Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 21:09      8°-16° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Πρωτομαγιά γιορτή και ιερή μνήμη

Πρωτομαγιά γιορτή και ιερή μνήμη



Πρωτομαγιά. Οι ρίζες της, ανάγονται σε προχριστιανικές αγροτικές λατρευτικές τελετές.
Ο Γεώργιος Μέγας, στο βιβλίο του «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας», γράφει πως αρχαϊκή ιδέα του εορτασμού, ήταν «η τελική νίκη του καλοκαιριού κατά τον χειμώνα και μαζί η κατανίκηση του θανάτου από τη ζωή». Πανάρχαιη παγανιστική αντίληψη. Εκφραζόταν με πλήθος δρώμενων που για χιλιετίες είχαν μαγικό περιεχόμενο. Όταν με την εξέλιξη το έχασε, διατηρήθηκε ως τις ημέρες μας γιατί παρέμεινε και παραμένει η αγάπη για ζωή και η γοητεία της επαφής με τη φύση στην πιο καλή της ώρα.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα, ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς, πήρε κοινωνικό διεκδικητικό περιεχόμενο. Την Πρωτομαγιά του 1886 ένα ιδιότυπο κίνημα στις Η.Π.Α., το Ευγενές Τάγμα Ιπποτών Εργασίας (THE NOBLE ORDER OF THE KNIGHTS OF LABOR) που αριθμούσε 700.000 περίπου μέλη και επεδίωκε την παραγωγή και τη διανομή των αγαθών σε συνεταιριστική βάση, σε συνεργασία με την Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας που τα μέλη της μόλις που ξεπερνούσαν τις 300.000, κήρυξε γενική απεργία. Κύριο αίτημα, η νομοθετική καθιέρωση του οκτάωρου ως ανώτατου ορίου ημερήσιας εργασίας. Στο Σικάγο, την 3η Μαΐου της ίδιας χρονιάς, έγιναν συγκρούσεις. Η αστυνομία πυροβόλησε και διαδηλωτές έπεσαν νεκροί. Το αίμα, πότισε το δέντρο. Τα γεγονότα του Σικάγου, εντυπωσίασαν τους Ευρωπαίους ηγέτες εργατικών κινημάτων και σοσιαλιστικών κομμάτων. Το 1889 το ιδρυτικό συνέδριο της Β΄ Διεθνούς που συνήλθε στο Παρίσι, αποφάσισε την καθιέρωση της Πρωτομαγιάς εκδήλωση όλων των μελών της για την προβολή των διεκδικήσεων των εργαζομένων.
Αρχικά, οι εκδηλώσεις γίνονταν με μικρή διακοπή της εργασίας ή με απεργία. Ύστερα από αγώνες και συγκρούσεις, πολλά κράτη, καθιέρωσαν νομοθετικά την Πρωτομαγιά, ως εξαιρέσιμη γιορτή όπου οι εργαζόμενοι, καίτοι αργούν, θα πάρουν το ημερομίσθιό τους.
Στην Ελλάδα, αυτό καθιερώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ. 3755 του 1957. Ειδικά όμως για την Ελλάδα, η Πρωτομαγιά πρέπει να είναι ημέρα ιερής μνήμης.
Πρωτομαγιά του 1944.
Γράφει ο Δημ. Γατόπουλος στο βιβλίο του ΄΄Ιστορία της Κατοχής΄΄: ΄΄Στο Χαϊδάρι κρατούνταν 200 αγωνιστές. Τους είχαν φέρει άλλους από το κάτεργο της Ακροναυπλίας, άλλους από το ξερονήσι της Ανάφης και 3-4 από το μαρτυρικό Άη-Στράτη.
Αυτούς τους ηρωικούς Έλληνες εκτέλεσαν οι χιτλερικοί μετά της 10 π.μ. την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ήταν η πιο μαζική εκτέλεση κρατουμένων απ' όσες έγιναν στα διάφορα μέρη της Πατρίδας στα μαύρα χρόνια της Σκλαβιάς΄΄.
