Παρασκευή 26 Μαΐου 19:55      10°-20° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Γιάννης Ανδρικόπουλος: «Ν

Γιάννης Ανδρικόπουλος: «Ν' αφουγκραστούμε τις σάλπιγγες της αφύπνισης»



Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη
Εβδομήντα χρόνια θητείας στην ποίηση, τη μεγάλη του αγάπη, συμπληρώνει τη νέα χρονιά ο αιγιώτης ποιητής και επί χρόνια αρχισυντάκτης της «Π» Γιάννης Ανδρικόπουλος και παραχωρεί μία συνέντευξη εκ βαθέων.
Βλέπουμε μέσα από τα περισσότερα ποιητικά σας βιβλία να ξεπηδάει μια αστείρευτη κι ανεξάντλητη πηγή δροσερής Αιγιολατρείας. Πόσο σας έχει εμπνεύσει ο γενέθλιος τόπος;
Ο τόπος μου, η ιστορική πολιτεία που γεννήθηκα, που μεγάλωσα και που έζησα 85 χρόνια κοντά της, πάντα μιλούσε μέσα μου με μια γλώσσα τρυφερότητας και στοργής. Ηταν μια γλυκιά, σαγηνευτική φωνή που πάντα την άκουγα και την υπάκουα. Αυτή μου έδωσε όλα τα μεγάλα και τα μικρά βιώματα, μ'έμαθε τι πάει να πει ευαισθησία, λυρισμός. Μου δίδαξε την ποίηση. Θέριεψε μέσα μου τον αχόρταγο νόστο για τον δικό της «καπνόν αναθρώσκοντα». Μ' έμαθε, βήμα-βήμα, στίχο το στίχο ν' αγαπώ τον άνθρωπο, ν' αγαπώ τον κόσμο, όχι με το μυαλό, τον υπολογισμό, τη σκέψη αλλά μόνο με την καρδιά μου.

Πολλοί κριτικοί του έργου σας, έχουν επισημάνει, με θερμά λόγια επαίνου την ανυπόκριτη αρετή σας να ενθαρρύνετε και να στηρίζετε νέους ανθρώπους που υπηρετούν την ποίηση και τη λογοτεχνία. Τι έχετε να πείτε επ΄ αυτού;
Η έμπνευση, ο λόγος, ο πλούτος του συναισθηματικού μας κόσμου, και οι ευκαιρίες αλλά και οι συνθήκες έκφρασής τους, στους σημερινούς βίαιους, σκληρούς κι απάνθρωπους καιρούς που ζούμε, είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Και οι σημερινοί νέοι, που έχουν να πούνε κάτι όμορφο και ευαίσθητο, δεν βρίσκουν εύκρατο έδαφος για να το κάνουν. Κι ευτυχώς δεν είναι λίγοι αυτοί οι θαρραλέοι, οι Δον Κιχότες της ποίησης που έχουν ταλέντο, ικανότητες εκφοράς ηδυσμένου λόγου και πρωτότυπες ιδέες.
Νιώθω λοιπόν πως έχω χρέος να ενθαρρύνω και να στηρίξω αυτούς τους νέους ανθρώπους, που ακόμα παραμένουν αγνοί και καθαροί. Αυτούς που δεν έχουν μαγευτεί από τις Σειρήνες της ματαιοδοξίας και τους εκμαυλισμούς των εφήμερων και ψεύτικων παραδείσων, και τολμούν να εκφράζουν τον πλούτο των συναισθημάτων τους, μέσω της Ποίησης!

