Τρίτη 25 Ιουλίου 17:59      19°-32° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ευγενία Φακίνου: «Θέλησα να τιμήσω τις αφανείς ηρωίδες»

Ευγενία Φακίνου: «Θέλησα να τιμήσω τις αφανείς ηρωίδες»



Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη
Οι συμιακοί σφουγγαράδες, οι τόποι της καρδιάς της, οι στωικές αφανείς ηρωίδες της, το κοριτσάκι που υπήρξε κάποτε κι έπλαθε ιστορίες με τη φαντασία της, «γράφοντας» από τότε κι ας μην το είχε πάρει χαμπάρι... Η πολυδιαβασμένη συγγραφέας μιλάει στην «ΠτΚ» για όλα τα παραπάνω, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του νέου της βιβλίου «Στο αυτί της αλεπούς». Που σε κερδίζει από την πρώτη του κιόλας σελίδα.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Στο αυτί της αλεπούς»; Ο τίτλος προέκυψε ενόσω γράφατε;
Είναι πραγματικά περίεργο πώς γεννιέται ένα βιβλίο. Υπάρχουν δυο-τρία θέματα, ασύνδετα μεταξύ τους, μερικές έμμονες συγγραφικές ιδέες, πρόσωπα που είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον μου, αλλά που δεν είχαν συνάφεια, κάτι σαν κεφάλαια ενός βιβλίου, όχι όμως το ίδιο το βιβλίο. Ωσπου μια μέρα που, όπως λέω, ήταν «ανοιχτά τα παράθυρα», όλα τα κομμάτια μπήκαν στη θέση τους.
Ο τίτλος προέρχεται από μια παλιά γαλλική παροιμία: «Μην εξομολογείσαι στο αυτί της αλεπούς», δηλαδή μη μιλάς σε ακατάλληλα αυτιά. Κάτι σαν τη δική μας: «Μην το λες ούτε του παπά». Την άκουσα ενώ έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ κι αμέσως κατάλαβα ότι αυτός ήταν ο τίτλος μου.

Στο βιβλίο σας αναφέρεστε στους συμιακούς σφουγγαράδες. Τι σας κέντρισε το ενδιαφέρον για τους βιοπαλαιστές της θάλασσας;
Η μητέρα μου καταγόταν από τη Σύμη, ένα νησί με παράδοση στη σπογγαλιεία, συμιακοί σφουγγαράδες άλλωστε είχαν βρει το 1900 τον Εφηβο των Αντικυθήρων και το γνωστό μηχανισμό. Ο πατέρας μου καταγόταν από την Υδρα, που επίσης είχε σπογγαλιευτικό στόλο, ο δε παππούς μου εμπορευόταν σφουγγάρια. Υπάρχει μια μυθολογία γύρω από τους σφουγγαράδες, τα έθιμα της αναχώρησης, ιστορίες για την επικίνδυνη και σκληρή ζωή τους στα παράλια της Μπαρμπαριάς, που πάντοτε με γοήτευαν.

Υδρα, Δραπετσώνα, Κυψέλη, Ναύπακτος, οι τόποι όπου εκτυλίσσεται η ιστορία σας από το 1908 έως το 2010. Συνδέεστε με κάποιον τρόπο μαζί τους;
Εκτός από τη Δραπετσώνα, την οποία γνώριζα μέσα από τα βιβλία και τα τραγούδια, οι άλλοι είναι τόποι όπου έζησα και αγάπησα. Στην Υδρα πέρασα πολλά καλοκαίρια της παιδικής μου ζωής, και το πατρικό του πατέρα μου -πουλημένο από τα χρόνια της Κατοχής- ήταν πάντα μια οδυνηρή απώλεια της οικογένειας. Στην Κυψέλη έζησα 33 χρόνια, χρόνια που σημάδεψαν τη ζωή μου. Τη γνώρισα πολύ καλά και δεν ήξερα ότι την αγαπούσα τόσο. Στη Ναύπακτο πήγα καλεσμένη ενός πολιτιστικού συλλόγου το 1979 να παρουσιάσω την «Ντενεκεδούπολη». Μου άρεσε πολύ, πέρασα με την οικογένειά μου τρία καλοκαίρια εκεί, απέκτησα καλούς φίλους που τους διατηρώ ακόμα και σήμερα.
Αννέζω: Η στωική γυναίκα του μόχθου μιας εποχής μακρινής, που φαντάζει κυριολεκτικά ηρωίδα…
Η Αννέζω συμβολίζει τις λαϊκές γυναίκες μιας εποχής που φτάνει σχεδόν μέχρι τη δεκαετία του ΄60. Γυναίκες που αδυνατούσαν να ορίσουν τη ζωή τους, δεν είχαν επιλογές, ακολουθούσαν τη μοίρα τους στωικά, δεν μπορούσαν να σκεφτούν το μέλλον τους, απλώς ζούσαν την κάθε μέρα όπως τους ερχόταν. Πάλευαν με τη φτώχεια, πολλές φορές με πατέρες-αφέντες ή συζύγους-τυραννικούς, αφοσιωμένες στα παιδιά τους, ελπίζοντας τουλάχιστον αυτά να ξεφύγουν από τα δεινά και τη μιζέρια.

