Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 03:20      0°-11° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Δραματικό μήνυμα από τα Επιμελητήρια προς την κυβέρνηση να κλείσει συμφωνία με τους εταίρους. ΦΩΤΟ

Δραματικό μήνυμα από τα Επιμελητήρια προς την κυβέρνηση να κλείσει συμφωνία με τους εταίρους. ΦΩΤΟ



Την αισιοδοξία του ότι η διαπραγμάτευση με τους θεσμούς θα ολοκληρωθεί σύντομα και θετικά για την χώρα εξέφρασε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας, ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Γιώργος Κατρούγκαλος.
Ο κ. Κατρούγκαλος μιλώντας ενώπιον των εκπροσώπων της επιχειρηματικής κοινότητας στην εκδήλωση που πραγματοποιείται στο ξενοδοχείο «Πόρτο Ρίο» στην Πάτρα, τόνισε ότι στο DNA της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπήρχε ποτέ η ρήξη και πως όλοι αντιλαμβάνονται ότι μια αποτυχία στην διαπραγμάτευση, θα είχε κακό αποτέλεσμα και για τις δύο πλευρές. Κατά συνέπεια εξέφρασε την βεβαιότητα ότι και οι θεσμοί και η κυβέρνηση, βρίσκονται σε ένα ώριμο στάδιο ώστε να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η κυβέρνηση παραμένει πιστή στις προεκλογικές της δεσμεύσεις, προχωρώντας σταδιακά στην εξειδίκευση και υλοποίηση του μεταρρυθμιστικού της πλαισίου, επισημαίνοντας ότι και οι εταίροι της Ελλάδας έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίσουν την αναγκαία ρευστότητα για να αναπνεύσει η οικονομία.
Στα εργασιακά, ο κ. Κατρούγκαλος τόνισε ότι το νομοσχέδιο που ετοιμάζει η κυβέρνηση, στοχεύει στην αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων, οι οποίες είχαν απορρυθμιστεί πλήρως τα προηγούμενα χρόνια.
Στο κομμάτι της δημόσιας διοίκησης, δήλωσε ότι στόχος του είναι να την μετατρέψει από βαρίδι της επιχειρηματικότητας σε μοχλό ανάπτυξης της χώρας και δεσμεύθηκε να επεκτείνει την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Παράλληλα, εξήγγειλε μέτρα στήριξης της λειτουργίας των Επιμελητηρίων σε θέματα κατάρτισης προσωπικού, αναβάθμισης του ρόλου του φορέα, ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών και διασύνδεση των ΚΕΠ με το ΓΕΜΗ.
Το σημείο στο οποίο όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με τους εκπροσώπους των Επιμελητηρίων, ήταν όταν ανέφερε ότι η κυβέρνηση σκοπεύει να μετατρέψει τα ΚΕΠ σε υπηρεσίες μιας στάσης για την ίδρυση ετερόρυθμων και ομόρυθμων επιχειρήσεων, κάτι που βρίσκει αντίθετη την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων.

Η ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΕΕ &ΕΒΕΑ Κ. ΜΙΧΑΛΟΥ

Στην ομιλία του ο πρόεδρος της ΚΕΕΕ και του ΕΒΕΑ Κωνσταντίνος Μίχαλος αναφέρθηκε στην δραματική κατάσταση της οικονομίας και τις μελλοντικές προοπτικές της, στέλνοντας ευθέως το μήνυμα της επιτάχυνσης των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς, καθώς η αγορά δεν αντέχει άλλο σε κλίμα αβεβαιότητας.
Ο κ. Μίχαλος τόνισε τα εξής:
«Συμπληρώθηκαν πέντε χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στον μηχανισμό του Μνημονίου.
Στα πέντε αυτά χρόνια υιοθετήθηκαν μέτρα περικοπής δαπανών και αύξησης φόρων ύψους 63,1 δις 4€. Και στο ίδιο διάστημα, το αποτέλεσμα τους ήταν να επιτευχθεί προσαρμογή της τάξης των 24,7 δις €. Δηλαδή, για κάθε 1 € μείωσης του πρωτογενούς ελλείμματος αποδεικνύεται ότι χρειάζονται κάτι παραπάνω από 2,5 € σε μέτρα.
