Τετάρτη 29 Μαρτίου 04:32      5°-20° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Αγαθέ τας, δύο λέξεις

Αγαθέ τας, δύο λέξεις



Ελθέ, και σκήνωσον εν ημίν, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον αγαθέ τας ψυχάς ημών.
Εχουμε κάτι δεκαετίες να ακούσουμε αυτά τα λόγια. Αλλά δεν θα τα ξεχάσουμε ποτέ. Σηματοδοτούσαν το τέλος της πρωινής προσευχής, άρα θα μπαίναμε στις τάξεις για να μας στρώσουν στο κυνήγι κάτι δεκαδικοί μαζί με δασείες και αορίστους δευτέρους. Από την άλλη, ήταν και το κορίτσι που τα έλεγε. Βίωνε κάθε φράση, σαν να έφερε βαρέως το προπατορικό αμάρτημα και εκπλιπαρούσε για λύτρωση. Εν τέλει ήθελε απλώς να κάνει την καλή στους δασκάλους και απολάμβανε την προσοχή μας. Η πονήρω. Μακάρι να γέμισε η ψυχή της κηλίδες, όπως τα κομπιούτερ με ιούς. Και τώρα που κόβουν την προσευχή στα σχολεία, ποιός θα φροντίσει για τον ψυχοκαθαρισμό της; Δεν είναι εύκολα αυτά, όπως στου οδοντογιατρού, να τελειώνεις με ένα λυτρωτικό "φτύσε μου". Και να φεύγεις με ψυχή λευκαμένη, έτοιμη να ξαναλερωθεί με κατάλοιπα αμαρτιών, που αφήνει ο ρυπαρός βίος στα ούλα του εσωτερικού μας κόσμου. Να προκαλούν αιμάσσουσα ψυχουλίτιδα.
Μας πήρε κάποιο καιρό για να αντιληφθούμε ότι το "αγαθέ-τας" είναι δύο λέξεις και όχι μία, "αγαθέτας", πως λέμε "ήθελέτα κι έπαθέτα", σε κάποια αιτιατική. Το "σκήνωσον" το καταλαβαίναμε, είχαμε μια κάποια γνώση από αντίσκηνα, συνεπώς, εκλιπαρούσαμε να στήσει σκηνή εντός μας ο Πανάγαθος, και να αποκρούει για λογαριασμό μας κινδύνους και πειρασμούς. Με τους πειρασμούς, είχαμε ένα θέμα. Γνωρίζαμε ότι ήταν (και, πού' σαι, είναι ακόμα) κακό πράγμα, αλλά συνεχώς πιάναμε τον εαυτό μας πειραζόμενο, δεν υπήρχε πονηρή και ανέντιμη σκέψη ή παρόρμηση που να εύρισκε την πόρτα μας κλειστή. Η συνείδησή μας, μια κερκόπορτα. Η καλλιέργεια ενοχικότητας βοηθούσε. Ολο και κάτι γινόταν, με τη στοιχειωτική ιδέα του "δεν κάνει". Παγωτό, Μεγάλη Δευτέρα. Τρελάθηκες; (φώναζε ο εσωτερικός χωροφύλαξ)
Πάει για κατάργηση η πρωινή προσευχή στο σχολείο; Προτείνεται, πάντως, να γίνεται προαιρετικά. Θα δηλώνει ο Παναγής, οκτώ χρονών, αν δέχεται να προσεύχεται η Μαρίτσα δημοσίως και εκείνος να παρίσταται με τα χέρια κομψά σταυρωμένα και όχι σε ανάρμοστη θέση, άλλο κακό αυτό με τα χέρια, να βλέπεις παιδιά σε προσευχή και να νομίζεις ότι είναι τείχος σε φάουλ έξω από την περιοχή.
Οχι, δεν θα είναι έτσι. Μάλλον θα δηλώνει ο γονέας. Δέχομαι ή δεν δέχομαι ο υιός μου Παναγιώτης, να προδώσει το εκ του βαπτιστικού το ονόματος δηλούμενον, και να γυρίζει την πλάτη στην πρωινή προσευχή, έτσι ώστε να ευφραίνεται ο βελζεβούλ και, χε, χε, χε, να τρίβει τα χέρια του, ενώ ο μαμμωνάς θα γελάει ξεκαρδισμένος, πεσμένος ανάσκελα. Και ο εωσφόρος να μετράει χαμένες ψυχές. Ντινγκ. Κι άλλος. Ντινγκ.
Ερχεται άλλη μια συζήτηση να μας μπερδέψει. Πόσο πιστοί είμαστε. Μέχρι ποιού σημείου έχουμε δικαίωμα να προσδιορίζουμε τις προσλαμβάνουσες των παιδιών μας. Σε τι βλάπτει και σε τι σε επηρεάζει η έκθεση σε θρησκευτικές εκδηλώσεις. Εάν επιθυμούμε να απαλλαγούμε της ενοχικότητας με την οποία εκφέρεται το αφήγημα του αμαρτάνειν, με τι μπορεί να υποκατασταθεί η ανάγκη να εμβολιασθεί ένας νέος με την ιδέα του καλού. Υπάρχει αυτή η ανάγκη ή φροντίζει γι' αυτό η ίδια η φύση; Κυρίως όμως, η συζήτηση πάει αλλού. Να βρούμε τα όρια μεταξύ θρησκευτικού πολιτισμού- που είναι ένα στοιχείο του ελληνικού κόσμου, της γλώσσας, των εθίμων, της σκέψης, της κουλτούρας- και υποχρεωτικής εμφύσησής του ως ιερού αξιακού και φιλοσοφικού συστήματος. Είναι άλλο πράγμα να καταλαβαίνεις τι λέει ο Απόστολος Παύλος ή ο Γρηγόριος ο θεολόγος ή ο Θωμάς ο Ακινάτης, και να το επεξεργάζεσαι διανοητικά, και άλλο να νιώθεις υποχρεωμένος να το ασπαστείς.
Η συζήτηση αν πρέπει ή όχι να γίνεται προσευχή, θα μπορούσε να δώσει τη θέση της σε μια άλλη: Περνώντας από εκκλησία, να κοιτάμε ή να μην κοιτάμε τον τρούλο, τις επιγραφές και το καμπαναριό;
Πάντως, η πιο αγαπημένη προσευχή ήταν άλλη: Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου, έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και το μέγα έλεος. Σήμαινε ότι είχαμε περάσει πλέον στην Πεντηκοστή, τα χελιδόνια είχαν έρθει, τα παγωτά ήταν ελεύθερα, και ο αεράκος μας έφερνε στη μύτη την οσμή από τα αρμυρίκια. Η θάλασσα ανέβαινε μέχρι τα πόδια μας και έφερνε το καλοκαίρι.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [04:32:18]