Εχει επισημανθεί από μερικούς κριτικούς ότι σε μερικές περιπτώσεις η ποίησή σας είναι απλή, κατανοητή, και δεν κουράζει στην ανάγνωσή της. Αυτό το θεωρείτε ως μειονέκτημα ή προτέρημα;
Θεωρώ ότι η ποίηση και γενικότερα η λογοτεχνία όπου κι όποτε κατέφυγε στην απλότητα κι απέφυγε τους νοητικούς και διανοητικούς δαιδάλους, σε καμία περίπτωση δεν έχασε. Αντίθετα κέρδισε πολλά σε αποδοχή και σε καθαρότητα. Αυτό που λέτε εσείς απλότητα εγώ το θεωρώ καθαρότητα και φωτεινότητα. Σ' αυτά τα δυο προτερήματα πίστεψα κι εγώ και τα κράτησα σα σταθερά σημεία πλεύσης. Ας μη ξεχνάμε δυο μεγάλα παραδείγματα. Το ένα προέρχεται από την ελληνική Γραμματεία. Είναι τα εξομολογητικά λόγια του Σεφέρη: «Θέλω να μου δοθεί η χάρη να μιλήσω απλά!». Το δεύτερο παράδειγμα το διδάσκει αενάως η ζωή: «Φτιασίδια και εφήμερα επιχρίσματα χρειάζεται μόνο ό,τι είναι άσχημο και γερασμένο!».
Πώς νομίζετε ότι υπηρετεί τις ψυχικές τρικυμίες του σύγχρονου ανθρώπου, η ποίησή σας; Τι έχει να προσφέρει στον αναγνώστη σας;
Οι διακυμάνσεις της ψυχής του ποιητή πρέπει να ταυτίζονται με τις ψυχικές ανάγκες του αναγνώστη. Και πρέπει να διατυπώνεται με ζεστό, απλό και πειστικό τρόπο, ώστε όποιος προσφύγει στην ποίησή του ν' αποδέχεται όσα του λέει ο ποιητής και να γίνουν απόλυτα δικές του συναισθηματικές εξομολογήσεις. Προσωπικά, από την αρχή της ενασχόλησής μου με την ποίηση (τη νέα χρονιά συμπληρώνω 70 χρόνια που θητεύω σ' αυτή) αρχικά θέλησα με την ποίηση να εκφράσω τις νεανικές μου ανησυχίες, την αβεβαιότητα του μέλλοντός μου και τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα. Στα μετέπειτα χρόνια της ωριμότητας, πίστεψα και πάλεψα για τον εξανθρωπισμό της καταπιεσμένης και ακρωτηριασμένης ανθρώπινης συνείδησης. Δεν παράλειψα σε καμία εύκολη ή δύσκολη φάση της ζωής και της ποίησής μου να παλεύω, ώστε να πείσω τον συνάνθρωπο να πολεμάει κι αυτός «για το καλό και τ' αγαθό του ανθρώπου!».
Από τους παλιούς και νέους μας ποιητές ποιους θαυμάζετε; Ποιους έχετε ως πρότυπα; Ποιος, ίσως, να σας έχει επηρεάσει;
Οι προτιμήσεις στην τέχνη είναι στενά συνυφασμένες τόσο με το χαρακτήρα του νέου ποιητή, με τα παιδικά και νεανικά του βιώματα όσο και με τις πρώτες επιδράσεις των προσεγγίσεων με την ποίηση παραδοσιακών ποιητών που γνώρισα από τα σχολικά εγχειρίδια. Αργότερα και σε ηλικία 16-17 χρονών δέχτηκα σας πρωτοχρονιάτικο δώρο τους τρεις τόμους του «Λυρικού Βίου» του Σικελιανού (έκδοση «Ίκαρος»-1946). Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία. Στα 18 μου δημοσίευσε τα πρώτα μου ποιήματα ο Σπύρος Μελάς στην «Ελληνική Δημιουργία» και στα 21 μου ο Πέτρος Χάρης στη «νέα Εστία» του κι ο Μελής Νικολαΐδης στην «Πνευματική Ζωή». Ομως η ποίηση που χάραξε αργότερα τη σταθερή ρότα της πολύχρονης ποιητικής μου περιπλάνησης και παρουσίας, είναι η ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου. Με έχει κερδίσει και τη θαυμάζω, μέχρι σήμερα, για την απλότητα και τη γνησιότητα, την ειλικρίνεια και τον ανθρωπισμό της!