Η επίπτωση των μέτρων λιτότητας ήταν δραματική στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Το 2009, το ΑΕΠ ήταν 213 δις €. Πέρυσι διαμορφώθηκε στα 179 δις €. Η απώλεια του εθνικού εισοδήματος έφθασε στα 52 δις € ή στο 22,5%. Κανένας από τους στόχους του μνημονίου δεν επετεύχθη.
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που είναι εκτός του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η Ιρλανδία και η Πορτογαλία έχουν ήδη εξέλθει από το καθεστώς μνημονίου. Και σύντομα θα εξέλθει και η Κύπρος. Οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων κυμαίνονται πάνω 13%. Οι αντίστοιχες αποδόσεις της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας είναι κάτω από 2%.
Γιατί απέτυχε η Ελλάδα εκεί που πέτυχαν οι άλλες χώρες;
Πρώτον γιατί όπως συστηματικά υποστηρίζαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια το μείγμα της πολιτικής που υιοθετήθηκε ήταν καταστροφικό για την οικονομία και την κοινωνία. Αντί να έχουμε περισσότερες διαθρωτικές αλλαγές στο κράτος και τις αγορές είχαμε περισσότερους φόρους σε βάρος των επιχειρήσεων και παραγωγικών ελλήνων. Aντί να δώσουμε έμφαση στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών στην αγορά πραγματικά με μονομανία, υποστηρίζαμε θέσεις και απόψεις επικαλούμενοι τις δήθεν εργαλειοθήκες του ΟΟΣΑ που περισσότερο έβλαψαν παρά ωφέλησαν την οικονομική δραστηριότητα.
Δεύτερον γιατί χωρίς αναδιάρθρωση του χρέους η Ελλάδα δεν μπορεί να βρει το δρόμο της ανάπτυξης. Απόδειξη ότι στη χώρα μας παρά την τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια, η αβεβαιότητα για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους παραμένει. Υπονομεύει κάθε απόπειρα εξόδου στις αγορές, κάθε προσπάθεια για επιστροφή στην ανάπτυξη.
Η προηγούμενη κυβέρνηση μας υποσχέθηκε την έξοδο από το Μνημόνιο ενώ είχαμε μπροστά μας την εκκρεμή αξιολόγηση για το πρόγραμμα που τελειώνει στο τέλος Ιουνίου και ένα επιπλέον χρηματοδοτικό κενό για τα επόμενα δύο χρόνια της τάξης των 35 με 40 δις €.
Η σημερινή κυβέρνηση μας υποσχέθηκε και αυτή την έξοδο από το Μνημόνιο χωρίς να έχει σαφή απάντηση πώς θα καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό. Τόσο το εφετινό όσο και για τα επόμενα δύο χρόνια. Μοιραία η κατάσταση στην οικονομία σε αυτούς τους 3 μήνες δε βελτιώθηκε στο παραμικρό. Βεβαίως, τα μέτρα λιτότητας που είχαν σχεδιαστεί από την προηγούμενη κυβέρνηση αναιρέθηκαν και δεν υλοποιήθηκαν, ωστόσο, λόγω των δυσκολιών που υπάρχουν για την επίτευξη μιας συμφωνίας με τους εταίρους και τους πιστωτές, διογκώθηκε το πρόβλημα της ρευστότητας και πλέον η οικονομία βιώνει μια περίοδο εφιαλτικής ασφυξίας. Τους τελευταίους μήνες, λόγω της αβεβαιότητας που επικρατεί, συνεχίστηκε η φυγή των καταθέσεων, επιτάθηκε η πτώση του τζίρου στην αγορά, επιδεινώθηκε το πρόβλημα της ρευστότητας, ενώ επανείλθε στη δημοσιότητα το ενδεχόμενο ενός Grexit.
Την ίδια περίοδο, προωθήθηκαν και κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις που δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τη λειτουργία της ήδη καταπονημένης αγοράς. Για παράδειγμα, θα σας αναφέρω, την πρόσθετη φορολογία, με 26% για τις επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με χώρες που θεωρούνται φορολογικοί παράδεισοι με στόχο να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή που υφίσταται μέσω των λεγόμενων «τριγωνικών συναλλαγών».
