Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 17:01      0°-11° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ο τελευταίος επιζών του υψώματος 731

Ο τελευταίος επιζών του υψώματος 731



Του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Μνήμες πολέμου, μνήμες για τα θανατικά των υπερασπιστών του αλβανικού έπους, μνήμες ανδρείας για τους Ελληνες μαχητές, υπάρχουν δεκάδες στις καταγραφές των ιστορούντων τα γεγονότα της περιόδου του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα, μνήμες όμως σε καταγραφές ημερολογιακές από τους πρωταγωνιστές είναι ελάχιστες.
Οι μαχητές του έπους του '40 έχουν περάσει πλέον στην αιωνιότητα, εκτός ελαχίστων αλλά τρανών εξαιρέσεων που συνεχίζουν τον βίο τους σκαρφαλωμένοι στα δυσθεώρητα ύψη της δέκατης δεκαετίας του βίου τους. Στην Πάτρα, που πρώτη βομβαρδίστηκε από την ιταλική αεροπορία, με δεκάδες θύματα από τον άμαχο πληθυσμό την πρώτη μέρα του πολέμου, ζει ο τελευταίος υπερασπιστής του θρυλικού υψώματος 731 Μιχάλης Μαρούντας.
Το ύψωμα 731 και οι αιματοβαμμένες μέρες του, τον Μάρτη του 1941 καταγράφονται ως σημείο αναφοράς στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία, για το πώς ελάχιστοι αντιμετώπισαν πολλαπλάσιους με στρατιωτική υπεροπλία, για το πώς δηλαδή οι ολιγάριθμοι Ελληνες μαχητές στην κυριολεξία στις φονικές οχυρώσεις του υψώματος, αντιμετώπισαν χωρίς εφεδρείες, για αρκετές μέρες, με επιτυχία τις επίλεκτες μονάδες του ιταλικού στρατού, υπό την καθοδήγηση του ίδιου του Μπενίτο Μουσολίνι.
Ο ήρωας Μιχάλης Μαρούντας, ενενήντα οκτώ χρονών σήμερα, ήταν παρών τον Μάρτη του '41 στο ύψωμα που ακόμα και σήμερα τα οστά των μαχητών του, εκεί και εκείθεν, λαμπυρίζουν στον ήλιο. Τραυματίας πολέμου, έχασε το ένα πόδι του κατά την οπισθοχώρηση, με την αξιοπρέπεια που ορίζει ο χρόνος και η μαχητικότητά του, γράφει στο προσωπικό του ημερολόγιο.
«Στις 10 Μαρτίου του 1941 πρωί-πρωί καλά δεν είχε ξημερώσει δεκάδες ιταλικά αεροπλάνα σε σχηματισμούς πυροβολούν το ύψωμα 731 και συνάμα εξαπολύουν έναν αριθμό βομβών επί του εδάφους. Οι Ελληνες υπερασπιστές κουρνιάζουν εντός των σπηλαίων. Η φοβερή αυτή βολή διήρκησε περίπου μισή ώρα. Δεν πέρασε η άλλη μισή ώρα και το ιταλικό πυροβολικό βάλει με κάθε διαμέτρημα εκατοντάδες οβίδες. Το ύψωμα 731 είχε μεταβληθεί εις αληθινή κόλαση».
Και συνεχίζει:
«Εκτός ενός ρηχού σπηλαίου το έδαφος εκαλύπτετο από ελάχιστους μικρούς θάμνους, πέριξ αυτών διαμελισμένα πτώματα. Την ίδια μέρα το απόγευμα ολόκληρη ιταλική ταξιαρχία επετέθη εναντίον της περιοχής την οποία υποστήριζαν δυο τάγματα του Συντάγματος Κιτσέα, οι επιτιθέμενοι Ιταλοί κατόρθωσαν να σταθούν σε απόσταση 50 μέτρων από την κύρια γραμμή της ελληνικής αντίστασης. Ο ίδιος ο Κιτσέας χειρίζεται το πολυβόλο της άμυνας και μας διατάσσει με χειροβομβίδες και διά της λόγχης να εξορμήσουμε. Την επομένη χιονίζει ασταμάτητα. Ξάφνου πέντε ιταλικά αεροπλάνα διαγράφουν κύκλους πάνω από τα κεφάλια μας και ρίχνουν χιλιάδες προκηρύξεις με περιεχόμενο γραμμένο στα Ελληνικά:
