Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 21:56      4°-13° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Φάκελος Πάτρα: Ο Λουϊτπράνδος και ο Αγιος Ανδρέας

Φάκελος Πάτρα: Ο Λουϊτπράνδος και ο Αγιος Ανδρέας



Το 968 έφτασε στην Πάτρα ο καταγόμενος από την Παβία της Ιταλίας επίσκοπος της Κρεμώνας Λουϊτπράνδος, ο οποίος επισκέφτηκε, τον πάνσεπτο ναό του Αποστόλου Ανδρέα και προσευχήθηκε μπροστά από τον τάφο του. Πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη ως πρεσβευτής των Αυτοκρατόρων της Γερμανίας, Οθωνα Α΄ και Οθωνα Β΄ (πατέρα και γιού αντίστοιχα), στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα, Νικηφόρο Φωκά.
Να σημειωθεί ότι χρησιμοποιούμε τον όρο «Αυτοκράτορες της Γερμανίας» για τους δυο Οθωνες, παρότι ο Νικηφόρος Φωκάς τους ονόμαζε απλά «Γερμανούς Βασιλείς», καθώς σύμφωνα με τον ίδιον, και την γενικότερη Βυζαντινή (και αργότερα Οθωμανική) αντίληψη, ο μόνος άνθρωπος που δικαιούτο να ονομάζεται Αυτοκράτορας ήταν εκείνος που καθόταν στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης (το «Κόκκινο Μήλο» όπως έλεγε την βασιλεύουσα ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής).
Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Λέοντα τον Διάκονο (εκδ. Βόννης, σελ. 357): «Ο Λουϊτπράνδος έτυχε λαμπρής υποδοχής και θερμής φιλοξενίας και από τον Αυτοκράτορα και από τους άρχοντες, ο αναιδής όμως εκείνος επίσκοπος βρήκε ως ανταπόδοση αρκετές λατινικές λέξεις για να δυσφημίσει τους Βυζαντινούς». Ετσι ανέφερε αργότερα τα εξής στους Οθωνες, αφηγούμενος την επιστροφή του από την Κωνσταντινούπολη στον Υδρούντα (Otrando) και μιλώντας εκτός των άλλων και για την Πάτρα: «Πάνω σε όνο ή σε άλογο και για 49 ημέρες (σ. 8 Σεπτεμβρίου-28 Οκτωβρίου του 968) περιπλανώμενος, πεινώντας, διψώντας, στενάζοντας, κλαίγοντας και μοιρολογώντας έφτασα στη Ναύπακτο, πόλη που ανήκει στην επαρχία της Νικόπολης. Εδώ ο αγωγιάτης μου με άφησε, αφού με έβαλε μαζί με τους συντρόφους μου σε δυο πλοιάρια και αφού με γνώρισε σε δυο μανδάτορες, που όφειλαν να μας μεταφέρουν μέσω της θάλασσας στον Υδρούντα. Επειδή, όμως, αυτοί δεν πήραν από τους γραικούς άρχοντες καμία εντολή που να εξασφαλίζει την πορεία μας, αντιμετώπισαν παντού την αδιαφορία. Και επειδή δεν τρεφόμασταν εμείς από τους μανδάτορες, αλλά μάλλον αυτοί από εμάς, πολλές φορές αγανακτισμένος θυμήθηκα τα λόγια του Τερέντιου: ''Εχουν ανάγκη προστατών αυτοί που ανάλαβαν να σε προστατεύσουν''.