Εμείς, ως Επιμελητηριακή Κοινότητα, εξ' αρχής επισημάναμε στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης ότι με τέτοιου είδους φοροεπιδρομές, κανένα πρόβλημα δεν επιλύεται. Αποτέλεσε, λοιπόν, ευχάριστη έκπληξη για την αγορά η άμεση αντίδραση της αναπλήρωτριας υπουργού Οικονομικών κ. Νάντιας Βαλαβάνη που εισάκουσε το αίτημά μας και έσπευσε να τροποποιήσει και να βελτιώσει τη διάταξη αυτή. Όπως θετική θεωρούμε και την τροποποίηση από μέρους της κυβέρνησης ενός ακόμη νομοθετήματος που προωθήθηκε, με πρόχειρο τρόπο θα έλεγα, και αφορά τα τραπεζοκαθίσματα των καταστημάτων στον αιγιαλό. Σε κάθε περίπτωση, οι υπουργοί θα πρέπει να συνδιαλέγονται, να συμβουλεύονται και να συνεκτιμούν, πριν από οποιαδήποτε απόφασή τους για νομοθετικές ρυθμίσεις, τις θέσεις και τις απόψεις των Επιμελητηρίων, που αποτελούν νομοθετημένο σύμβουλο της πολιτείας.
Ένα δεύτερο σημείο που θα ήθελα να επισημάνω είναι οι δυσκολίες που παρουσιάζονται στην επίτευξη μιας βιώσιμης και επωφελούς, για όλες τις πλευρές, συμφωνίας, μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των εταίρων και πιστωτών της χώρας μας. Σίγουρα υπάρχουν «κόκκινες γραμμές» και από τις δύο πλευρές. Ενδιάμεσα, όμως, σίγουρα υπάρχει ένας μεγάλος χώρος για να υπάρξει συμφωνία σε μείζονος σημασίας ζητήματα που αφορούν την έξοδο της χώρας μας από την κρίση και την επιστροφή στην ανάπτυξη. Όσο κι αν ακούγεται μονότονο, θα ήθελα να επιμείνω στο ζήτημα της φορολογικής μεταρρύθμισης. Η χώρα χρειάζεται ένα απλό, ξεκάθαρο, δίκαιο και αναπτυξιακό φορολογικό σύστημα. Και κυρίως, ένα φορολογικό σύστημα που για να λειτουργήσει ως κίνητρο για την πραγματοποίηση επενδύσεων από το εσωτερικό και από το εξωτερικό, θα πρέπει να έχει ορίζοντα πενταετίας, αν όχι δεκαετίας ή και περισσότερο, ώστε οι επενδυτές να γνωρίζουν ξεκάθαρα πού επενδύουν και να μπορούν να κάνουν τους σχεδιασμούς τους χωρίς συνεχείς ανατροπές.
Η ύπαρξη ενός νέου φορολογικού συστήματος με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές για τις επιχειρήσεις θα αποτελούσε εφαλτήριο για τις ελληνικές και τις ξένες επενδύσεις. Άλλωστε, η χώρα μας βρίσκεται ανάμεσα σε χώρες με εξαιρετικά χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, όπως η Βουλγαρία και η Κύπρος, γεγονός που απομειώνει την ανταγωνιστικότητά της στην προσέλκυση επενδύσεων.
Πέραν της μείωσης των φορολογικών συντελεστών και την προσέλκυση επενδύσεων, θα πρέπει άμεσα να υπάρξει και μια ενίσχυση, ένας εκσυγχρονισμός του ελεγκτικού και εισπρακτικού μηχανισμού. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι επιχειρηματίες δεν επιθυμούν να φοροδιαφεύγουν. Άλλωστε, ποιος θέλει να παρανομεί; Οι λίγοι αυτοί που φοροαποφεύγουν ή και φοροδιαφεύγουν είναι κατακριτέοι από τον επιχειρηματικό κόσμο γιατί η φοροδιαφυγή αποτελεί τη χειρότερη μορφή αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων. Είμαστε υπέρμαχοι, περισσότερο από κάθε άλλον, της πάταξης της φοροδιαφυγής και περιμένουμε εναγωνίως να δούμε τους σχεδιασμούς και τα μέτρα της νέας κυβέρνησης. Μέτρα όμως, που δε θα βάζουν όλες ανεξαιρέτως τις επιχειρήσεις στο κρεβάτι του Προκρούστη, αλλά θα είναι στοχευμένα για την επίλυση του μείζονος αυτού προβλήματος. Ως εκπρόσωποι του Επιμελητηριακού κόσμου προσυπογράφουμε τις διακηρύξεις της κυβέρνησης για όχι υφεσιακά μέτρα και νέους φόρους.
