Δευτέρα 24 Ιουλίου 03:35      23°-34° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ιιιιιιι !

Ιιιιιιι !



Μπορεί και να είναι αστείο. Να παίρνεις μια αρχαία κολόνα και να την τσουλάς. Κολώνα τη γράφαμε παλιά, όταν το ω-μέγα είχε περισσότερα δικαιώματα στη γλώσσα, αλλά κακώς τα είχε, εν προκειμένω, γιατί η κολόνα βγαίνει από την ιταλική kolonna. Αυτή με τη σειρά της από τη λατινική columna, και εδώ τρακάρουμε με άλλη κολόνα, το αγγλοσαξονικό κόλουμν, ο τόμος, άρα πάει να πει ότι ο τόμος και η κολόνα εννοούνται ως δομικό στοιχείο ενός ευρύτερου οικοδομήματος, κυριολεκτικού ή μεταφορικού.
Οι έλληνες δεν είχαν κολόνες, αλλά κίονες. Οι κολόνες ήρθαν στη ρωμαϊκή εποχή, ως όρος, συνεπώς μιλάμε για κίονα της ρωμαϊκής εποχής, ακριβέστερα της ρωμαϊκής κατοχής των Πατρών. Και δη την κολόνα στη νότια πλευρά των Υψηλών Αλωνίων, που είναι εγκατεστημένη εκεί μαζί με άλλα συναφή ευρήματα, τα οποία, μας εξηγούν οι αρχαιολόγοι, αντλήθηκαν από ερείπια επαύλεων των ρωμαίων, στη γύρω περιοχή.
Πρέπει να ήταν ωραίο να είσαι ρωμαίος στην Πάτρα. Ζούσες σε επαύλεις, έβλεπες αγώνες στο Θέατρο, παραστάσεις στο Ωδείο και δεν πρέπει να είχε επαναστάσεις ή πολέμους. Φυσιολογικά, θα είχε και το ίδιο ηλιοβασίλεμα.
Πάντως οι ρωμαίοι δεν πολυεκτιμούσαν τους πατρινούς εκείνων των χρόνων. Τους θεωρούσαν πονηρούς, ακαμάτηδες, επιρρεπείς στον διχασμό και την αλληλοκατηγορία. Ποιός ξέρει γιατί.
Αλλά οι ρωμαίοι έφυγαν μετά από κάτι αιώνες, μείνανε τα κτίσματά τους, παραχώθηκαν στα χώματα του χρόνου, ένα μέρος τους χρησιμοποιήθηκε κατά τον 19ο αιώνα για να φτιάξει σπίτια ο κόσμος που συνέρρεε στην πόλη μετά την αποχώρηση των Οθωμανών. Και ένα μέρος τους διασώθηκε χάρη στους αρχαιολόγους και τους προοδευτικούς νομοθέτες. Πάλι καλά, γιατί άλλο ανοιχτό θέατρο δεν έφτιαξε η πόλη και βολεύτηκε με το ρωμαϊκό, αφού το υποστήλωσε και, σε μεγάλο βαθμό, το ανακατασκεύασε. Του κάνουμε και κάτι περιποιήσεις με τακούνια, γόπες και τσίχλες, για να το εκσυγχρονίσουμε, γιατί το αρχαιομάνι είναι εκνευριστικό, καμιά φορά. Δεν στη δίνει ο υπεροπτικός τρόπος με τον οποίο σε κοιτάει ο Ερμής, στην Ολυμπία;
Μπορεί και να είναι αστείο, να τσουλάς μια κολόνα. Το έκαναν μια παρέα νεαροί, κατά πάσα πιθανότητα, σε κατάσταση ελαφρότητας. Οπως μαθαίνουμε, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Απέχουμε πολύ, βέβαια, από το να θεωρηθεί έγκριτη συμπεριφορά. Αλλά όσο απομακρυνόμαστε από την εποχή του Αυτονόητου και Φοβικού Σεβασμού απέναντι στην προστασία ορισμένων κανονισμών, συμβόλων, κωδίκων, αβάτων και την υπεράσπιση ιερών κόκκινων γραμμών, μπορεί και αυτό να συμβεί.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι έλληνες χωριζόμαστε σε δύο κατηγορίες.