Η πρόσφατη επανέκδοση (3η μέσα στην τελευταία 6ετία) της ποιητικής σας συλλογής «Φυλαχτείτε… Ερχεται τυφώνας!», σημειώνει μια εντυπωσιακή αναγνώριση της κριτικής και του πνευματικού κόσμου και της ομόψυχης αποδοχής του αναγνωστικού κοινού και των φίλων της ποίησης! Νιώθετε δικαιωμένος γι' αυτό;
Οι κραυγές τρόμου και οι σπαραχτικές προειδοποιήσεις της ποιητικής σύνθεσης, δημιουργούν προβληματισμούς και ξυπνούν τις κοιμισμένες συνειδήσεις. Ισως η κοινωνία μας, αυτό τον καιρό, να βλέπει και να ζει τον Τυφώνα της οικονομικής λεηλασίας, της στέρησης αγαθών της ανασφάλειας της υγείας, της αδυναμίας να προσφέρουμε στις νέες γενιές υγεία, στέγη, διατροφή, εκπαίδευση κι επαγγελματική σιγουριά! Ολα αυτά όμως θεωρώ πως είναι απότοκος της ηθικής κρίσης που έχει προηγηθεί. Με αυτό το ποιητικό μου έργο δεν είχα προβλέψει μόνο τον οικονομικό Τυφώνα. Είχα προβλέψει κι αναφέρομαι στον Τυφώνα του ηθικού ξεπεσμού που έχει ξεθεμελιώσει όλα τα υποστυλώματα της ψυχής, της παράδοσης, της φυλετικής συνοχής και τον εξευτελισμό των μεγάλων αξιών του γένους μας! Αυτό τον Τυφώνα προφήτευσα το 2007. Κι αυτόν, που ήδη έχει ξεσπάσει περιγράφω με μεγαλύτερη και ζωντανότερη εκφραστική δύναμη, στην ποίηση της νέας βελτιωμένης και συμπληρωμένης έκδοσης. Φωνάζω: Γρηγορείτε! Διατάσσω: Εγερθείτε! Θαρσείτε! Ξέρετε γιατί; Γιατί τούτη τη μαύρη κι έρημη σχεδία που λέγεται Ελλάδα, και που αιώνες ταξιδεύει σ' ανταριασμένες θάλασσες μίσους, σκλαβιάς, αλληλοσπαραγμών, ποτέ δεν βούλιαξε, ποτέ δεν χάθηκε. Πάντα βρίσκει ένα απάνεμο γιαλό ν' αράξει, να μπαλώσει τα πανιά της, να φτιάξει νέα ξάρτια και να ξεκινήσει νέα ελπιδοφόρα ταξίδια, μέσα σ' ανταριασμένους πόντους κι αφιλόξενους κάβους του ατελεύτητου χρόνου της ζωής της! Ξέρετε όμως γιατί δεν χάνεται η Ρωμιοσύνη; Γιατί κι αν απομείνει μόνο μια μήτρα σ' αυτή τη μαύρη κι έρημη ξέρα, κι αν μείνει ένα μόνο μάτι ξάγρυπνο, κι αν απομείνει μόνο ένα πόδι ανάπηρο, κι αν απομείνει μόνο ένα χέρι υψωμένο, με σφιγμένη γροθιά, και μόνον αυτά είναι ικανά να κρατήσουν και να σηκώσουν ψηλότερα την ελληνική σημαία, ανάμεσα στις άλλες σημαίες των ελεύθερων λαών του κόσμου.

Είσθε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για το μέλλον της ποίησης, του λαού μας, του πολιτισμού μας, της χώρας μας;
Δυστυχώς, έχουμε γίνει Εφιάλτες και αποκαλύψαμε στους πάσης φύσεως κατακτητές, εκείνο το κρυφό γιδόστρατο που οδηγεί στις απόκρημνες κορφές του Ολύμπου, του Χελμού, του Ψηλορείτη και του Παρνασσού. Εκεί που 'χαν κρύψει την Κιβωτό του Γένους, οι πρόγονοί μας! Η Φυλή μας σήκωσε στους ώμους της, αμέτρητα χρόνια (ένας καινούργιος μυθικός Ανταίος) βουνά από στεναγμούς, που τους έχουν αλμυρίσει τα δάκρυα της προδοσίας και της σκλαβιάς, που δεν την τρόμαξαν τα φαντάσματα του σκότους. Πώς να γονατίσει, πώς να τρομάξει όταν πάνω στο λαβωμένο κορμί της έχουν ξεσπάσει όλες οι θύελλες κι όλοι οι τυφώνες; Κι όμως την αφήνουν, αδούλωτη, απροσκύνητη, πάντα αναγεννημένη! Προτρέπω ν' αφουγκραστούμε τις σάλπιγγες της αφύπνισης. Οι ήχοι τους σαλεύουν τη γη συθέμελη. Ανασταίνουν τους νεκρούς. Ορθώνουν τις συνειδήσεις. Σκορπίζουν μακριά τον ζόφο του εξολοθρεμού!

Τι σας πικραίνει και τι σας έχει απογοητεύσει στη χαλεπή εποχή που ζούμε;
Εχουμε ξεπουλήσει «κοψοχρονιά» τ' ακριβά τιμαλφή της ψυχής μας και τα υψηλά ιδανικά της φυλής. Τα ευτελίσαμε και δώσαμε «τα άγια τοις κυσί». Εχουμε απομείνει έρημοι, μοναχικοί, φοβισμένοι μέσα σ' έναν πολυάνθρωπο κόσμο, που παρανομεί, ασελγεί και παραμιλάει μέσα στη βακχεία της έπαρσης, της πλησμονής και της απληστίας! Σε κάθε μέρα, σε κάθε ώρα παζαρεύουμε και ξεπουλάμε την ψυχή μας στον διάολο. Παραχωρούμε «αντί πινακίου φακής» στους αλλόθρησκους, στους αγιογδύτες- τρωγλοδύτες Ευρωπαίους, εκείνο τ' άγιο Μεσολόγγι, εκείνο το αιματοπότιστο Ζάλογγο κι εκείνο το πνεύμα της αδούλωτης περηφάνιας του Μαρμαρωμένου βασιλιά, που κρύβαμε, αιώνες μέσα στα στήθια μας!

