Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 21:47      4°-13° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Δύο άγνωστες Εκθέσεις για την Επισκοπή Καλαβρύτων

Δύο άγνωστες Εκθέσεις για την Επισκοπή Καλαβρύτων



Σε πρόσφατο ερώτημα της «Πελοποννήσου» σχετικώς με τη θεματογραφία που επιθυμεί το αναγνωστικό κοινό να εμπεριέχεται στην εφημερίδα, μέρος των αποκρίσεων περιελάμβανε αναφορές και στην τοπική ιστορία. Αυτή η ερευνητική επιφυλλιδογραφία αποτελεί, μεταξύ άλλων, στόχευση και της στήλης, η οποία επιδίδεται, ευκαιρίας δοθείσης, σε τέτοιες ιστορικές περιπλανήσεις. Στην πρόκληση μιας τέτοιας απόδρασης στο μακρινό χθες θα ενδώσει σήμερα η στήλη, παρά το γεγονός ότι το καλοκαίρι φτάνει, τουλάχιστον ημερολογιακά, στο τέλος του…
Βρισκόμαστε στα 1833. Η πενταμελής Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ζητά, αμέσως μετά την εγκαθίδρυσή της, από τους επιχώριους επισκόπους να της υποβάλουν ενιαύσια Εκθεση, προκειμένου να έχει «πλήρη εικόνα της ηθικής και θρησκευτικής καταστάσεως του τε κλήρου και λαού των υπ' Αυτήν Επισκοπών». Στις τελευταίες ανήκε, με βάση το Βασιλικό Διάταγμα της 20ής Νοεμβρίου 1833 «Περί προσωρινής διαιρέσεως των Επισκοπών του Βασιλείου», η Επισκοπή Κυναίθης (Καλαβρύτων), με πρώτο Επίσκοπο τον πρόσφυγα, πρώην Μοσχονησίων, Βαρθολομαίο. Αυτός αποστέλλει στις 29 Δεκεμβρίου 1834 στην Ι. Σύνοδο Εκθεση «περί της καταστάσεως» της Επισκοπής του, η οποία δημοσιεύεται το 1950 στην έγκριτη «Θεολογία» από τον Μητροπολίτη Λήμνου Βασίλειο [Ατέση].
Ειδικότερα, ως προς την ηθική κατάσταση του λαού παρατηρεί ότι «ολονέν βελτιούται και προάγεται επί το κρείττον», ενώ επισημαίνει πως η έλλειψη των αναγκαίων δημόσιων εκπαιδευτικών καταστημάτων «είναι εν εμπόδιον από τα μεγαλύτερα εις την εξάπλωσιν της παιδείας». Συγχρόνως, η θρησκευτική κατάσταση του ποιμνίου διαφυλάσσεται ανεπηρέαστη, «μολαταύτα αν ενίοτε δεν φαίνεται τόσον ευδιάθετο το να συνέρχεται εις δημόσιον λατρείαν του Υψίστου», γεγονός το οποίο οφείλεται στην «αμάθειαν και τας παρελθούσας ανωμαλίας των πραγμάτων».
Στη συνέχεια, ο Επίσκοπος Κυναίθης αφιερώνει τον λόγο στη γλαφυρή περιγραφή των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Συγκεκριμένα, σημειώνει, εν πρώτοις, ότι τα περισσότερα χωριά της Επισκοπής του έχουν μόνο μικρές εκκλησίες, οι οποίες στερούνται «όχι μόνον την απαιτουμένην εσωτερικήν διακόσμησιν, τα ιερά σκεύη, βιβλία της εκκλησιαστικής ακολουθίας, ιερά άμφια κ.τ.λ., αλλά και αυτών των αναγκαίων διά την φωταγωγίαν των εξόδων», καθώς οι κοινότητες δεν συνεισφέρουν το κατά δύναμιν. Μάλιστα, δεν παραλείπει να υπογραμμίσει το φαινόμενο της διασπάθισης της εκκλησιαστικής περιουσίας, επισημαίνοντας ότι η περιουσία που τυχόν διέθεταν οι εκκλησίες από αφιερώματα πιστών, διαχειριζόμενη από επιτρόπους που δεν λογοδοτούσαν, «καταχράται επί ματαίω και αι εκκλησίαι μένουν ξέναι των ωφελειών».