Σε εκείνους, τους πιο παλιούς, που έχουν ενσωματωμένη στη συνείδησή τους μια πελώρια δέλτο με Εντολές που υπόκεινται στα αδιανόητα, κωδικοποιημένα με το εισαγωγικό "Δεν Κάνει".
Και σε εκείνους που έχουν γενικά υπόψη τους ποιές συμπεριφορές δεν επιτρέπονται, αλλά είναι πολύ χαλαροί στην τήρηση των κανόνων (ή και των νόμων), μάλιστα θεωρούν την παράβαση ως σύμβολο αντίστασης, αντιεξουσιαστική πλάκα ή εργαλείο παρεακού χαβαλέ.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το μπογιάτισμα των ανδριάντων και των αγαλμάτων, ως εμβλημάτων μιας ενοχοποιημένης αστικής εποχής που απεργάστηκε τη διαφθορά και την ανισότητα. Αρπα τη Μιχαλακόπουλε. Οπως και με το κύλισμα μιας κολόνας. Που μπορεί να αποτελεί ένδειξη σωρρευμένης ενέργειας και έντασης. Ο Σαμψών κουνάει την πέτρα και ξεθυμαίνει. Και η παρέα γελάει. Κάτι τέτοιο μπορεί να γινόταν με την παρέα του Αλκιβιάδη, που τσάκιζε τις ερμές. Παλιόπαιδα ατίθασα, έχει κάθε εποχή. Η διαφορά είναι ότι αυτά παλιά ήσαν μειοψηφία και ότι δεν γινόμαστε όλοι μας ένας Αλκιβιάδης που νομίζει ότι ο κόσμος του ανήκει και καμία συνέπεια δεν του πρέπει.
Οι ενσωματωμένες απαγορεύσεις της κατηγορίας "Δεν Κάνει", αντλούν την καταγωγή τους και την εμφύτευσή τους στις συνειδήσεις από την εποχή της αυστηρής παιδαγωγικής, τοποτηρητές της οποίας ήσαν, κυκλωτικά, ο γονέας, ο δάσκαλος, ο σκληρός κατηχητής, ο αστυφύλακας, ο αυτόκλητος υπερασπιστής της τάξης γείτονας. Ακόμα και να διανοηθείς παράβαση κανονισμών, συνεπαγόταν ψυχρό εσωτερικό ντους από ενοχές και φρίκη στην ιδέα της παράβασης και τις τιμωρίας. Το ντους αυτό συνοδευόταν από ένα νοερό επιφώνημα- κραυγή της συνείδησης προς το σώμα: "Ιιιιιι".
Ο πίνακας των αδιανόητων περιλάμβανε τα κάτωθι.
@ Δεν πειράζω τα μνημεία.
@ Δεν πατάω το γκαζόν.
@ Δεν κάνω φασαρία το μεσημέρι.
@Δεν τρώω παγωτό τη Μεγάλη Εβδομάδα.
@Δεν ζητάω πράγματα.
@Δεν σπάω τζάμια σουτάροντας τη μπάλα.
@Οταν βλέπω αστυνομικό, ψαρώνω, ανεξαρτήτως της δράσεώς μου.
@Οταν βλέπω τον διευθυντή του σχολείου, ομοίως.
@Δεν μένω ακούρευτος.
@Κάποιο λάθος σίγουρα κάνω μέσα στο λεωφορείο. Το μικρόφωνο του εισπράκτορα είναι ο τηλεβόας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και θα με καλέσει στην κόλαση πριν φτάσουμε Ρομάντζα.
@Η παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη, είναι κατ' αρχάς έγκλημα ηθικόν.
Και στην εφηβεία: Δεν καπνίζω στο σινεμά.
Κάποιες δεκαετίες αργότερα, είναι μια δοκιμασία να βλέπεις τις κόκκινες γραμμές να έχουν γίνει σουρωτήρι. Μεταξύ πειθαναγκασμού και τραλαλά, απλώνεται ένα μεγάλο διάστημα που περιλαμβάνει τη μεταπολιτευτική μας ιστορία. Οταν λιώσανε τα ΔΕΝ από τη φωτιά της εποχής, αλλά στη θέση τους μπήκε το "εντάξει, μωρέ, δεν έγινε και τίποτε".
Αυτό το τελευταίο, δεν είναι και σίγουρο.





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [03:35:21]