Στις 24 του Νοέμβρη έφυγα από τη Ναύπακτο και ύστερα από διήμερη πεζοπορία έφτασα κοντά στον Οφίδαρη ποταμό (σ. Εύηνος). Και επειδή το πλοίο δεν χωρούσε και τους συντρόφους μου, αποβιβάστηκαν αυτοί στην ξηρά και μας ακολουθούσαν πεζοί. Εκεί δε κοντά στον Οφίδαρη λημεριάζοντας είδαμε την αντικρινή παραλία της Πάτρας - και εξαιτίας του ότι επισκεφτήκαμε και προσκυνήσαμε τον τόπο εκείνον, όπου μαρτύρησε ο Απόστολος Ανδρέας, όταν πηγαίναμε στην Κωνσταντινούπολη, αμελήσαμε (ομολογώ το αμάρτημά μου) να τον επισκεφτούμε και να τον προσκυνήσουμε και πάλι. Λόγος αυτής της παράλειψής μας υπήρξε ο ανέκφραστος πόθος μας να ξαναγυρίσουμε και να σας δούμε, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Κι αν αυτή η επιθυμία δεν μας ζωογονούσε, νομίζω ότι θα χανόμουν για πάντα. Γιατί λυσσασμένος μας χτυπούσε νοτιάς, που σήκωνε την θάλασσα από τα έγκατά της, και αληθινή κόλαση μας ξέσκιζε την καρδιά. Και σκληρή πείνα μας βασάνιζε και οι ντόπιοι σχεδίαζαν να μας σκοτώσουν, για να μας ληστέψουν, ενώ η θάλασσα εξακολουθούσε να μαίνεται εναντίον μας».
Ο φόβος του Λουϊτπράνδου για πιθανή επίθεση των ντόπιων της Αιτωλοακαρνανίας, αλλά και οι κακές καιρικές συνθήκες και η θαλασσοταραχή που επικρατούσαν στον πατραϊκό κόλπο υποχρέωσαν τον επίσκοπο της Κρεμώνας να προσευχηθεί και να ζητήσει την θαυματουργή παρέμβαση του Απόστολου Ανδρέα. Διαβάζουμε σχετικά την διήγηση του Λατίνου κληρικού-πρέσβη: «Με κλάματα και οδυρμούς γύρισα στην απέναντί μου εκκλησία (σ. δηλαδή του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα) και φώναξα: ''Αγιε Ανδρέα, Απόστολε, δούλος είμαι και εγώ του συναλιέα σου και συναποστόλου σου Σίμωνα του Πέτρου. Δεν παρέκλινα από τον τόπο των παθημάτων σου από αποστροφή ή από υπερηφάνεια, αλλά μόνο από αγάπη φλεγόμενος προς τους Βασιλείς μου και από τον πόθο μου να τους ξαναδώ, γυρίζοντας στην πατρίδα μου. Κι αν σήκωσε την αγανάκτησή σου η αμαρτία μου, ας σε κινήσει σε έλεος η αρετή των Αυγούστων μου. Επειδή δε ο σύντροφός σου Πέτρος ανάγκη δεν έχει της προστασίας σου, σπεύσε τουλάχιστον σε βοήθεια των Βασιλέων μου, που τον δοξάζουν συνταγμένοι με τον Παντογνώστη Θεό.
Δεν αγνοείς, Απόστολε, με πόσους κόπους και μόχθους, με πόσες αγρυπνίες και δαπάνες επλούτισαν αυτοί και την ελευθερωμένη από τα χέρια ασεβών εκκλησία του αδερφού σου Πέτρου και την ετίμησαν και την δυνάμωσαν και την υψώσανε στη θέση που της ανήκε. Κι αν οι πράξεις μου, Αγιε, με βγάζουν ένοχο, ας με σώσει η αξία των δεσποτών μου, για τους οποίους εύχεται ο αδερφός σου την πίστη και στο αίμα και ηγεμόνας των Αποστόλων Πέτρος, σε όλα και για όλα να ευφραίνονται και για εμένα, που γι΄ αυτούς τώρα δεινοπαθώ, να μη λυπούνται''.
Το θαύμα έγινε. Υστερα από δυο ημέρες η θάλασσα γαλήνεψε και ο Λουϊτπράνδος μπόρεσε, χωρίς φόβο, να αναχωρήσει για τον Υδρούντα.
Κανείς δεν γνωρίζει αν ο Λιουτπράνδος συμμετείχε και σε τρίτη αποστολή στην Κωνσταντινούπολη το 971 (για να φέρει την Βυζαντινή πριγκήπισσα Θεοφανώ ως νύφη του Οθωνα Β΄ στην Δύση). Το σίγουρο, ωστόσο, είναι ότι πέθανε έναν χρόνο μετά.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ «ΠτΚ»



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [21:56:28]