«Αξιωματικοί και οπλίτες Ελληνες, μην χρησιμοποιείτε τα όπλα κατά των ιταλικών στρατευμάτων, διότι στην Αθήνα έγινε κίνημα και δεν υπάρχει ελληνική κυβέρνηση, όσοι επιθυμείτε ενταχθείτε στον ιταλικό στρατό ή γυρίστε στους τόπους κατοικίας σας».
Οταν διαβάσαμε το περιεχόμενο των ιταλικών προκηρύξεων, μας προξένησε γέλωτας παρά τις απώλειες νεκρών και τραυματιών που είχαμε θρηνήσει τις πρώτες μέρες, τις πήραμε για τις υπαίθριες τουαλέτες…».
Ο Μ. Μαρούντας στο προσωπικό του ημερολόγιο περιγράφει μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, την επίθεση των Ιταλών και την άμυνα των Ελλήνων. Είναι ίσως το μοναδικό ημερολόγιο πολέμου που περιγράφει με τόση λεπτομέρεια τα γεγονότα για το ύψωμα 731 από τον τελευταίο ήρωα υπεράσπισής του.
Η εφημερίδα Καθημερινή στις 12 Μαρτίου 1941 αναφέρει στην ανταπόκριση του απεσταλμένου της στο μέτωπο Χρ. Κολιάτσου, επιβεβαιώνοντας τον Μ. Μαρούντα στον πραγματικό χρόνο των γεγονότων, τα εξής:
ΠΩΣ ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΜΑΣ ΚΑΤΕΛΑΒΟΝ ΝΕΑΣ ΟΧΥΡΩΤΑΤΑΣ ΕΧΘΡΙΚΑΣ ΘΕΣΕΙΣ ΘΥΕΛΛΩΔΗΣ ΕΞΟΡΜΗΣΙΣ ΥΠΟ ΡΑΓΔΑΙΑΝ ΒΡΟΧΗΝ ΠΥΡΟΣ
ΚΑΠΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟΝ
(Του πολεμικού απεσταλμένου μας). «Χθες από βαθειάς νυκτός ευρέθην και πάλιν εν μέσω των μαχόμενων τμημάτων μας του Κεντρικού Μετώπου, δυνηθείς χάρις εις την ευγενή καλοσύνην του διοικητού μιας εκ των ηρωïκωτέρων ανωτέρων μονάδων μας, να παρακολουθήσω εκ του σύνεγγυς την σημερινήν μεγαλειώδη και αφάνταστου ορμητικότητος επίθεσιν του ενδόξου στρατού μας. Μέχρι σήμερον, είχα ευτυχήσει να παρακολουθήσω πολλάς τοιαύτας εξορμήσεις. Η σημερινή όμως χειμαρρώδης εξόρμησις ήτο άνευ προηγουμένου.
Το παρατηρητήριον, οπόθεν παρίσταμαι μάρτυς της νέας αυτής εποποιίας των φαντάρων μας, παρέχει σχετική τίνα προφύλαξιν από την βροχήν των βλημάτων που διασταυρούνται και εκρήγνυνται δαιμονιωδώς εις απόστασιν ελαχίστων μέτρων γύρω μας. Πυροβόλα όλων των διαμετρημάτων, όλμοι και πυροβόλα βάλλουν διαρκώς και ακαταπαύστως προς όλας τας διευθύνσεις. Η συνεχής λάμψις των εκρήξεων μας τυφλώνει κυριολεκτικώς και ο καπνός μας πνίγει. Νομίζει κανείς ότι δεκάδες ηφαιστείων εξεμούν από τα σπλάχνα της γης πυρ και σίδηρον. Εις μιαν στιγμήν, οι δαιμονιώδεις κρότοι και αι εκτυφλωτικαί λάμψεις σταματούν. Πυκνόν και αδιαπέραστον σκότος καλύπτει τους πάντες και τα πάντα. Οι διάφοροι σύνδεσμοι και διαγγελείς, έρποντες ως πραγματικά φαντάσματα μέσα εις το σκότος, φθάνουν εις το παρατηρητήριον προς λήψιν διαταγών. Τα τηλέφωνα βρίσκονται εις διαρκή κίνησιν. Ο επί του παρατηρητηρίου ανώτερος αξιωματικός, ψύχραιμος και ατάραχος παρακολουθεί την κατάστασιν με το ρολόγι στο χέρι. Ακόμη λίγο και θα ξημερώσει».

