Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 06:54      10°-15° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Η ψήφος του κλήρου

Η ψήφος του κλήρου



Οι πρόωρες εκλογές, για τρίτη (φευ!) φορά εντός εννεαμήνου, οδηγούν τον «κυρίαρχο» και συγχρόνως καθημαγμένο (Ι. Μ. Κονιδάρης, Το Βήμα, 30.8.2015) λαό στην κάλπη για να ρίξει εκεί την ψήφο της προτιμήσεώς του. Ωστόσο, αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα του εκλέγειν, το οποίο αποτελεί, τουλάχιστον θεωρητικώς, κυρίαρχη έκφραση της συμμετοχής του πολίτη στα κοινά, δεν ήταν πάντοτε και για όλους αυτονόητο, μεταξύ αυτών και στους κληρικούς.
Είναι γεγονός ότι στο Σύνταγμα της Τροιζήνος του 1827 ορίσθηκε ότι «ο κλήρος δεν εμπεριεπλέκεται εις κανέν δημόσιον υπούργημα• μόνον δε οι πρεσβύτεροι έχουσι το δικαίωμα του εκλογέως». Όμως, και αυτό το ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα αφαιρέθηκε συνολικώς από τον κλήρο με τη νομοθεσία «Περί εκλογής βουλευτών» του έτους 1864 (ν. 93), όπου προβλέφθηκε ρητώς ότι οι «κληρικοί ούτε ψηφοφορούσιν εις τα Βουλευτικάς εκλογάς, ούτε εκλέγονται» (άρθ. 71). Η ρύθμιση αυτή επαναλήφθηκε και αργότερα, με Νόμο του 1877 (ν. 648). Η κατάσταση ουδόλως μεταβλήθηκε με την κωδικοποιητική νομοθεσία, η οποία, με την υπογραφή του τότε Βασιλέα Παύλου, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον Οκτώβριο 1952. Με αυτήν, μάλιστα, ορίστηκε ότι δεν έχουν εκλογικό δικαίωμα «οι κληρικοί και μοναχοί, τόσον οι ορθόδοξοι όσον και παντός άλλου θρησκεύματος» (άρθ. 5).
Μεταστροφή των πραγμάτων σημειώθηκε μόλις μετά διετία, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο 1954. Το ζήτημα ανακινήθηκε, επί πρωθυπουργίας Αλ. Παπάγου, ενώπιον της Βουλής από τον βουλευτή Αχαΐας Αναστάσιο Δρούλια, ο οποίος πρότεινε να παραχωρηθεί και στον κλήρο της Εκκλησίας της Ελλάδος το δικαίωμα ψήφου, ως αναγνώριση των «αδιαμφισβητήτων αυτού υπηρεσιών προς το Εθνος». Μάλιστα, ζητήθηκε σχετικώς και η γνώμη της Εκκλησίας, η οποία διατυπώθηκε σε έγγραφο της Ι. Συνόδου της 23 Μαρτίου 1954 προς τον αρμόδιο υπουργό των Εσωτερικών. Με αυτό, η Σύνοδος διαβεβαίωνε την Κυβέρνηση ότι «ουδέποτε ο ιερός κλήρος εθεώρησεν εαυτόν εστερημένον των πολιτικών του δικαιωμάτων» και εξ αυτού, δεν θα θελήσει να κάνει χρήση ενός τέτοιου δικαιώματος. Υπό την έννοια αυτή, συνέχιζε η Σύνοδος, «δεν πρόκειται περί απαγορεύσεως εκ μέρους της Πολιτείας, αλλά περί παραιτήσεως δικαιώματος εκ μέρους της Εκκλησίας». Και κατέληγε με την πρόταση ότι, εάν ήθελε η Πολιτεία, θα μπορούσε να παραχωρήσει το δικαίωμα της «αριστίνδην» (σημ.: κατ' επιλογή μεταξύ των αρίστων, χωρίς εκλογή) συμμετοχής κληρικών στο ελληνικό κοινοβούλιο, όπως συνέβαινε και αλλού.
Τελικώς, με τον Νόμο 2800, ο οποίος φέρει την υπογραφή του τότε Υπουργού επί των Εσωτερικών, νομικού Παυσανία Λυκουρέζου, καταργήθηκε αυτή η απαγόρευση (άρθ. 33) και δόθηκε το πρώτον η δυνατότητα στον κλήρο να συμμετέχει τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά στην εκλογική διαδικασία.
Παρά ταύτα, η Διαρκής Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με δύο εγκυκλίους της, του 1954 και του 1957, απαγόρευσε στους κληρικούς γενικώς την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος, ενόψει της σχετικής αποφάσεως της Ι. Συνόδου της Ιεραρχίας, η οποία, σύμφωνα με τον Καταστατικό της Χάρτη (α.ν. 671/43), ήταν η μόνη αρμόδια να τοποθετηθεί επί ενός ζητήματος, θεμελιώδους ασφαλώς σημασίας. Πάντως, παρά τις απαγορευτικές εγκυκλίους της Συνόδου, μία μερίδα κληρικών, μεταξύ αυτών και Ιεράρχες, άσκησαν το δικαίωμα της ψήφου… Στην Ιεραρχία του Νοεμβρίου 1958, την ευθύνη της σχετικής εισηγήσεως ανέλαβε ο Σύρου Φιλάρετος, ο οποίος τάχθηκε αναφανδόν υπέρ του δικαιώματος του κλήρου να ψηφίζει. Ωστόσο, ενόψει και του έντονου προβληματισμού που διατυπώθηκε στους κόλπους της, η Ιεραρχία αποφάσισε τελικώς, με ψήφους 40 έναντι 13, να απαγορευθεί η ψήφος των κληρικών, διότι «αύτη θα είναι επιζήμιος διά την Εκκλησίαν».
Τα πράγματα σήμερα έχουν βεβαίως αλλάξει. Ετσι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το, ασφαλώς αναφαίρετο, δικαίωμα των κληρικών να ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα συνέχεται αμέσως με το ευρύτερο ζήτημα της αξιώσεως της Εκκλησίας να διεκδικεί ρόλο και λόγο στα δημόσια πράγματα. Όπως σημειώνει ο ιρλανδός φιλόσοφος Brendan Sweetman, στο έργο του «Why politics needs religion» (2006), «ο διαχωρισμός Εκκλησίας [θρησκείας] και κράτους [πολιτικής], ο οποίος αποκλείει γενικώς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις από τη δημόσια σφαίρα δεν μπορεί να προσφέρει αποτελεσματική συμβολή σε μία κοινωνία πολιτών, όπου οι λογικές διαφωνίες επιτρέπονται». Η Εκκλησία, επομένως, νομιμοποιείται να αρθρώνει πολιτικό λόγο, αποτελεί, όμως σφάλμα ολέθριο αυτός να διολισθαίνει σε κομματικές κραυγές και να εγκλωβίζεται σε διχαστική ρητορεία. Αντιθέτως, «μέσα εις την ασάφειαν και αμφισημίαν των ανθρωπίνων πραγμάτων, πάγιον αίτημα της Εκκλησίας [πρέπει να] είναι ο εξανθρωπισμός της πολιτικής. Η Εκκλησία δεν ασχολείται με την πολιτική, εν τη στενή έννοια του όρου. Όμως η μαρτυρία της είναι διαχρονικώς και ουσιαστικώς και πολιτική…» (Οικ. Πατριάρχης Βαρθολομαίος).



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [06:54:20]