Σάββατο 21 Ιανουαρίου 17:30      3°-11° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Αθανάσιος Κούστας: Σεργιάνι στην Πάτρα των χρόνων της αθωότητας

Αθανάσιος Κούστας: Σεργιάνι στην Πάτρα των χρόνων της αθωότητας



Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη
«Αγκινάρες με αλάτι». Το νέο του βιβλίο, μέσα από το οποίο αναδύεται η Πάτρα που '60. Τότε που, πιτσιρικάς ων, γευόταν τις ομορφιές της καθημερινής, πολύχρωμης, ζωής της. Ο Αθανάσιος Κούστας, ειδικός σύμβουλος Επιμελητηρίου Αχαΐας, μιλάει στην «ΠτΚ».
Πώς αποφασίσατε να γράψετε το, αφιερωμένο στην Πάτρα του '60, βιβλίο σας και πώς προέκυψε ο τίτλος;
Εχω διαβάσει αρκετά βιβλία που αναφέρονται άμεσα η έμμεσα στην Πάτρα εκείνης της περιόδου. Αλλά δύσκολα διέκρινα να καταγράφεται η Πάτρα της καθημερινότητας, που έζησα μέχρι το 1964 που φύγαμε οικογενειακώς για την Αθήνα. Εννοώ την Πάτρα του μεροκάματου αλλά και των πανύψηλων φουγάρων, της ζωντάνιας του λιμανιού μας, της ηρεμίας και του τζολέματος, με λίγα λόγια, κατά τη γνώμη μου, της εποχής της αθωότητας. Μια πόλη που καθημερινά άλλαζε και υποσχόταν φανερά ελπίδα και προσδοκία και για τα παιδιά της ηλικίας μου που το ένιωθαν, χωρίς όμως να το αντιλαμβάνονται.
Τώρα, όσον αφορά τον τίτλο, δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικός, καθώς ο πλανόδιος πωλητής με τις αγκινάρες που τον συναντούσα σε κάθε βήμα στο κέντρο της πόλης, στα καφενεία και στα ουζερί της πόλης, μου έλειψε όταν πήγα στην Αθήνα. Και η προσμονή φυλλαράκι-φυλλαράκι να φθάσουμε στην καρδούλα για να τη βουτήξουμε στο αλάτι, δεν ξεχνιέται με τίποτα.

Τι ήταν αυτό που χάραξε τόσο βαθιά στη μνήμη σας την εικόνα της πόλης, που ξεπροβάλλει ολοζώντανη μέσα από το βιβλίο σας;
Κυρίως ήταν οι εικόνες της καθημερινότητας, όπως τις περιγράφω. Ηταν οι αλλαγές που γίνονταν με γοργούς ρυθμούς. Μέσα σε αυτά τα λίγα χρόνια, που αναφέρομαι, στήθηκαν μεγάλες βιομηχανίες όπως η ΠΙΡΕΛΛΙ, η Βιομηχανία Δέρματος, μεγάλωσε ο Λαδόπουλος και η Πειραϊκή-Πατραϊκή, η ΜΙΣΚΟ… και πολλές άλλες.
Οι σκοτεινοί δρόμοι έχαναν τη μουντάδα τους και γίνονταν πιο φωτεινοί. Μαζί με αυτά, όμως, χάναμε και τα νεοκλασικά στολίδια της Πάτρας, γέμιζε σκόνη η πόλη και μάντρες με υλικά κατεδαφίσεων. Το κέντρο της, όμως, με τα καταστήματα, ο τροχονόμος, οι πολύχρωμες στοές, τα πολλά ουζερί με τους μαρμάρινους πάγκους… και ο μπακαλιάρος που τον συναντούσα παντού, στο λιμάνι, στα χοντρομπακάλικα της Αγίου Ανδρέου, στα μαγέρικα της παραλίας, του Μαρκάτου και της Ανω πόλης αλλά και στο τραπέζι μας μετά τις παρελάσεις και τις λιτανείες, αποτελούν μέρος των αναμνήσεών μου, που προσπάθησα να περιγράψω.