Στον 3ο τόμο του ομαδικού έργου ΄΄Ιστορία της Αντίστασης΄΄ ένας κρατούμενος του Χαϊδαριού αφηγείται για τις τελευταίες δραματικές ώρες πριν από την εκτέλεση: ΄΄Κι έτσι, φτάνει η αυγή… Οι μελλοθάνατοι συμπληρώνουν και τις τελευταίες ετοιμασίες τους. Μοιράζουν ό,τι έχουν. Ενθύμιο ακριβό στους άλλους που μένουν. Όλοι έχουν τα μάτια καρφωμένα πάνω τους. Είναι η σειρά τους για τη σπονδή. Η ώρα περνά και η ανυπομονησία κορυφώνεται… Ο δήμιος φτάνει. Στα χέρια του κρατάει τον κατάλογο. Είναι ο γνωστός μακάβριος κατάλογος. Διαβάζει τα ονόματα. Καθένας βγαίνει από τη γραμμή, χαιρετά τους άλλους κρατούμενους. Για μια στιγμή απλώνεται νεκρική σιγή. Το στρατόπεδο παγώνει. Ο Γερμανός είχε φωνάξει το όνομα Ναπολέων Σουκατζίδης. Αλλά ο Διοικητής επεμβαίνει: ΄΄Όχι εσύ Ναπολέων!΄΄.
Να πώς περιγράφει ο Θέμος Κορνάρος αυτή τη μεγάλη στιγμή στο βιβλίο του ΄΄Στρατόπεδο του Χαϊδαριού΄΄.
΄΄Ο Διοικητής τινάζεται, κάνει δυο βήματα πίσω, σηκώνει τ' αριστερό χέρι.
- Όχι. Όχι εσύ. Όχι εσύ Ναπολέων!
Η φωνή βραχνή γεμάτη τρόμο και κατάπληξη, έρχεται λες από τα βαθιά της ψυχής, από τις σκοτεινές περιοχές του φόβου…
Το στρατόπεδο αναταράσσεται. Ο Ναπολέων απαντά στο Διοικητή:
- Δέχομαι, κύριε Διοικητά, τη ζωή μόνο με το όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλο κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!...
Ο Διοικητής δεν το δέχεται. Δεν μπορεί να το δεχτεί. Η διαταγή λέει να εκτελεστούν 200. Δεν το δέχεται και ο Ναπολέων. Πηγαίνει και στέκεται περήφανα πλάι στους μελλοθάνατους συντρόφους του.
Αυτή τη στιγμή η ψυχή της Ελλάδας εμίλησε!».
(Ο Ναπολέων Σουκατζίδης Ακροναυπλιώτης, κρατούμενος στο Χαϊδάρι, απόφοιτος της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής και κάτοχος πέντε ξένων γλωσσών εχρησιμοποιείτο ως κρατούμενος - διερμηνέας).
Να τι γράφει η Μέλπω Αξιώτη στο βιβλίο της «Πρωτομαγιές» για την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή:
«Τους τρέχανε μέσα στα μαύρα καμιόνια οι Γερμανοί, κι εκείνοι τραγούδαγαν. Μπρουμουτισμένοι, στοιβαγμένοι, σα νάταν κιόλας ψόφιο πράμα. Κι ωστόσο τραγούδαγαν. Ο έξω κόσμος ωσάν αστραπή τόμαθε. Απ' το Παγκράτι πούφτασαν, τόμαθε κι η Καισαριανή και οι γειτονικοί συνοικισμοί της. Τόμαθαν οι γυναίκες πούχαν στο Χαϊδάρι άντρες. Τόμαθαν τα παιδάκια πούχαν στο Χαϊδάρι πατεράδες. Τρέχουν να δουν μην τους αναγνωρίσουνε. Απ' τη λεωφόρο Παγκρατιού μέχρι τη λεωφόρο του Θυσιαστηρίου έτρεξε κόσμος κι έπηξαν οι δρόμοι. Οι μελλοθάνατοι συνέχεια τραγούδαγαν «40 παλληκάρια», «έχε γεια καημένε κόσμε» και τον Εθνικό Ύμνο μας. Στο πέρασμά τους πέταξαν ένα δαχτυλίδι με τ' όνομα. Πως πέταξαν κι ένα άσπρο κουρέλι όπου με αίμα είχανε γραμμένα: «Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη Λαοκρατία». Δεν επιτρέπονταν μολύβι και χαρτί πάνω τους»…
