Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 01:03      10°-15° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και η Επιτροπή Σταμάτη

Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και η Επιτροπή Σταμάτη



9 Μαΐου 1998. Σαν χθες, πριν από 17 χρόνια. Στη βροχερή Αθήνα ενθρονίζεται ο νέος Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο από Δημητριάδος Χριστόδουλος [Παρασκευαϊδης]. Η Εκκλησία της Ελλάδος γυρίζει σελίδα και αναθέτει την πηδαλιουχία της σε έναν φερέλπιδα Ιεράρχη, ο οποίος είχε αφήσει έντονα τα αποτυπώματα της παρουσίας του τόσο στην επαρχία της Δημητριάδος όσο και στην κεντρική διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ετσι, συμμετείχε σε αρκετές Επιτροπές, που επεξεργάζονταν ζητήματα εκκλησιαστικού ενδιαφέροντος, μεταξύ αυτών και στην Επιτροπή Σταμάτη, στην οποία υπέβαλε και Σχέδιο νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας.
Συγκεκριμένα, την εποχή της μεγάλης κρίσεως μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, το έτος 1987, για την εκκλησιαστική περιουσία, εξ αφορμής του «νόμου Τρίτση» (1700), συστάθηκε επί Α. Παπανδρέου, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, μία Επιτροπή μελέτης των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, υπό την προεδρία του τότε επίτιμου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αείμνηστου ήδη Κων/νου Σταμάτη, με την ισάριθμη συμμετοχή μελών από την Εκκλησία και την Πολιτεία. Εκ των εκπροσώπων της Εκκλησίας στην εν λόγω Επιτροπή υπήρξε και ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος, ο οποίος συμμετείχε ανελλιπώς στις 36 πολύωρες συνεδριάσεις της. Ειδικότερα, ήδη κατά την 1η συνεδρίαση (2.12.1987), ανατέθηκε στον Χριστόδουλο να συντάξει και ακολούθως να παρουσιάσει εισηγητική έκθεση για τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Στη δεκαεπτασέλιδη, άγνωστη μέχρι σήμερα, έκθεση που αναγνώστηκε κατά την, αμέσως επόμενη, συνεδρία της 11ης Δεκεμβρίου, επισημάνθηκε αρχικώς ότι οι κατά καιρούς, νομοθετικές κυρίως, επεμβάσεις της Πολιτείας επί της Εκκλησίας υπήρξαν, ήδη από συστάσεως του ελληνικού κράτους (1830), «πολλαί, καταλυτικαί και επικινδύνως αλλοτριωτικαί της υφής και της ουσίας της Εκκλησίας και του πολιτεύματός της». Και τούτο, παρά το ότι ο Πατριαρχικός Τόμος της αυτοκεφαλίας 1850, ο οποίος επιδίωξε «τον επανεντροχιασμόν της Εκκλησίας της Ελλάδος εις τα ιεροκανονικά πλαίσια», όριζε ότι αυτή πρέπει να διοικείται «ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως».
Εν συνεχεία, ο λόγος επικεντρώθηκε στην ανάγκη κατοχυρώσεως από το Σύνταγμα, μέσω του άρθρου 3, των ιερών κανόνων στο σύνολό τους και επικρίθηκε, δικαίως, η «αυθαίρετος και αντικανονική» διάκρισή τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας σε δογματικούς και, θεμελιώδεις και μη, διοικητικούς. Στο πλαίσιο, μάλιστα, αυτό διατυπώθηκε ευλόγως το ερώτημα: «Πού ανεύρεν το ΣτΕ ή μάλλον πώς εφεύρε την περίφημον εκείνην διάκρισιν των ιερών κανόνων και πώς εισήλθεν εις τον χώρον της ορθοδόξου θεολογίας με την αξίωσιν να τάμη νέαν καινοφανή οδόν εις ζητήματα καιρίας δια την Εκκλησίαν σημασίας;».
Περαιτέρω, ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν την Επιτροπή και εθίγη διά μακρών και στην εν λόγω εισηγητική έκθεση υπήρξε και η φύση του Καταστατικού Χάρτη (ΚΧ) της Εκκλησίας της Ελλάδος και ειδικώς, εάν έπρεπε αυτός να είναι αναγκαίως νόμος του κράτους. Ο μακαριστός πρωθιεράρχης υποστήριξε σχετικώς ότι «το Σύνταγμα δεν καθορίζει ότι ο ΚΧ πρέπει αφεύκτως να είναι νόμος του Κράτους», αλλά μπορεί να αποτελεί, κατά την αρχή της αυτονομίας, Κανονισμό της Εκκλησίας, βάσει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Με την άποψη αυτή, η οποία το πρώτον διατυπώθηκε από τον Μητρ. Δημητριάδος σε άρθρο του στην «Καθημερινή» της 15.8.1987, συντάχθηκε και το έτερο μέλος της Επιτροπής, πρύτανης τότε του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής Μιχ. Σταθόπουλος, σε ένα από τα λίγα γενικώς σημεία συγκλίσεως των, διαφορετικών κατά τα λοιπά, απόψεών τους… Τελικώς, η Επιτροπή, με ψήφους 6 έναντι δύο, δεν υιοθέτησε την πρόταση …
Είναι περιττό να σημειωθεί ότι τα πορίσματα της εν λόγω Επιτροπής παρέμειναν, ατυχώς, αναξιοποίητα, θαμμένα πιθανώς σε κάποιο αραχνιασμένο υπουργικό ερμάριο. Και τούτο, διότι δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι Εκκλησία και Πολιτεία υπήρξαν διαχρονικώς «δύσπιστοι εταίροι», με την αμφιμερή καχυποψία να διατρέχει τη συνύπαρξή τους. Οι πρόσφατες, εκατέρωθεν, δηλώσεις για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Θα χρειαστεί, όμως, να επανέλθω …




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [01:03:05]