Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 06:44      10°-15° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Τάκης Τσονάκας: «Ποτέ δεν θέλησα να ξεφύγω από τις μνήμες»

Τάκης Τσονάκας: «Ποτέ δεν θέλησα να ξεφύγω από τις μνήμες»



Συνέντευξη στην Κρίστυ Κουνινιώτη
Εμφανίστηκε στα γράμματα το 2007, ενώ η σχέση του με τη γραφή είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια νωρίτερα, με τη μορφή άρθρων ή ομιλιών σε κοινό πάνω σε ποικίλα θέματα. Ο συμπολίτης πολιτικός μηχανικός Τάκης Τσονάκας, μέσα από το νέο του βιβλίο «Η γειτονιά» (εκδ. «Το Δόντι»), μας σεργιανίζει, μέσα από τις μνήμες του, στη γειτονιά του -αρχές δεκαετίας του '60- ζωντανεύοντας την ατμόσφαιρα μιας εποχής δύσκολης, αλλά με όνειρα κι οράματα. Τυλιγμένης σ' εκείνο το σπάνιο άρωμα της ανθρωπιάς…
Τι ξύπνησε μέσα σας την ανάγκη να ζωντανέψετε στο χαρτί τη γειτονιά σας του '60 και πόσο εύκολο ήταν να ανασύρετε τις μνήμες σας;
Οταν ακούω κάποιους στίχους ή μια διήγηση ή διαβάζω ένα βιβλίο, χωρίς να το θέλω μπαίνω μέσα στα γεγονότα και τα ζω, βλέπω εικόνες σαν σε βωβό κινηματογράφο, δεν ακούω ήχους. Σκεφθείτε πόσο εύκολο ήταν, όταν ένα απριλιάτικο, ανοιξιάτικο βράδυ, ευρισκόμενος εν ευθυμία, άκουσα το τραγούδι «Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη… ». Βρέθηκα στη γειτονιά των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων, με όλη τη ζωή της γειτονιάς γύρω μου. Την επόμενη ημέρα θέλησα να γράψω ένα άρθρο για κάποιο περιοδικό που αρθρογραφώ. Οταν, όμως, θέλεις να γράψεις κάτι για τη γειτονιά, των παιδικών και εφηβικών σου χρόνων, δεν είναι τόσο εύκολο να τελειώσεις με δύο τρεις σελίδες, αυτά είναι δύσκολα πράγματα. Αρχίζεις, γράφεις και τελειωμό δεν έχεις. Ετσι ξεπέρασα το κείμενο ενός έστω και μεγάλου άρθρου, αλλά τελειωμό δεν είχα. Εγραψα, λοιπόν, ό,τι θυμήθηκα, εκ των υστέρων θυμήθηκα πολλά περισσότερα, ίσως εν καιρώ να προστεθούν σε κάποια πιθανή δεύτερη έκδοση. Τώρα... να ανασύρω μνήμες; Μα ποτέ δεν ξέφυγα από τις μνήμες εκείνων των χρόνων, ποτέ δεν θέλησα να ξεφύγω. Αν και δύσκολα χρόνια τα θυμάμαι με νοσταλγία και με απέραντη τρυφερότητα.

Οι χαρακτήρες και οι ιστορίες που περιγράφετε ανταποκρίνονται 100% στην πραγματικότητα;
Ολα όσα γράφω στο βιβλίο είναι αληθινά. Οι ιστορίες και οι ήρωες τους αληθινοί. Τα έγραψα όπως θα τα διηγιόμουν σε κάποιον «ντορατζή» της γειτονιάς που έλειπε και δεν παρακολούθησε το «επεισόδιο». Δηλαδή «τεντώνοντας» την ιστορία, με την απαραίτητη υπερβολή, διακωμώδηση και «σάλτσα». Και βέβαια γραμμένα στη «γλώσσα» της γειτονιάς του '60. Α! Να σημειωθεί ότι έχω αλλάξει τα ονόματα.

Εποχές δύσκολες, τότε, για μικρούς και μεγάλους. Με κάποιες μικρές διεξόδους - ταβερνάκια, θαλασσινά μπάνια, παιχνίδι στις αλάνες - να δίνουν ανάσες. Εχετε μπει ποτέ στη διαδικασία σύγκρισης του τότε με το τώρα σε σχέση και με το τι «αποτύπωμα» άφηναν στον καθένα;
Σύγκριση γίνεται μεταξύ ομοίων πραγμάτων. Γιατί μπουκάλι με ποτήρι δεν συγκρίνονται, αν και τα δύο είναι από γυαλί. Τότε, εκείνη την εποχή, δεν περίμενε κανένας από κανέναν τίποτα. Η ζωή του, η επιβίωση της οικογένειάς του, το μέλλον το δικό του και των παιδιών του βρισκόταν κυριολεκτικά στα χέρια του. Στη δική του προσπάθεια. Τότε υπήρχαν όνειρα, υπήρχαν οράματα. Σήμερα περισσότερο από ποτέ υπάρχει το «έχει ο Θεός» (ή ο πατέρας ή ο παππούς). Τότε υπήρχε το βλέμμα στο μέλλον, για ένα καλύτερο μέλλον. Σήμερα το βλέμμα φθάνει μέχρι τον φραπέ της ημέρας. Επομένως τα αποτυπώματα είναι διαφορετικά. Τότε «προσπάθεια για το καλύτερο». Σήμερα «έχει ο Θεός».

