ συχνά, την ώρα που ολοκληρώνεις το εγχείρημα. Καθώς -για βιοποριστικούς λόγους που είχαν να κάνουν και με την κρίση- δεν μπορούσα να αφοσιωθώ στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος που σχεδίαζα, οδηγήθηκα σε κάτι πιο αποσπασματικό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορμή υπήρξε μια ημερολογιακού χαρακτήρα καταγραφή, καθώς, ανάμεσα στα dvd με τις ταινίες που χρησιμοποιώ για το μάθημά μου σε σχολή κινηματογράφου, ανακάλυψα φυλαγμένο το dvd με τη στεφανιογραφία της μάνας μου. Αργότερα συνειδητοποίησα πως η ιστορία κάλλιστα θα μπορούσε να διαβαστεί και από τρίτους. Η ιστοριούλα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Σουβενίρ» αποτέλεσε την αφετηρία της ενασχόλησής μου με τη φόρμα του μικροσκοπικού διηγήματος, αντλώντας υλικό από το παρελθόν μου.

Κατά -και μετά- την κατάδυσή σας στα βάθη της μνήμης, με ποιο κριτήριο επιλέξατε τις αναμνήσεις που θα καταγράφατε σε 67 ιστορίες;
Καθώς ο στόχος δεν ήταν να αφηγηθώ τη ζωή μου, επέλεξα εκείνες τις ιστορίες που με την κατάλληλη διαχείριση θα επέτρεπαν στον αναγνώστη να κάνει την αναγωγή στη δική του ζωή. Οπως ίσως φαντάζεστε, το υλικό ήταν άφθονο. Υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να φλυαρήσω -πράγμα που σημαίνει να παρασυρθώ από το προσωπικό που, όμως, δεν έχει να πει τίποτε σε κανέναν άλλο. Επέλεξα εντέλει τις ιστορίες μου που πίστεψα πως άξιζε να διαβαστούν, αφού θα είχαν κάτι να πουν σε τρίτους. Και τις οργάνωσα τελικά σε χρονολογική, σχεδόν, σειρά, έτσι ώστε να δίνουν την ψευδαίσθηση της αποσπασματικής αυτοβιογραφίας.

Η αλήθεια είναι ότι, διαβάζοντάς τες κανείς, η γεύση τους φαντάζει -άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο- οικεία. Πιστεύατε ότι θα αγγίζατε χορδές των αναγνωστών μέσα από τις προσωπικές σας αναμνήσεις;
Οχι! Δεν το είχα υπολογίσει αυτό. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που έγινε. Η έγνοια μου ήταν πρωτίστως το πώς δεν θα παρεξηγηθεί από τον αναγνώστη η χρήση του αυτοβιογραφικού υλικού. Η έγνοια μου ήταν να κερδίσω τον αναγνώστη με τη μικροσκοπική φόρμα. Μόνον αφού εκδόθηκε το βιβλίο, συνειδητοποίησα από τα σχόλια φίλων και γνωστών πως οι δικές μου ιστορίες επέτρεπαν στους αναγνώστες του βιβλίου να ανασύρουν τις δικές τους μνήμες.

«Πρόκληση αληθινή», όπως σημειώνετε, υπήρξε για εσάς το μέγεθος των ιστοριών. Η ανταπόκριση σε αυτήν ήταν εύκολη ή σας παίδεψε;
Αλλες φορές οι μικροσκοπικές αυτές ιστορίες γράφονταν μέσα σε μία ώρα και άλλες, οι περισσότερες, χρειάστηκαν μήνες ωρίμανσης. Η συμπύκνωση, η λακωνική διατύπωση, η οικονομία στην περιγραφή, η εκρηκτική εξιστόρηση απαιτούν πολύ περισσότερο κόπο απ' όσο φαίνεται.

