Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 02:43      6°-15° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Φιλοσοφική προσέγγιση: Στην Cantata BWV 156, δεύτερο μέρος (Adaggio) του J.S. Bach

Φιλοσοφική προσέγγιση: Στην Cantata BWV 156, δεύτερο μέρος (Adaggio) του J.S. Bach



Σας προτρέπω, όσο μου επιτρέπεται μία τέτοια προτροπή, να ακούσετε κάποια στιγμή στη ζωή σας, έστω μία, το θεσπέσιο αυτό έργο του J.S. Bach, το δεύτερο μέρος (Adaggio) από την Cantata BWV 156, το ούτω καλούμενο Arioso.
Αναλυτικά ιδωμένο, είναι πολύ απλό στη φόρμα του και κατανοητό και από τον πλέον αδαή.
Το αριστερό χέρι εκτελεί, σε αδρές και απέριττες αλλά κάθετες και βαθιές γραμμές, τις συγχορδίες, και όχι πυκνές αλλά απογυμνωμένες απλά, επαναλαμβανόμενες σε σταθερό μοτίβο, με συγκεκριμένο αργό ρυθμό, τακτικό, που χάνεται στο βάθος της ακοής μας, πίσω από την αντίληψή μας. Ετσι, όμως, εγκαθιδρύεται αυτή η τακτικότητά του, ενσταλλασσόμενη απηνώς στη συνείδησή μας, ως ένα μονότονο λάιτ μοτίφ, ως ένας γέρος με βαρύ αλλά τακτικό βηματισμό, που αργά αλλά σταθερά πλησιάζει προς το μέρος μας, χωρίς εμείς αρχικώς να του δίνουμε σημασία. Αυτό είναι το τακτικό πλεονέκτημα του ανεπαίσθητου, καθώς μας κατακτά σταδιακά και άνευ όρων, αφού αρχικώς δεν του δίνουμε σημασία. Και πράγματι, περί βηματισμού πρόκειται, που χάνεται η αρχή του στο άναρχο σημείο ενάρξεως του Κόσμου. Είναι ο Κρόνιος Χρόνος, με το Φοβερό Βήμα του, ο δρεπανοφόρος, που αργά αλλά σταθερά μας προσεγγίζει, και ακούμε όλο και πιο δυνατά τους ήχους από τα «ξυλοπάπουτσά του» (Ι. Ρίτσος). Οσο εμπεδώνεται η μελωδία εντός μας, τόσο μας κατακυριεύει η ανασφάλεια του τέλους, ως ειμαρμένης. Κάποια στιγμή, αποκαμωμένοι και εξαντλημένοι από την αναμονή του ζοφερού τέλους, παραδινόμαστε αμαχητί, ωσάν ερπύστριες πλέον να σαρώνουν το κορμί μας. Και όμως, είναι ιλουζιονιστική η αίσθηση της κατακυρίευσης. Είναι απλά το βήμα ενός γέρου, που μεθοδικά παρέλυσε τις αντιστάσεις μας, πλησιάζοντας με οργάνωση και τακτικότητα, καθώς μία βρύση, που στάζει μία στάλα κάθε τόσο, αλλά πάντα τόσο, και τόσο όσο να σου διαλύσει το νευρικό σύστημα.
Ποτέ δεν θα δώσεις σημασία στο αριστερό χέρι, όμως, όσο εκτελείται το αριστούργημα Arioso. Γιατί όλη η προσοχή σου είναι στραμμένη στη μελωδία, που εκτελεί το δεξί χέρι. Εκεί και εξαντλείσαι. Ω, το μοτίβο του δεξιού χεριού! Διαμετρικά αντίθετη φόρμα από την φόρμα του αριστερού, συμπυκνωμένη σε ένα έργο η προαιώνια αντίθεση και διαπάλη του Γήρατος και της Νεότητας. Αυτήν (τη Νεότητα) εκπροσωπεί το δεξί χέρι, την ζωντάνια, την ακμή, την σφριγηλότητα, τα νιάτα, ως αυταξία και υπέρτατη αρχή. Σε αντίθεση με την υποδόρια, ύπουλη, αποχαυνωτική αποδόμηση του αριστερού χεριού, του Χρόνου, αυτού του Γέρου, που αποικοδομεί τις αντιστάσεις μας και φθείρει τα πάντα στο διάβα του, το δεξί χέρι εκφράζει το ποιητικό αίτιο αυτού του Κόσμου, τον λόγο δημιουργίας και υπάρξεώς του, τα νιάτα και τα συμπαρομαρτούντα paraphernalia τούτων. Το δεξί χέρι συνιστά τον λόγο και τη δράση ενός άλκιμου νεαρού, ο οποίος διαθέτει απολλώνεια κάλλη, σμιλευμένα σε μείζονες κλίμακες. Περιχαρής, για