Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 02:25      1°-11° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Αυτός ήταν ο Βαγγέλης Σωτηρόπουλος

Αυτός ήταν ο Βαγγέλης Σωτηρόπουλος



Στο γνωστό ποίημα του Τζον Ντον, αυτό που δανείστηκε ο Χέμινγουεϊ, ο Αγγλος κληρικός γράφει, το 1624, ότι ο θάνατος κάθε ανθρώπου εμάς τους ίδιους λιγοστεύει. Για αυτό μην ρωτάς για ποιον χτυπάει η καμπάνα (For whom the bell tolls). Χτυπάει για σένα.
Σαν να αποχαιρετάς, να χάνεις ένα κομμάτι σου, ένα μέρος του εαυτού σου. Ενα φορτίο από λέξεις, από αναμνήσεις, από αθώα πειράγματα, από μικρές στιγμές στην άκρη ενός τυπογραφείου, από εικόνες που ξυπνούν μέσα σου έναν οίστρο νοσταλγίας και επιστροφής σε καιρούς υψηλής αθωότητας.
Ο ίδιος δεν θα ήθελε νεκρολογίες. Θα ήθελε να τον θυμόμαστε ζωντανό και όρθιο. Στο γραφειάκι του στην «Πάτρα Σπορ», στο μάρμαρο της παλιάς «Πελοποννήσου» στην Υψηλάντου, στις μηχανές του Κολλιόπουλου στην Ακρωτηρίου, στη μεταλλική πολυθρόνα του στο κτίριο της Μαιζώνος, εκεί που με την καλλιγραφία της μονογραφής του -πάντα με μπλε μαρκαδόρο- έδινε το «τυπωθήτω» κάθε σελίδας.
Και στο βάθος ο Κώστας, ο Θόδωρος, ο Τάκης, ο Γιάννης, ο Σάββας, ο Βασίλης, η Ρούλα, ο Παντελής, ο Νίκος, ο Μιχάλης, αργότερα η Αγγελική και η Μαρία, ο Μάριος, όλα τα παιδιά του ατελιέ που με την τέχνη τους τον έκαναν να νιώθει περήφανος. Και μαζί οι διορθωτές, ο Κώστας, η Κρίστυ, ο Νίκος, πιο παλιά ο Στέφανος.
Ολοι όσοι παίρνουν στα χέρια τους τα ανούσια κείμενά μας και τα κάνουν μικρά αστέρια στον ουρανό της εφημερίδας.
Και στον πάνω όροφο, ο Μάγνης και ο Θεοδωρόπουλος, ν' ακούν στωικά τις μικρές παρατηρήσεις του. Να ακούν στο εσωτερικό τηλέφωνο τη βαριά, βυζαντινή φωνή του, να δίνουν βάση στα λόγια του, να μετρούν κάθε του σχόλιο.
Ο Βαγγέλης Σωτηρόπουλος δεν ήταν τυπογράφος, ούτε αθλητικός συντάκτης και εκδότης. Ηταν το είδος του ανθρώπου που είχε ζωή την εφημερίδα και η εφημερίδα ήταν η ζωή του.
Ηταν ο πρώτος που ερχόταν, παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, και ο τελευταίος που έφευγε. Παντρεμένος με τη δουλειά του, κι ας γκρίνιαζε συχνά η κυρία Λίτσα και μαζί της οι δυο κόρες του, η Αγγελικούλα και η Χαρά.
Χθες το μεσημέρι κηδεύτηκε έτσι όπως ήθελε να κηδευτεί. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και περιττά μεγαλεία. Σαν τον ωραίο οικοδεσπότη στο «Βίλλυ'ς Παρκ».
Σαν εκείνον που τη μια στιγμή έσφιγγε το χέρι στις εφήμερες δόξες του αθλητισμού, στον Αναστόπουλο και στον Μητρόπουλο του αγαπημένου του Ολυμπιακού, και την άλλη φορούσε την ταπεινή μουντζουρωμένη ποδιά του στο ατελιέ της «Πελοποννήσου».
Ο Σωτηρόπουλος, χωρίς να το ξέρει, ήταν αυτό που με πάθος ζητά σήμερα η πατρίδα μας. Η αξία που δεν κομπορρημονεί γεμάτη αλαζονεία, αλλά προσφέρει. Ο άνθρωπος που δεν βάζει το εγώ του πάνω απ' το όλο, αλλά το όλο πάνω απ' το εγώ.
Με μπλε μαρκαδόρο. Και μικρές ανάσες στα κόκκινα Μάρλμπορο.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [02:25:45]