Είστε νοσταλγός αυτού του παρελθόντος;
Βεβαίως, απόλυτα. Αυτός είναι και ο λόγος που προσπάθησα να το ζωντανέψω στον βαθμό που τα κατάφερα. Πολλοί φίλοι της ηλικίας μου, και όχι μόνο, που διάβασαν το βιβλίο, επανέφεραν πολλά στοιχεία στη μνήμη τους και είναι αλήθεια πως θα μπορούσε να ήταν διπλάσιο και τριπλάσιο σε μια νεότερη έκδοση. Η Πάτρα του 1960, ήταν μια μεγαλούπολη που συγκέντρωνε πλούτο από το λιμάνι της, τη βιομηχανική ανάπτυξη και την εμπορική δραστηριότητα. Πολιτιστικές επιρροές από τη Δύση και όχι μόνο, συγκέντρωση πληθυσμού από τις γύρω περιοχές για μεροκάματο και επαγγελματικές ευκαιρίες. Αυτές οι εικόνες για ένα παιδί του κέντρου ήταν μέρος της καθημερινότητας. Βέβαια, οι πόλεις αλλάζουν και προς το καλύτερο και προς το χειρότερο. Θα ήθελα, όμως, μια περιοχή του κέντρου π.χ. το Μαρκάτο, να είχε διατηρήσει τα παραδοσιακά του χαρακτηριστικά και να αναδεικνύει την Πάτρα εκείνης της εποχής και σας βεβαιώ πως πολλοί θα ήταν πρόθυμοι να προσπαθήσουν γι' αυτό.

Τι νιώσατε αποχαιρετώντας την Πάτρα στα δέκα σας χρόνια, και πώς τη βλέπατε σαν επιστρέφατε;
Οταν φύγαμε, αποχαιρέτησα με θλίψη τον Μόλο, την Ψιλή, τον μαέστρο Κάββουρα με τις παραστάσεις του, το καΐκι του θείου στη διαδρομή μόλος-Τερψιθέα, τον Καραγκιόζη και τις καταβρεχτήρες του Δήμου που παίζαμε, τρέχοντας από πίσω. Μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, σχολείο πήγαινα στην Πλάκα. Οι εικόνες ήταν πλέον διαφορετικές και ίσως πιο θεαματικές, αλλά μου έλειπε το παγωτό χωνάκι της «Στρούγγας» στην Κολοκοτρώνη. Κάθε χρόνο ερχόμασταν σίγουρα στο Καρναβάλι, κι όπως λέγανε βρέξει-χιονίζει το Καρναβάλι δεν το χάνουμε. Τότε που ερχόμασταν δεν ένιωθα αμέσως τις αλλαγές, αλλά μου έκαναν εντύπωση οι πολυκατοικίες του κέντρου, οι φωτεινοί σηματοδότες που αντικατέστησαν στις κεντρικές διασταυρώσεις τον τροχονόμο και το λιμάνι που μεγάλωνε συνεχώς και αγκάλιαζε την πόλη.

Το βιβλίο σας περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Πόσο εύκολη ήταν η συγκέντρωσή του;
Από την αρχή θέλησα να έχω πολλές και αδημοσίευτες κυρίως φωτογραφίες για να εμπλουτίσω την περιγραφή. Σε αυτό με βοήθησαν φίλοι-συλλέκτες αλλά και αρκετοί συμπολίτες μας, που γνώρισα μετά από έρευνα που έκανα με αφορμή τα κείμενα. Κι ενώ στην αρχή φάνταζε δύσκολο, στην συνέχεια μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η προθυμία τους και με χαρά δεχόμουν προσκλήσεις στο σπίτι τους η στο μαγαζί τους, για να επιλέξω μέσα από άλμπουμ και συρτάρια. Στην αρχή δεν ήταν απόλυτα κατανοητός ο στόχος μου αλλά το αποτέλεσμα χαροποίησε ιδιαίτερα αυτούς που με βοήθησαν είτε με φωτογραφίες είτε με περιγραφές.