Το χρέος του πνευματικού κόσμου
Με όσα τονίσατε παραπάνω για τα μηνύματα που εισκομίζει η ποίησή σας στο σύγχρονο πνευματικό τοπίο της χώρας, ποια πνευματική εντολή και παρακαταθήκη θ' αφήνατε στον λαό μας;
Μας έχει βρει το Κακό. Τα σταυροδρόμια, τα φωτεινά που ξέραμε, έχουν γίνει αδιέξοδα. Νομίζω ότι για να ξορκίσουμε το Κακό δεν αρκεί «να μνημονεύουμε Σολωμό και Παπαδιαμάντη» όπως μας έχει συμβουλεύσει ο Ελύτης. Χρειάζεται ο λόγος -ρομφαία, ο λόγος- Σάλπιγγες όσων υπηρετούν τη λογοτεχνία και την ποίηση. Τα ίδια ζητούσαν πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κορυφαίοι διανοητές, προφήτες - πνευματικές συνειδήσεις. Αλλά όλοι οι της προηγούμενης γενιάς και όλοι της δικής μας, σήμερα, παραμείναμε απαθείς και κωφάλαλοι.
Ο Βαλερύ μάς είχε προειδοποιήσει: «Σηκώνεται άνεμος. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε!». Ποια προσπάθεια κάναμε; Ο Ιονέσκο είχε πει προφητικά: «Πρέπει να ξαναμάθουμε να θαυμάζουμε τον εαυτό μας». Ο Σεφέρης με βαθιά πίστη θα παραδεχθεί πως: «Είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει, γι' αυτό το πέλαγο θα ξαναγίνει πάλι κύμα». Ο Χέλντερλιν θ' ανακράξει σπαρακτικά: «Πού πήγε; Πού έφυγε το δημιουργικό πνεύμα του Θεού;». Τέλος, ο μεγάλος σύγχρονος θρησκευόμενος Ελληνας ποιητής, ο Τάκης Παπατσώνης έχει διατυπώσει τούτη την επώδυνη ικεσία: -«Θεέ μου, συ που έπλασες Εαρ και Θέρος, συ που διάταξες σε αρμονία Υάδας και Ωρίωνα, Συ που με την άλλη σου μορφή δίδαξες την πληρότητα της ζωής και της αγάπης, ίνα τι μας εγκατέλειπες; Τι γίνανε ο πλούτος της Δωρεάς κι ο Θησαυρός της Θυσίας;».
Στις δύσκολες, λοιπόν, μέρες που ζούμε, ο σύγχρονος πνευματικός κόσμος καλείται ν' ανέβει στην ψηλότερη βίγλα του Χρέους και ν' αγωνιστεί σαν Προμηθέας καρφωμένος στον αφιλόξενο βράχο, σαν Ηρακλής υποχρεωμένος για νέους άθλους. Δεν πρέπει να αφήσουμε ανεμπόδιστους τους Οπλόσμιους, τους μισερούς χαμοθεούς να σταυρώνουν το Δίκιο και τη Λευτεριά. Να μην προσφέρουμε τα στήθια μας σε γυπαετούς που επιχειρούν να ραμφίσουν τη θεοφόρα καρδιά μας. Να παλέψουμε για να μη μείνει ο κόσμος χωρίς «άρτον ζωής» και «ύδωρ αλλόμενον». Πρέπει να προειδοποιήσουμε την ανθρωπότητα να φυλαχτεί από το Κακό που την απειλεί: -«Ο κόσμος παραφρόνησε». - «Αμπαρώστε τις καρδιές. Φυλαχτείτε! Αντισταθείτε. Γρηγορείτε. Σκοτείνιασαν οι ουρανοί». Το βουερό ποτάμι της ισοπέδωσης ορμάει στους γαλαξίες της ανθρωπιάς, γιομίζει με θρόμβους αίματος τ' αλφαβητάρια της ζωής, τα μουντζουρώνει με θανατηφόρα γεωμετρικά σχήματα…
Εμπιστευτείτε, λοιπόν, τον προφητικό λόγο του Ρίτσου και του Βρεττάκου. Μην υποτιμάτε τις προφητείες των ποιητών. Εχουν επαληθευτεί όλες, μέχρι σήμερα. Ο πρώτος το 'πε μ' ένα μοναδικό στίχο: «Τη Ρωμιοσύνη μη την κλαις». Κι ο σταυραετός του Ταϋγέτου ο Νικηφόρος της ελληνικής ποίησης, στάθηκε «κάτω από την Ακρόπολη» και άφησε στο Γένος την ακριβή του παρακαταθήκη:
«Ουκ Εάλω η ρίζα.
Ουκ εάλω το φως!
Ενυπάρχει στο φως η Ψυχή σου,
Στη ρίζα το σώμα σου.
Ουκ Εάλω η Βασιλεύουσα ψυχή των Ελλήνων!».








Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [19:55:28]