«10 η ώρα το πρωί τους φέρανε, και ως τις 2 απ' το μεσημέρι βάσταξε κείνη η τελετή»…
«Σ' όλο αυτό το διάστημα οι καμπάνες του συνοικισμού χτυπούσαν νεκρικά. Ένας απ' τους εκτελεσμένους ήρωες δεν είχε ξεψυχήσει, σηκώνεται μέσα απ' το σωρό-κουβάρι, το αίμα στο χαντάκι τούφτανε ως το γόνατο, και κάνει κάτι σκέρτσα με τα χέρια, κι αρχίζει να γελά να ξεκαρδίζεται. Ο κοντινός του γερμανός του αδειάζει το περίστροφο. Μα δεν εκατάλαβε τίποτα, είχε κι αυτός τρελλαθεί. Ο κόσμος πήρε το ξοπίσω τα καμιόνια πούφευγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άντρες βγάζανε στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε και ρίχνανε λουλούδια. Απάνω στο αίμα σκύβοντας και κοιτάζοντάς το, σήκωναν ύστερα πολλοί τα μάτια και τα χέρια τους ψηλά στον ουρανό»…
Η Ιωάννα Τσάτσου στον πρόλογο του βιβλίου της: «Εκτελεσθέντες επί Κατοχής», σχετικά με την εκτέλεση των 200 της Πρωτομαγιάς του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής γράφει τα εξής χαρακτηριστικά:
«Την Πρωτομαγιά του 1944 ετουφέκισαν διακόσιους. Στις 9 το πρωί μας τηλεφώνησαν από το Αστυνομικό Τμήμα Καισαριανής, ότι έχουν εκεί τα ρούχα των και να στείλωμε να τα πάρωμε. Εστείλαμε αμέσως ένα φορτηγό και τα μεταφέραμε σε μια πρόχειρη αποθήκη, στην οδό Απόλλωνος. Τα παραλάβαμε στις 2 το μεσημέρι και όλο το απόγευμα της ίδιας ημέρας και όλη την επόμενη προσπαθήσαμε να ανακαλύψουμε από ταυτότητες και σημειώματα λίγα ονόματα. Είναι αφάνταστο πόσο ζωντάνευαν γύρω μας όλοι εκείνοι οι πεθαμένοι. Και οι διακόσιοι ήταν εκεί με τα παληωμένα παπούτσια των, τα τριμμένα μανίκια των, με την αγωνία τους στα πρόχειρα σημειώματα. Διαδόθηκε αστραπιαία η όλη υπόθεσις. Ο κόσμος άρχισε να εισβάλλει στην αποθηκούλα της οδού Απόλλωνος. Οι συγγενείς των αγνώστων έπρεπε ν' αναγνωρίσουν μόνοι των κάποιο ρούχο και οι γυναίκες των χαμένων ανθρώπων αναστάτωναν ό,τι εύρισκαν εκεί μέσα με αλλοφροσύνη. Ξεφώνιζαν, μοιρολογούσαν, έκλαιγαν σιωπηλά»…
Θυμάμαι, φοιτητής, το 1950, αμέσως μετά τον εμφύλιο, πώς γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στο Σκοπευτήριο. Παρούσα, όλη η τότε δημοκρατική πολιτική ηγεσία.
Οι υπουργοί της Κυβέρνησης Πλαστήρα-Βενιζέλου-Παπανδρέου, όλοι οι βουλευτές του Κέντρου και της Αριστεράς και άπειρο πλήθος κόσμου.
Έφεραν υποβασταζόμενο και το γέρο πατέρα του Σουκατζίδη. Ενθουσιασμός, πίστη, τιμή.



Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [21:09:20]