Το ημερολόγιο ενός ζωντανού πολεμιστή
Το πολεμικό ημερολόγιο του κ. Μαρούντα είναι μια εξαιρετική πηγή γνώσης για τα γεγονότα της περιόδου. Ο ίδιος, σήμερα, σχεδόν εκατό χρονών καταγράφει καθημερινά τις μνήμες του με τον τρανό τρόπο του βιώματος.
Σιγοταγουδάει ανελλιπώς:
«Τι έχεις μαύρε κόρακα και σκούζεις και φωνάζεις;
Εβγα ψηλά στην Πίνδο στη ράχη και στον Προφήτη Ηλία
να δεις κορμιά Ελλήνων και Ιταλών
αξιωματικών και στρατιωτών.
Ελλάδα, Ελλάδα, Ελλάδα,
και μεταξύ αυτών φέρνουν βαριά τραυματισμένο
το Συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη.
Κατέβα πιο κάτω στο Καλπάκι
να δεις κρυμμένους μέσα σε μια σπηλιά
το Συνταγματάρχη Κωστάκη,
Διοικητή μιας πυροβολαρχίας
και στο παρατηρητήριο ο υπολοχαγός Τσάλας.
Περιμένει ο Κωστάκης να του δώσει αποστάσεις,
με δυο βολές κανονιών αποδεκάτισε
την μεραρχία των Ιταλών ονόματι Κενταύρων
που ήθελε να καταλάβει τα Ιωάννινα».
Είναι το ίδιο τραγούδι που τραγουδούσε με τους συμπολεμιστές του στο μέτωπο για να παίρνουν θάρρος ο ένα από τον άλλον. Οι μαχητές του τελευταίου παγκοσμίου πολέμου είναι πλέον απόντες, οι Ελληνες αξιωματικοί και φαντάροι που με το σθένος αλλά και τη φαντασία τους φύλαξαν τις ακρώρειες της πατρίδας, εκεί επάνω στην αλβανική και βουλγάρικη μεθόριο, έχουν περάσει στην αιωνιότητα. Ελάχιστοι ζουν ακόμα από αυτούς που συμμετείχαν ενεργά στις πολεμικές επιχειρήσεις. Η μνήμη τους ασθενική, λόγω ηλικίας φυσικά, κρατά ως κορυφαίες στιγμές του βίου τους εκείνες τις χρονικές περιόδους που μέσα τους είναι σκληρά χαραγμένες με τη βία του πολέμου, το αίμα το δικό τους και των συναγωνιστών τους και φυσικά με τα προσωπικά τους βιώματα από το μέτωπο. Μια ακόμα ημερολογιακή του καταγραφή περιγράφει τα αισθήματα των αντιμαχόμενων.
«Είχε χιόνι, το φεγγάρι χαμηλά και ο ουρανός καθαρός από σύννεφα. Δουλεύαμε πάρα πολύ για να φτιάξουμε τις γραμμές του τηλεφώνου και προχωρούσαμε γρήγορα γρήγορα, καθώς έπρεπε τα ξημερώματα να έχουμε τελειώσει, γιατί τότε η ιταλική αεροπορία δε θα μας άφηνε να σηκώσουμε κεφάλι. Κάποια στιγμή, λοιπόν, είδα εκεί πέρα ένα μικρό ρυάκι με χιονόνερο, ήμουν διψασμένος, έσκυψα να πιω νερό. Σκύβοντας, όμως, βλέπω μέσα στο ρυάκι ένα κεφάλι. Πλησίασα κοντά. Ηταν το κεφάλι ενός ανθρώπου. Πιο κει βλέπω με το φως του φεγγαριού ένα λάκκο που προφανώς ήταν από βλήματα πυροβολικού και δίπλα εκεί πέρα το ανθρώπινο σώμα που ανήκε στο κεφάλι.
Ενιωσα ένα ρίγος, δεν με ενδιέφερε αν ήταν Ελληνα ή Ιταλού. Με την παγωνιά που έκανε δε μύριζε καθόλου το πτώμα. Σκέφτηκα εκείνη την ώρα, ότι κάποια μάνα σαν τη δική μου, σαν όλες τις μάνες όλων των παιδιών, όλων των αξιωματικών, όλων των στρατιωτών, είτε Ελληνες είτε Ιταλοί, θα περίμενε και αυτή νέα από το παιδί της. Πού να ήξερε η δύστυχη αυτή μάνα ότι από μέρες ο γιος της ήταν σκοτωμένος και ότι εγώ βρήκα το κεφάλι και το σώμα του. Πήρα λοιπόν λίγο χιόνι και τον έθαψα μαζί με τους στρατιώτες χωρίς σταυρό. Βρήκα το καπέλο του, ήταν ένα κόκκινο φέσι των βερσαλλιέρων με μαύρη φούντα, το κράτησα ως ανάμνηση θανάτου».
Αυτή η φιλειρηνική προσέγγιση του μαχητή που πολέμησε και η στιγμή του θανάτου, είναι που μας δίνει το μήνυμα για το ανθρώπινο του πολέμου αλλά και το άδικό του.
Εβδομήντα πέντε χρόνια λοιπόν, μετά από τα γεγονότα του 1940, οφείλουμε ξανά και ξανά να τιμάμε αυτούς τους ήρωες, οφείλουμε όμως και να συνομιλούμε καθημερινά με το βίο όσων ακόμα υπάρχουν στη ζωή.
Η πόλη των Πατρέων, η πόλη όπου ζει και μεγαλουργεί ο ήρωας Μιχάλης Μαρούντας, τι έχει κάνει γι' αυτόν για να τον θυμούνται οι νεότεροι, διδασκόμενοι από τα κατορθώματά του;

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε το Σάββατο 25/10/2015 στο ένθετο αφιέρωμα της «Π» για την 28η Οκωβρίου 1940



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [17:01:35]