Ο γιος της ο Σταυρής, δίνεται ολόψυχα στον αγώνα «για το γενικό καλό, για τα δίκια της λαϊκής τάξης, για τους ανθρώπους που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα» στερώντας από την κόρη του, Αννούλα τον πατέρα. Αυτή η θυσία κάποιων γονέων, εις βάρος των παιδιών, πιστεύετε ότι τα στιγμάτισε εσαεί;
Η γενιά μου είχε πολλά τέτοια παιδιά και προσωπικά γνώρισα μερικά. Μου είχε κάνει εντύπωση πώς το καθένα απ' αυτά είχε αντιμετωπίσει την ιδιόμορφη κατάσταση αναλόγως με τον χαρακτήρα του αλλά και τις συνθήκες που είχε μεγαλώσει. Αλλα δεν μπόρεσαν ποτέ να συμβιβαστούν με την ιδέα του αποχωρισμού και αυτό τους δημιούργησε προβλήματα εσωτερικής ισορροπίας και ανασφάλειας, όπως η Αννούλα. Ενώ άλλα έδειξαν κατανόηση κι αισθάνθηκαν υπερηφάνεια για τους γονείς που είχαν χάσει για μικρό ή μεγάλο διάστημα, κάποια δε απ' αυτά και ολότελα.

Αυτή, λοιπόν, η κόρη, η Αννούλα, μεγαλώνει με τη γιαγιά Αννέζω, κι αργότερα, της λαχαίνει να μεγαλώσει ένα έκθετο, την Αριάδνη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, λέτε, στις ανθρώπινες ζωές;
Α, εδώ υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά. Η Αννέζω δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να μεγαλώσει την εγγονή της. Η Αννα, όμως, θα μπορούσε να είχε αφήσει το έκθετο μωρό στην τύχη του. Προτίμησε, όμως, να χάσει την ησυχία και την ανεξαρτησία της και να ρισκάρει να μεγαλώσει ένα ξένο βρέφος, με πλήρη συνείδηση αυτού που αναλάμβανε, ίσως επειδή ένιωσε ότι χρωστούσε και η ίδια «στις ξένες αγκαλιές». Είναι αλήθεια ότι από τη μια γενιά γυναικών στην άλλη μεταβιβάζονται πολλά: Το δαχτυλίδι, η απουσία των ανδρών και του έρωτα, η μάχη για τον επιούσιο αλλά και η αγωνιστικότητα, το πείσμα, η αντοχή στα δεινά.

Μόνη στο σπίτι, με παρέα τη… φαντασία
Βάλατε δύσκολα, πάντως, στις ηρωίδες σας. Ελάχιστη η διάρκεια της ευτυχίας τους. Ενας μήνας της μιας, τρία χρόνια της άλλης, για την τρίτη δεν ξέρουμε… Γιατί τις ζορίσατε;
Πράγματι έζησαν μια ζωή στερημένη από χαρές, όμως πέρα από τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωναν, ήταν και οι χαρακτήρες τους που τις εμπόδιζαν. Βεβαίως, αυτό είναι μια συγγραφική επιλογή. Αν οι ηρωίδες μου ήταν αστές ή μεγαλοαστές θα είχαν άλλη συμπεριφορά και ζωή. Επέλεξα, όμως, τις αφανείς ηρωίδες. Ισως για να τις τιμήσω, ίσως διότι με ελκύουν περισσότερο.