Περιμένουμε, όμως, να δούμε ποια θα είναι και τα αναπτυξιακά μέτρα που τόσο ανάγκη έχει η εθνική μας οικονομία. Γιατί μέχρι στιγμής, τέτοιου είδους αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί. Δυστυχώς, ακόμη η χώρα, από την προηγούμενη διακυβέρνηση, παραμένει χωρίς αναπτυξιακό νόμο. Στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους έχει τεθεί μετ' επιτάσεως και το εργασιακό. Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης είναι όχι σε δυσμενείς αλλαγές. Εδώ θα πρέπει να υπάρξει μεγάλη προσοχή. Κανείς δεν επιθυμεί μισθούς πείνας ή εργασιακές συνθήκες μεσαίωνα, αλλά δεν μπορεί κάτω από τις συνθήκες που λειτουργεί σήμερα η πραγματική οικονομία να υλοποιηθούν, τουλάχιστον άμεσα, όλα αυτά που προεκλογικά εξήγγειλε η κυβέρνηση. Κάθε αύξηση του μισθολογικού κόστους λειτουργεί σε βάρος κυρίως των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο, που χιλιάδες επιχειρήσεις δυσκολεύονται, λόγω της πτώσης του τζίρου τους και της έλλειψης ρευστότητας, να καταβάλουν τους ισχύοντες μισθούς στους εργαζομένους τους. Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση θα πρέπει να απέχει από τον καθορισμό των απολαβών και να αφήσει τους κοινωνικούς εταίρους - εργοδότες και εργαζόμενους - να αποφασίσουν μόνοι τους και ελεύθερα τις μεταξύ τους συμφωνίες και σχέσεις.
Ένα ακόμη καυτό ζήτημα είναι αυτό του ασφαλιστικού. Και εδώ η θέση της κυβέρνησης είναι όχι σε δυσμενείς αλλαγές. Προσυπογράφουμε. Μόνο, που αν δεν κάνουμε αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα κανένας σημερινός εργαζόμενος δεν πρόκειται να πάρει σύνταξη ποτέ. Βρείτε ένα ασφαλιστικό σύστημα στο κόσμο που μπορεί να είναι βιώσιμο όταν η αναλογία εργαζομένων με συνταξιούχων τείνει στο 1 προς 1 αντί για 1 προς 3. Και κάτι ακόμη. Είναι δίκαιο εμείς οι επιχειρηματίες ή και οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ να παίρνουμε σύνταξη στα 65 και μια σειρά προνομιούχων εργαζομένων να λαμβάνουν σύνταξη και εφάπαξ στα 40 στα 42 και στα 50 τους; Είναι αυτό κράτος δικαίου; Αυτό είναι κράτος που υπάρχουν δύο κατηγορίες πολιτών.
Και για να το ξεκαθαρίσουμε. Η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού είναι ευθέως συνδεδεμένη με την καταπολέμηση της ανεργίας, την αύξηση της απασχόλησης, αλλά και την πάταξη της εισφοροδιαφυγής. Αν δε λύσουμε το πρόβλημα της ανεργίας με νέες επενδύσεις που θα αυξήσουν τις θέσεις εργασίας και κατά συνέπεια και τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων, το πρόβλημα του ασφαλιστικού θα αποτελεί πάντα βραδυφλεγή βόμβα στους κόλπους της οικονομίας και της κοινωνίας.