Η οικειότητα της γειτονιάς, ενίοτε έφτανε σε κουτσομπολιό, πλάκες από τους ντορατζήδες κ.λπ., όπως διαβάζουμε. Ηταν προτιμότερη από τη σημερινή άγνοια περί τον διπλανό, ή δημιουργούσε και προβλήματα;
Χωρίς δεύτερη σκέψη και κανένα δισταγμό σας απαντάω: «Ναι, η οικειότητα της γειτονιάς ήταν προτιμότερη από τη σημερινή άγνοια περί τον διπλανό». Τότε υπήρχε το συνανθρώπινο, το συνάλληλο, για τον γείτονά του ο καθένας ενδιαφερόταν και συνέτρεχε στις ανάγκες του κατά το μέτρο των δυνάμεών του. Κανένα πρόβλημα δεν δημιουργείτο από τα κουτσομπολιά των γυναικών και τις πλάκες των ντοραντζήδων, άλλωστε την επόμενη αυτός που του κάνανε πλάκα σήμερα, έκανε αυτός. Και στις ανάγκες όλοι συντρέχανε.



Το καράβι, το κλαδί και η στεριά
«Πάνω από τα κουρεμένα κεφάλια πετάνε οράματα, όνειρα, ελπίδες και ευχαρίστηση, ευτυχία όταν είχαμε τα ελάχιστα που απαιτούσε η ζωή τότε, για να είναι κανείς ευτυχισμένος. Και πιο πάνω, πάνω από τον μπερντέ ένα φεγγάρι να δίνει υποσχέσεις" γράφετε. Το φεγγάρι μπορεί να δώσει υποσχέσεις στα παιδιά, σήμερα;
Το φεγγάρι πάντα μπορεί να δώσει υποσχέσεις, αρκεί να μπορεί κανένας να το «δει».

Ποια τα συναισθήματα/ προβληματισμοί σας μετά το δημοψήφισμα και το τι θα επακολουθήσει για τη χώρα;
Για σκεφτείτε ένα καράβι ακυβέρνητο στον ωκεανό και ξαφνικά στην επιφάνεια της θάλασσας οι απελπισμένοι επιβάτες βλέπουν να πλέει ένα κλαδί, γεμίζουν ελπίδα και φωνάζουν: Στεριάαααα! Ολοι αυτοί που ψήφησαν ΟΧΙ επιβάτες του καραβιού είναι και σε καμιά περίπτωση δεν ανέχονται αυτοί που τους οδήγησαν εδώ να τους κουνάνε το δάχτυλο, να τους τρομοκρατούν για το τι θα πάθουν αν ψηφήσουν ΟΧΙ, αφού ήδη από αυτούς έχουν πάθει. Η μνήμη του λαού δεν είναι πλέον τόσο κοντινή. Τώρα το τι θα ακολουθήσει; Δεν γνωρίζω, δεν μπορώ να μαντέψω, καθόσον δεν έχω και το «χάρισμα». Το κλαδί είδα να πλέει και ελπίζω να φανεί η στεριά.

Το βιβλίο σας κλείνει με την αλλαγμένη πλέον εικόνα της γειτονιάς. Τι νοσταλγείτε από εκείνη την εποχή και τι δεν θα θέλατε να ξαναζήσετε σήμερα;
Νοσταλγώ τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Τότε που προσπαθούσα για το ελάχιστο, γιατί αυτό το ελάχιστο ήταν αρκετό, με έφθανε. Νοσταλγώ την ατμόσφαιρα της εποχής, την ατμόσφαιρα της γειτονιάς. Νοσταλγώ «τον τρυφερό μα και αβάσταχτο ουρανό…» της γειτονιάς, όπως μας λέει και ο ποιητής. Νοσταλγώ τα δεκαοχτώ μου χρόνια μέσα στην γειτονιά, αλλά όπως είπα και σε κάποιο φίλο μου, εξαιρετικά ευκατάστατο, που μου είπε ότι: «δίνει όσα έχει και δανείζεται τρεις φορές αλλά τόσα για να γίνει δεκαοχτώ χρονών», του είπα: «Αλλοι δώσανε περισσότερα και δεν έγινε τίποτα»! Οσο για το τι δεν θα ήθελα να ξαναζήσω σήμερα δεν μπορώ να απαντήσω γιατί το «σήμερα» με το «τότε» δεν συγκρίνονται, είναι διαφορετικά.

Εκτός των βιβλίων σας με θέματα ιστορικά και λαογραφικά, έχετε γράψει και δύο θεατρικά έργα. Μιλήστε μας για την έλξη που σας ασκεί το θέατρο.
Το θέατρο, πιστεύω, έλκει όλους τους ανθρώπους με κάποια από τις μορφές του, είτε του λόγου είτε της μουσικής είτε του χορού. Εμένα με έλκει με όλες τις μορφές του, διότι πιστεύω ότι δημιουργεί πλούσιο πολιτισμό.

Πείτε μας δυο λόγια και για τα «Κουδαρίτικα».
Τα «κουδαρίτικα» ήταν η συνθηματική γλώσσα των μαστόρων της πέτρας. Τα σινάφια των τεχνιτών μέχρι και τη δεκαετία του 1930 γύριζαν τον ελληνικό χώρο, πολλές φορές στη βαλκανική, μερικές φορές και πολύ πιο μακριά χτίζοντας περίτεχνα έργα, σπίτια, γεφύρια, ανάκτορα κ.λπ. Αυτοί οι περιπλανώμενοι ανέστιοι άνθρωποι για την ασφάλειά τους και για τις μεταξύ τους συνεννοήσεις χρησιμοποιούσαν μια συνθηματική γλώσσα, τα «κουδαρίτικα». Αυτό είναι το αντικείμενο επόμενου βιβλίου μου και μάλιστα σε τέσσερες εκδοχές.



ΤΑΚΗΣ ΤΣΟΝΑΚΑΣ
Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΔΟΝΤΙ, 2015, ΣΕΛ. 84, ΤΙΜΗ 8 ΕΥΡΩ




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [06:44:30]