Τα μανταρίσματα και η ελπίδα
Δεδομένων των πενιχρών οικονομικών της εποχής, αναφέρεστε στις «χρυσές δουλειές» που έκαναν οι επιδιορθωτές -π.χ. οι μοδίστρες «μαντάρανε με διακριτικότητα και ''γυρίζανε'' καπαρντίνες και παλτά». Σήμερα καταφεύγουμε σε ανάλογες τακτικές. Τι συναισθήματα σας προκαλεί αυτή η επιστροφή;
Ακριβώς σε αυτό αναφέρομαι, και πολύ σωστά επισημαίνετε, τον παραλληλισμό. Ηταν και ένας από τους στόχους του βιβλίου μου. Μέσα από την περιγραφή εκείνης της εποχής, να συγκρίνει ο αναγνώστης τον τρόπο ζωής με το σήμερα. Την απλότητα, τα συναισθήματα, την ελπίδα με τη σημερινή αγχώδη ζωή, την απληστία με αποτέλεσμα την οικονομική και κοινωνική κρίση και την απογοήτευση.
Και χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι επιδιορθωτές που είχαν χαθεί, και σήμερα επιστρέφουν. Τότε κάθε γειτονιά είχε και τις μανταρίστρες ακόμη και στις κάλτσες. Σήμερα είναι αδιανόητο να ξηλώσεις παλτό, να αλλάξεις χρώμα και να το ξαναράψεις.., τότε ο Πετράκης στην Ερμού έκανε βαφές και πούλαγε χρώματα. Μήπως πλησιάζουμε πάλι σε αυτό, ίσως.

Το '60, η Πάτρα άλλαζε με γοργούς ρυθμούς, το μέλλον φάνταζε ρόδινο, υπήρχε ελπίδα. Τώρα;
Το βιοτικό επίπεδο ανέβαινε συνεχώς και αυτό ήταν φανερό. Σαν παράδειγμα θα πω πως όταν πληρωνόντουσαν οι χιλιάδες εργαζόμενοι στην Πειραϊκή-Πατραϊκή, τα καταστήματα παρέμεναν ανοικτά μέχρι αργά το βράδυ. Η βιομηχανία, το λιμάνι και το εμπόριο παρήγαγαν εισόδημα και αυτό αναδείκνυε νέα επαγγέλματα σε μια πόλη που μεγάλωνε με ταχείς ρυθμούς. Τώρα πιστεύω ότι και πάλι το λιμάνι και η βιομηχανία μπορούν να δώσουν ελπίδα στην πόλη. Το λιμάνι, εκτός από το επιβατηγό, έχει τεράστιες δυνατότητες στην εμπορική δραστηριότητα και στην τουριστική αξιοποίηση και μπορεί και πάλι να είναι η πηγή πλούτου για την πόλη μας. Η εμπορική δραστηριότητα θα προσελκύσει βιομηχανίες και θα ισχυροποιήσει τις υπάρχουσες. Ο δε θαλάσσιος τουρισμός αναπτύσσεται ραγδαία με σημαντικά οικονομικά οφέλη και η πόλη μας είναι απούσα. Αρκεί να το θέλουμε όλοι.

Το βιβλίο σας πηγαίνει πολύ καλά. Τι σημαίνει αυτό για εσάς -και σε σχέση με τη συνέχιση της ενασχόλησής σας με το γράψιμο, καθ' ότι δεν είναι η πρώτη σας συγγραφική απόπειρα;
Πράγματι, και είναι ευχάριστο πως και αποδοχή σημαντική έχει και φαίνεται έχει επιτύχει τον στόχο μου που είναι απλά να διαβάζεται ευχάριστα. Τουλάχιστον αυτό εισπράττω από γνωστούς και αγνώστους. Το γράψιμο είναι η ξεκούρασή μου τις βραδινές ώρες, αλλιώς να το πω είναι το χόμπι μου. Εχω διαβάσει πολλά βιβλία και ίσως αυτό με βοηθάει, γνωρίζω όμως μέχρι πού φθάνουν οι δυνατότητές μου, δηλαδή γράφω απλά και όπως τα αισθάνομαι. Δεν θεωρώ ότι είμαι, και δεν είμαι, λογοτέχνης. Ναι, θα συνεχίσω γιατί τα τελικά κείμενα είναι δημιουργία και όταν το αποτέλεσμα έχει αποδοχή, νιώθεις ικανοποίηση. Θα πρέπει, τέλος, να ευχαριστήσω τον εκδότη Ανδρέα Τσιλήρα που κάθε φορά με προτρέπει να το κάνω, και αναλαμβάνει τις εκδόσεις.





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [17:30:50]