Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 04:27      4°-14° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Ο διάλογος ορθόδοξης θεολογίας και λογοτεχνίας

Ο διάλογος ορθόδοξης θεολογίας και λογοτεχνίας



Πριν λίγες ημέρες γιορτάστηκε η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και τώρα διανύουμε την εβδομάδα των Παθών και την πορεία προς την Ανάσταση. Η σχέση της ορθόδοξης θεολογίας και παράδοσης με τη λογοτεχνία εκφράζεται με πολλούς τρόπους και καθορίζεται επίσης από την εποχή που εξετάζεται. Ο διάλογος ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες δεν είναι εύκολη υπόθεση, γιατί αφενός η λογοτεχνία θεωρείται από ορισμένους ως κατηγορία που υπάρχει εκ των προτέρων, από άλλους θεωρείται ανύπαρκτη στον ευρωπαϊκό χώρο από την αρχαιότητα μέχρι την Αναγέννηση και από άλλους κατοχυρώνεται ως τέχνη του λόγου το 19ο αιώνα και αφετέρου η θεολογία προσεγγίζεται με διαφορετικό τρόπο στην ελληνική φιλοσοφική παράδοση, στη δυτική σκέψη και στην ορθόδοξη παράδοση.
Μια αρχική, ωστόσο, διάκριση λογοτεχνίας και θεολογίας στηρίζεται στο φιλοσοφικό σύστημα του Kant, που καθορίζει τις προϋποθέσεις διάκρισης λογοτεχνικών και μη κειμένων. Ορισμένες προσπάθειες ορισμού της λογοτεχνίας στηρίχτηκαν στις εξής θεωρήσεις: α) Η λογοτεχνία αποτελεί προϊόν της μυθοπλασίας και της φαντασίας. Αυτή η θεώρηση όμως δεν αποτελεί μόνο προνόμιο της λογοτεχνίας, β) η λογοτεχνία είναι ειδική μορφή γλώσσας, που είναι ασύμβατη με τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Δεν μπορεί όμως και αυτός ο περιορισμός να γίνει αποδεκτός, γιατί ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο καθένας τη γλώσσα είναι διαφορετικός και γ) η λογοτεχνία είναι έντεχνη γραφή. Ομως και αυτή η θεώρηση δεν είναι ισχυρή, γιατί οι άνθρωποι αλλάζουν άποψη με την πάροδο του χρόνου για κάθε είδος γραφής.
Ο διάλογος θεολογίας και λογοτεχνίας προϋποθέτει επίσης κατά την ανάγνωση ενός κειμένου να επιχειρηθεί η κατανόηση των θεολογικών αναφορών που εντοπίζονται στο έργο καθώς και η μελέτη της θεολογικής σημασίας του και των θεολογικών υποδηλώσεών του. Συνεπώς, το κριτήριο με το οποίο πραγματοποιείται ο διάλογος ορθοδοξίας και λογοτεχνίας είναι η ερμηνεία ενός λογοτεχνικού κειμένου.
Μια τρίτη προϋπόθεση του διαλόγου ορθοδοξίας και λογοτεχνίας αφορά το δοξολογικό-ευχαριστιακό χαρακτήρα της λογοτεχνίας. Στην ορθόδοξη παράδοση η θεολογία συνίσταται από τον λόγο και τη δόξα του Θεού. Η γνώση της δόξας του Θεού υλοποιείται με τη συμμετοχή στη βιωματική εμπειρία της Εκκλησίας, που απαρτίζουν τα μυστήρια και κυρίως η ευχαριστιακή σύναξη, στην οποία αποτυπώνονται καθολικές σχέσεις αγάπης και ελευθερίας μεταξύ Θεού και ανθρώπων και ενσωματώνεται η δημιουργία σε Σώμα Χριστού. Συνεπώς το λογοτεχνικό κείμενο αποκτά θεολογική σημασία όταν οι αναγνώστες αναγνωρίσουν σε αυτό τη δόξα του Θεού, όπως αυτή εκδηλώνεται στη γλώσσα.
Η σημασία του διαλόγου θεολογίας και λογοτεχνίας είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί η ερμηνεία των εκκλησιαστικών κειμένων γίνεται ενίοτε μέσω ποιητικών στοιχείων. Από αυτή αποκαλύπτονται αλήθειες για τη ζωή και γίνονται κατανοητά τα θεολογικά μηνύματα. Ωστόσο, η ορθή ερμηνεία των ιερών κειμένων δεν μπορεί να γίνει έξω από την ευχαριστιακή εμπειρία της Εκκλησίας και τη μη απόκτηση κοινού νου με το Χριστό εκ μέρους του αναγνώστη.
Παράλληλα η λογοτεχνία δίνει τη δυνατότητα να αποκαλυφθούν άγνωστες διαστάσεις της ζωής και των ανθρώπων και ο αναγνώστης να σκεφτεί και να δώσει σημασία σε καταστάσεις, που η συνηθισμένη αντιληπτική ικανότητα ενδεχομένως δεν τις αξιολογούσε. Ωστόσο, για να αναδειχτεί η αποκαλυπτική πτυχή της λογοτεχνίας απαιτείται από τη πλευρά του συγγραφέα σεβασμός και αγάπη προς όλα τα πλάσματα του κόσμου και όχι διάθεση κυριαρχίας πάνω σε αυτά.
Στην ορθόδοξη χριστιανική σκέψη ακόμη η αλήθεια δεν εξαρτάται από το παρελθόν και το παρόν, αλλά κυρίως από το μέλλον. Ο εσχατολογικός χαρακτήρας της Εκκλησίας αποκαλύπτεται από την ταύτιση Εκκλησίας και Ευχαριστίας. Η Εκκλησία από τη στιγμή που αποτελεί κοινότητα ευχαριστιακή έχει εσχατολογική προοπτική, εφόσον τα έσχατα προγεύονται στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Κάθε εποχή έχει να αναδείξει νέα ποιητικά και λογοτεχνικά στοιχεία. Ολα αυτά η Εκκλησία χωρίς να τα απορρίπτει κρατάει εκείνα που έχουν εσχατολογική προοπτική. Η λογοτεχνία, όμως, σε καμιά περίπτωση δεν οδηγεί στη θέωση. Σε αυτή οδηγεί η μετουσίωση της πίστης σε βίωμα και εμπειρία. Αυτή επιτυγχάνεται μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, στην εκκλησιαστική εν Χριστώ ζωή. Η λογοτεχνία που εκφράζει θεολογικές σκέψεις και αποκαλύπτει θεολογικά στοιχεία συμβάλλει στην ανεύρεση του δρόμου που οδηγεί στη Βασιλεία του Χριστού.




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [04:27:53]