Και αφού μιλάμε για επενδύσεις και θέσεις εργασίας, δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ και στις ιδιωτικοποιήσεις. Και στον τομέα αυτό οι θέσεις της σημερινής κυβέρνησης, μάλλον είναι νεφελώδεις. Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αρνητικά. Θα πρέπει, βεβαίως, να μελετώνται με πολύ μεγάλη προσοχή, ώστε να αποφέρουν τα μέγιστα οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία. Ναι, δε θα πρέπει να γίνονται ιδιωτικοποιήσεις με μοναδικό γνώμονα την είσπραξη κάποιων κεφαλαίων που θα πέσουν κι αυτά στη μαύρη τρύπα του χρέους και των ελλειμμάτων. Οι ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να στοχεύουν στην παραγωγή πλούτου και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Έχω την αίσθηση ότι η χώρα και η οικονομία μάλλον έχουν να κερδίσουν πολλά παρά να χάσουν από τέτοιου είδους ιδιωτικοποιήσεις, όπως για παράδειγμα των περιφερειακών αεροδρομίων και των λιμανιών.
Οι περισσότεροι συμφωνούμε σε τρία πράγματα.
Πρώτον, ότι από εδώ και πέρα η λιτότητα πρέπει να χαλαρώσει και να μη συνεχιστεί η μαζική και οριζόντια εφαρμογή αντιαναπτυξιακών μέτρων.
Δεύτερον ,η αβεβαιότητα για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους υπονομεύει κάθε προσπάθεια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.
Και τρίτον ότι απαιτείται η διαμόρφωση ενός εθνικού σχεδίου ανάπτυξης. Γιατί χωρίς ανάπτυξη η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να εξέλθει από την κρίση και να βγει στις αγορές.
Είναι εμφανές ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει ακόμη να πείσει τους εταίρους και πιστωτές για την αποτυχία των μνημονίων που εφαρμόστηκαν τα πέντε τελευταία χρόνια στη χώρα μας και για την ανάγκη υιοθέτησης περισσότερων αναπτυξιακών πολιτικών. Και μάλιστα, κάποιες στιγμές, δίνεται η εντύπωση ότι βρίσκεται στα όρια της ρήξης με τους θεσμούς.
Είναι αδήριτη ανάγκη να χαμηλώσουν οι τόνοι, και από τις δύο πλευρές, βέβαια, καθώς ο χρόνος που περνά είναι σε βάρος της αγοράς. Πρέπει να εξευρεθούν άμεσα λύσεις που θα δώσουν ανάσα ρευστότητας στις επιχειρήσεις. Γνωρίζουμε ότι η διαπραγμάτευση είναι πολύ σκληρή. Ωστόσο, πρέπει να καταλήξει σε συμφωνία. Παράλληλα, βέβαια, υπάρχουν και δράσεις που δεν απαιτούν καμία διαπραγμάτευση. Υπάρχουν παραμελημένοι τομείς της ελληνικής οικονομίας που αν αναπτυχθούν θα δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη. Δεν υπάρχει καμία αντίρρηση από κανέναν για την ποιοτική αναβάθμιση της παραδοσιακής ελληνικής βιομηχανίας. Για τη λειτουργική σύζευξη της αγροτικής παραγωγής με τη βιομηχανία τροφίμων. Για την αναβίωση της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας. Για την ανάπτυξη της παιδείας και της υγείας με την παροχή κινήτρων για τη δραστηριοποίηση σε αυτούς τους τομείς της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, με στόχο την προσέλκυση κυρίως ξένων πελατών. Και βέβαια, ας μην ξεχνούμε τη διοικητική μεταρρύθμιση, που στην Ελλάδα, δεκαετίες τώρα, μόνο με το γεφύρι της Άρτας μπορεί να παρομοιαστεί.
Τα Επιμελητήρια είναι εδώ όχι για να χαϊδέψουν αυτιά, αλλά να πουν τα πράγματα με το όνομα τους. Προχωρήστε εδώ και τώρα σε μια έντιμη συμφωνία με τους εταίρους. Αφαιρέστε τα σύννεφα αβεβαιότητας από την οικονομία. Και πάρτε μέτρα υπέρ των επιχειρήσεων. Γιατί χωρίς επενδύσεις, χωρίς νέες επιχειρήσεις, χωρίς τη δημιουργία νέου πλούτου, δεν υπάρχει μέλλον για την χώρα. Τίποτα δεν θα είναι διαθέσιμο για διανομή στους φτωχότερους Έλληνες».





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [03:20:43]