την αίσθηση δύναμης που αποπνέει και τον διαπνέει, κάνει τα πρώτα βήματά του στη ζωή, γεμάτος αυτοπεποίθηση και ναρκισσισμό. Αρνείται τις προσεγγίσεις και τους συμβιβασμούς, δεν κάνει εκπτώσεις, αγαπά, χαίρεται, γυμνάζεται, χορεύει, χαϊδεύει, φιλά και ερωτεύεται, κατά τρόπο αναίτιο και χωρίς την ισοπεδωτική σκέψη. Δεν σκέπτεται, όχι γιατί δεν μπορεί, αλλά γιατί δεν χρειάζεται, ενεργεί, εξ ου και ΖΕΙ, πηδώντας από πλήκτρο σε πλήκτρο μειζόνων πάντοτε κλιμάκων.
Κάποια στιγμή, όμως, έρχεται και η συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά είναι εφήμερα. Et in Arcadia Ego, γογγύζει ο Poussin στις ψυχρές αίθουσες του Λούβρου. Et in Arcadia Ego, αναφωνεί από το βάθος και τα έγκατα του πιάνου, το αριστερό χέρι, ο Χρόνος, που πλησιάζει. Στο άκουσμα της σταδιακής αυτής επέλασης του χρόνου, που χαράζει και τις πιο φρέσκες επιδερμίδες, το δεξί χέρι (ο νέος μας) αρχικώς αποσβολώνεται, χάσκοντας με δύναμη προς στιγμήν σε μία ύφεση του σόλ, οπότε και αποφασίζει να δραπετεύσει, να ξεφύγει από τα νύχια του άρπαγα Κρόνιου Γέρου. Στην ψυχή του παλινωδεί η θλίψη, ο ίδιος συναισθηματικά μεταπίπτει σε ελάσσονες κλίμακες, με την ίδια φορτικότητα βέβαια, αλλά πάντοτε στις υφέσεις της θλίψης και της μελαγχολίας. Η τύχη του είναι αναπόδραστη, παρά τις τρίλιες, τις κορώνες και τα λοιπά μουσικά τερτίπια του. Η αρχική ευφορία του εξέπεσε σε απόγνωση και λύπη. Τα νιάτα λυπούνται, και όταν λυπούνται, μεταπηδούν με αστραπιαίο ρυθμό στην κινούμενη άμμο των υφέσεων.
Τα πάντα είναι προδιαγεγραμμένα όμως, η ειμαρμένη δεν θα μπορούσε να απουσιάσει από το θεσπέσιο αυτό έργο του Μπαχ. Παρά τις απέλπιδες προσπάθειες του δεξιού χεριού (του νέου μας), και της μελωδίας που αυτό εκπέμπει, να αποδράσει από τη δικτατορία του προαιώνιου αριστερού χεριού, η τύχη του είναι δεδομένη. Θα συγκλίνει, θα συμπυκνωθεί, θα συγχωνευθεί, ο χρόνος θα το κατακυριεύσει, θα το δαμάσει. Η νεότητα, το σφρίγος, τα άλκιμα πέντε μέλη του δεξιού χεριού σύντομα θα γεράσουν, θα σωπάσουν, θα τα καταπιεί ο βόρβορος του αϊδίου Γέρου. Θα εκπέμψουν για τελευταία φορά τον σκοπό τους, κι ύστερα θα χαθούν, απορροφηθέντα από την ίδια νότα, την ντο (σε υφεσιακή κατάσταση), στην αμέσως πιο βαρύτονη κλίμακα, όπου μόλις ξαπόστασε ο γέρο-Χρόνος. Τα νιάτα θα πεθάνουν, δίνοντας σάρκα στα ξέσαρκα χέρια (Μωπασσάν) του αριστερού δυνάστη, του Κρόνιου γητευτή των πάντων.
Αυτή η αέναη διαπάλη μεταξύ του άσπρου και του μαύρου, της δίεσης και της ύφεσης, του μείζονος και του ελάσσονος, της χαράς και της λύπης, των νιάτων και των γηρατειών, του τώρα και του ποτέ, του χθες και του αύριο, της ανάμνησης και της προσδοκίας, του Θεού και του Διαβόλου, του αναίτιου και της ειμαρμένης ! Αυτή η δίχως τέλος διαμάχη του «Σ' αγαπώ» και του «Δεν θα σε αγγίξω ποτέ στη ζωή μου».
Αυτός ο θρίαμβος του Χρόνου, με το συμπυκνωμένο ηθικό δίδαγμα από πλευράς του πάστορος Μπαχ. Διότι ο Μπαχ είναι πρωτίστως ο παιδαγωγός των ενηλίκων, ο συντάκτης των ηθικών μας κωδίκων, ο άτεγκτος, ακέραιος εκτελεστής των.
Arioso, για πάντα ή, καλύτερα, για ποτέ…




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [02:43:51]