Ζοφερή, αντιστοίχως, διαζωγραφίζεται και η κατάσταση του κλήρου. Ετσι, αφού σημειώνεται η υπερπληθώρα των κληρικών (αριθμούνται σε 250 αντί των αναγκαίων 120-140), παρατηρείται ότι ο κλήρος, «όχι μόνον δεν πορίζεται εκ του επαγγέλματός του τα μέσα της εαυτού υπάρξεως», αλλά οι κληρικοί, «αμαθείς, φιλακόλουθοι όμως και όχι διαβεβλημένοι κατά τα ήθη», αναγκαζόμενοι από την ένδεια για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, καταφεύγουν «εις έργα ανοίκεια του ιερού επαγγέλματός των». Μάλιστα, συχνά παραπονούνται ότι δεν πληρώνονται από τους ενορίτες τους το συνηθισμένο εκκλησιαστικό δικαίωμα, με αποτέλεσμα οι διενέξεις μεταξύ τους να αποτελούν συνήθη καθημερινότητα!
Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνταν και στην περίπτωση του Επισκόπου· με δεδομένο ότι αυτός ποριζόταν τα αναγκαία για τη διαβίωσή του από τα έσοδα των ενοριών, συχνά αναγκαζόταν, λόγω της δυστροπίας των ενοριτών, να ζητεί τη συνδρομή της Πολιτείας για την είσπραξή τους, ένεκα του οποίου, όμως, προκαλούνταν αναποφεύκτως «παράπονα και δυσαρέσκειαι προσβάλλοντα τον Επισκοπικόν χαρακτήρα». Η κατάσταση αυτή προβληματίζει ευλόγως τον Επίσκοπο Κυναίθης, ο οποίος ζητά από την Ι. Σύνοδο να ενεργήσει, σχετικώς, κατά σοφή κρίση, τα δέοντα, διότι «ποίαν αξιοπρέπειαν θέλει διαφυλάξει ο Επίσκοπος, όταν αναγκάζεται να είναι εισπράκτωρ δικαιωμάτων ανηκόντων εις αυτόν και να επικαλήται συνδρομήν πολιτικής αρχής, δυστροπούντων των κατοίκων εις την πληρωμήν αυτών;».
Στη δεύτερη αναφορά του, που υποβάλλεται στην Ι. Σύνοδο στις 4 Μαρτίου 1836, ήτοι ενάμιση περίπου χρόνο αργότερα, ο Επίσκοπος Κυναίθης, αν και δεν διαπιστώνει κάποια βελτίωση ως προς την κατάσταση των εκκλησιών και την είσπραξη των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων, καταγράφει πρόοδο σχετικώς με την εν γένει βιωτή του κλήρου και των μοναχών· ο πρώτος εκπληρώνει με ακρίβεια τα ιερατικά του καθήκοντα και διατηρεί την εκκλησιαστική πειθαρχία και υποταγή. Ως προς τους δεύτερους, διαπιστώνεται ότι αποκαταστάθηκε και για αυτούς η ευταξία, υπό την έννοια ότι περιορίσθηκαν εντός των μοναστηριών τους και συνεπώς, απηλλάγησαν από τους κοσμικούς περισπασμούς, ζώντας πλέον «κατά την τάξιν του μοναχού», χωρίς να περιφέρονται στον κόσμο «μετ' εικόνων αγίων και ιερών λειψάνων», το οποίο γινόταν αφορμή «πολυειδών καταχρήσεων και κατακρίσεων ένεκα της αργυρολογίας».
Από τις δύο αυτές επισκοπικές αναφορές προκύπτει εναργώς η πορεία ανασυγκροτήσεως της τοπικής Εκκλησίας της Αχαΐας μέσα στα οργανωτικά πλαίσια του αρτισύστατου ελληνικού κράτους. Μια πορεία που πέρασε μέσα από τα «καυδιανά δίκρανα» της σχέσης της Εκκλησίας με το κράτος, η οποία στιγματίστηκε καθοριστικά από τις πολιτειοκρατικές αντιλήψεις της βαυαρικής αντιβασιλείας, που διαμόρφωσαν έκτοτε τους όρους και τις προϋποθέσεις της συνύπαρξής τους…




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [21:47:40]