Γκρεμίσατε το όνειρο του πατέρα σας (να πετύχετε στις Πανελλήνιες, την πρώτη φορά), ενώ η κόντρα μαζί του είχε ως συνέπεια δυο χρόνια μεταξύ σας σιωπής. Μέσα από τις ιστορίες σας, ωστόσο, είναι σαφές πόσα του αναγνωρίζετε. Ως πατέρας, πλέον, θέσατε εαυτόν υπό κριτική;
Μα αυτό κάνω κάθε μέρα. Νεότερος, πίστευα πως ακολουθούσα έναν δρόμο που θα με πήγαινε όσο το δυνατόν πιο μακριά από το πατρικό πρότυπο. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως σ' αυτό το παιχνίδι δεν είχα και πολλά περιθώρια. Είναι εξαιρετικά δύσκολο στο πεδίο της ψυχής να αποποιηθείς την πατρική κληρονομιά. Το μόνο που μπορώ να ελπίζω είναι πως ο γιος μου θα το καταλάβει γρηγορότερα από μένα.
Οι συγκρίσεις, το σήμερα και η τέχνη
«Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως στον κόσμο του και στον καιρό του προτεραιότητα είχε η απόδοση κι όχι η απόλαυση» διαβάζουμε για τον πατέρα σας, ενώ για τη γιαγιά σας: «Ο πόνος ήταν κομμάτι της καθημερινής ζωής και η αντιμετώπισή του σκέτη πολυτέλεια». Ενόσω γράφατε, προβήκατε σε σύγκριση μεταξύ της τότε και της σημερινής πάστας ανθρώπων;
Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Ανθρωποι σαν τους γονείς μου επιβίωσαν περνώντας -χωρίς σπουδαία εφόδια- μέσα από τις συμπληγάδες της Ιστορίας. Οι άνθρωποι της δικής μου γενιάς, με το σακίδιό τους γεμισμένο με τη φροντίδα των υπερπροστατευτικών γονιών τους, ταξίδεψαν πάνω στα γαλήνια νερά του τέλους του 20ού και των αρχών του 21ού αιώνα. Ελπίζω, σε κάποιο άλλο βιβλίο, να αποτυπωθεί αυτό το… χάσμα γενεών. Αν δεν με προλάβει κάποιος άλλος, ίσως το κάνω εγώ κάποτε…


Κοντά πέντε χρόνια πριν, σε συνέντευξή μας με αφορμή το μυθιστόρημά σας «Τα παιδιά του Κάιν» είχατε πει ότι δεν βλέπατε στον ορίζοντα λύση των προβλημάτων της χώρας, καθώς «από τη μια το πολιτικό μας σύστημα είναι σαθρό και απαξιωμένο, απ' την άλλη η κοινωνία μας είναι διαβρωμένη και διχασμένη». Τώρα τι θα λέγατε;
Δυστυχώς, δεν έχω αλλάξει γνώμη. Κάθε μέρα που περνάει, η οδυνηρή πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι (καθένας με τον δικό του τρόπο) επιβεβαιώνει την παρατήρηση που αναφέρετε. Με τη Μεταπολίτευση κληρονομήσαμε ένα αυθαίρετο, χτισμένο σε ωραίο παραθαλάσσιο οικόπεδο. Αργήσαμε πολύ να καταλάβουμε ότι το οικοδόμημα μπάζει νερά. Αντί να παλέψουμε για να το νομιμοποιήσουμε και να το επισκευάσουμε, αρκούμαστε στα μερεμέτια: Βάφουμε κάθε τόσο τους τοίχους, αλλάζοντας απλώς χρώμα, αποποιούμενοι, ταυτοχρόνως και την παραμικρή ευθύνη για την κατάστασή του.

Αυτό το συναπάντημα με το παρελθόν, τελικά, σας αποκάλυψε κάτι που δεν γνωρίζατε για τον εαυτό σας;
Κατά τη γνώμη μου, πολύ σπάνια συμβαίνει να μαθαίνουμε κάτι που δεν γνωρίζαμε για τον εαυτό μας. Πιο συχνά, διαβάζοντας, αλλά και γράφοντας, κάτι που ήδη υποπτευόμασταν, κάτι που υπήρχε νεφελώδες εντός μας, αποκτά σάρκα και οστά. Αυτό που γνωρίζαμε υποσυνείδητα διατυπώνεται με καθαρό, αποφασιστικό και, καμιά φορά, απολαυστικό τρόπο. Αυτή νομίζω πως είναι η λειτουργία της τέχνης: Να διατυπώσει ή να «βαφτίσει» το γνωστό, αλλά έως τότε άρρητο. Αυτό συνέβη και σε μένα στην περίπτωση του «Γραφικού χαρακτήρα». Εδωσα μορφή στο συναισθηματικό νεφέλωμα που περιέβαλλε τις αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία και την εφηβεία μου.





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [04:25:50]