Η Αννούλα «έπασχε από καλπάζουσα φαντασία» και τις μοναχικές της ώρες έπλαθε ιστορίες. Υπήρξατε τέτοιο παιδί;
Είναι αλήθεια ότι «δάνεισα» πολλά δικά μου βιώματα στην Αννα. Υπήρξα ένα παιδί που μεγάλωνε με την απουσία του πατέρα, καθ' ότι ναυτικός, και την πολύωρη απουσία της μητέρας, που έκανε ενέσεις, πηγαίνοντας από ασθενή σε ασθενή στην Κυψέλη. Μόνη στο σπίτι, λοιπόν. Και έπρεπε να διαχειριστώ τον φόβο μου και τον χρόνο. Τι καλύτερο από το να δημιουργώ ιστορίες και να τις αφηγούμαι στον εαυτό μου. Η μητέρα μου με μάλωνε, επειδή δεν της μετέφερα απλώς αυτά που έβλεπα από το μπαλκονάκι-παρατηρητήριό μου, αλλά τα «στόλιζα» με φανταστικές λεπτομέρειες. Χωρίς να ξέρω, χωρίς να υποψιάζομαι «έγραφα». Μια υποθήκη για το μέλλον.

Επιλέξατε να δώσετε κι έναν ρόλο στον κύριο Ντίκενς. Γιατί, αλήθεια, αυτός κι όχι κάποιος άλλος;
Μα αυτός, ένα εξαίρετος «παραμυθάς», είχε γράψει τόσα έργα για φτωχά και δυστυχισμένα παιδιά, κι ήταν πολύ φυσικό να τον επιλέξει η Αννα ως «συνομιλητή» της. Κι όχι μόνο ως συνομιλητή. Θα έλεγα ότι θα μπορούσε να είναι ένα alter ego, η συνείδησή της, εκείνος ο «άλλος» με τον οποίο κάνουμε ατελείωτους εσωτερικούς διαλόγους.

«Πού πάμε, κύριε Ντίκενς;» αναρωτιέται η Αννα, εν έτει 2010. «Πού πάμε, κυρία Φακίνου;» σας ερωτώ εν έτει 2016.
Η ερώτηση αυτή χρειάζεται χρόνο για ν' απαντηθεί. Εννοώ, ότι δεν έχουμε ακόμα όλες τις παραμέτρους για να την απαντήσουμε. Θέλουμε χρόνο. Και υπομονή. Και αντοχή.

Η Αννα αγαπά εξίσου θάλασσα και βουνό. Εσείς;
Η θάλασσα με απελευθερώνει, με προκαλεί να τη διαπλεύσω, να κάνω ταξίδια, ν' αποδράσω. Τα βουνά μού προκαλούν ηρεμία, εσωστρέφεια και βαθιά συναισθήματα. Χρειάζομαι εξίσου τη θάλασσα και τα βουνά.
Με το βιβλίο σας φρεσκοτυπωμένο και το καλοκαίρι μπροστά σας, τα πλάνα σας;
Να ξεκουραστώ, να ξεκουραστώ. Αυτό το βιβλίο χρειάστηκε μεγάλη έρευνα, πολλή προσοχή, από τη στιγμή που οι ιστορικές στιγμές όριζαν γεγονότα και συμπεριφορές. Επιπλέον, γράφτηκε σε πολύ πυκνό χρόνο, με καθημερινό γράψιμο (από τις 3 τα χαράματα, χωρίς ξυπνητήρι…) και με μεγάλο άγχος, όπως πάντα. Αρα, να ξεκουραστώ, να ξεκουραστώ…


ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ
ΣΤΟ ΑΥΤΙ ΤΗΣ ΑΛΕΠΟΥΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2016, ΣΕΛ. 336, ΤΙΜΗ 15,90 ΕΥΡΩ




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [17:59:29]