Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 14:57      8°-16° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Κρίση και σχολική επένδυση

Κρίση και σχολική επένδυση



Για λόγους σχετικούς με τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, το σχολείο και οι σχολικοί τίτλοι κατέλαβαν στο φαντασιακό μας ιδιαίτερη αξία. Μετά από μία μεγάλη παρένθεση στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα όταν, λόγω της ανεργίας, το πτυχίο ταυτίστηκε με τον «θεσιθήρα», τα πτυχία αξιοδοτήθηκαν πάλι μετά το 1960 χάρη στη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου. Σύμφωνα με αυτή, η επένδυση στην εκπαίδευση είναι η καλύτερη οικονομική επένδυση. Η άποψη αυτή στην Ελλάδα μεταφράστηκε σε «όνειρο» για το πτυχίο χάρη κυρίως στη απασχόληση στο Δημόσιο, χάρη στην διεύρυνση των κοινωνικών υπηρεσιών αλλά και των πελατειακών σχέσεων.
Αυτό μεταφράστηκε σε θετική πρόσληψη του σχολείου, την αξιοδότησή του έτσι που η απόκτηση πτυχίου να γίνει μέρος των οικογενειακών πρακτικών και στρατηγικών. Χάρη στη σχολική επένδυση αυτή άλλαξαν πολλά στην Ελλάδα. Ο αριθμός των πτυχιούχων ΑΕΙ χωρίς να φτάνει το ποσοστό στις πλούσιες δυτικές χώρες ήταν ψηλός για τα οικονομικά δεδομένα της χώρας. Την ίδια στιγμή, χάρη και στην επένδυση αυτή, οι ανισότητες στην εκπαίδευση ήταν μειωμένες σε σύγκριση με τις πειρσσότερες δυτικές χώρες. Τέλος, η εκπαίδευση παρέμεινε το βασικότερο όχημα ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας για τα φτωχά στρώματα, ιδιαίτερα τα αγροτικά, τα κορίτσια κατά πρώτον.
Η τρέχουσα οικονομική κρίση φαίνεται να θέτει σε σοβαρή δοκιμασία το όνειρο αυτό. Δεν έχουμε ακόμη μελέτες μεγάλης κλίμακας που να στοιχειοθετούν την άποψη αυτή, έχουμε ωστόσο αρκετές ενδείξεις. Πρώτα απ' όλα γνωρίζουμε ότι τα τελευταία χρόνια σε πολλές δυτικές χώρες έχουμε μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση. Στην Ελλάδα, όμως, η μείωση την τελευταία πενταετία είναι χωρίς προηγούμενο. Η χρηματοδότηση μειώθηκε κατά 35,6% για να φτάσει στο 2,23% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ προσεγγίζει το 5%. Μειώθηκαν οι σχολικές μονάδες κατά 2.000, οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας κατά 30% και οι αποδοχές τους κοντά στο 45%.
Προφανώς όλα αυτά περνούν στη σχολική τάξη. Ανασφάλεια για τους εκπαιδευτικούς, μειωμένες προσδοκίες από τη δουλειά, δυσχέρεια ανάληψης πρωτοβουλιών σ' ένα ασφυκτικό περιβάλλον, απουσία κινήτρων για επένδυση στο σχολείο. Ολα αυτά λογικά έχουν το αντίκρισμά τους στους μαθητές και τους γονείς. Πιθανή απαξίωση των εκπαιδευτικών, κυρίως όμως απαξίωση ενός θεσμού στον οποίο οι μαθητές περνάνε πιο δύσκολα, ο οποίος τους δίνει λίγες χαρές και, κυρίως, δεν τους διασφαλίζει το μέλλον με δεδομένους τους πρωτόγνωρους δείκτες της ανεργίας στους νέους.
Αυτά αποτυπώνονται σε συγκεκριμένες πρακτικές και δείκτες που μαρτυρούν μείωσης της έλξης του σχολείου και μικρότερη επένδυση σ' αυτό. Δεν είναι άμοιρο των παραπάνω η συζήτηση το τελευταίο διάστημα για το σχολικό εκφοβισμό και τη βία (bullying). Και στο ζήτημα αυτό δεν έχουμε σοβαρές μελέτες. Διαβλέπω μία διάχυτη τάση υπερβολής του φαινομένου καθώς συχνά συμφύρονται διαφορετικά πράγματα. Κυρίως, όμως, αδυνατούμε, γονείς, εκπαιδευτικοί αλλά και «ειδικοί», να κατανοήσουμε τη μεταβαλλόμενη σχέση των ενηλίκων με τα παιδιά τα οποία «μεγαλώνουν» ή θέλουν να «μεγαλώνουν» ταχύτερα στις μέρες μας. Ακόμη όμως κι έτσι η κρίση παίζει τον ρόλο της καθώς εισάγει στοιχεία αβεβαιότητας και μας κάνει πιο ανασφαλείς και πιο επιθετικούς.
Προς την ίδια κατεύθυνση μπορούμε να δούμε κι άλλους δείκτες. Ενας είναι η σχολική διαρροή. Αυτή παραμένει υψηλή καθώς κοντά στα 18% των παιδιών, κυρίως αγόρια, δεν τελειώνουν τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αντίστοιχα φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε μία αύξηση της τάξης του 11,4% των παιδιών που δεν παρακολουθούν τακτικά τα μαθήματα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Προσθέτω ακόμη ότι από 19.700 το σχολικό έτος 2013-2014 ο αριθμός των παιδιών στα ΕΠΑΛ αυξήθηκε την επόμενη χρονιά σε 21.897. Κι αυτό όταν ο συνολικός αριθμός των μαθητών μειώνεται και πολλά τμήματα των ΕΠΑΛ διαλύονται λόγω της υπαγωγής καθηγητών τους σε καθεστώς «διαθεσιμότητας».
Ενδιαφέροντα και κάπως πιο αισιόδοξα είναι τα πορίσματα της έρευνας του «Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ) το 2014 σε πανελλαδικό δείγμα 4.141 μαθητών, 11-15 χρονών. Σύμφωνα με αυτή, ο αριθμός των παιδιών που «δεν τους αρέσει καθόλου το σχολείο» αυξάνει μέχρι το 2010 και μετά μειώνεται. Ανάλογη τάση παρατηρείται όσον αφορά την εμπιστοσύνη των παιδιών στους καθηγητές. Αντίθετα μειώνεται διαρκώς η εμπιστοσύνη των παιδιών στους συμμαθητές τους.
Σε κάθε περίπτωση πολλά από τα προαναφερθέντα στοιχεία είναι ανησυχητικά καθώς δείχνουν μία τάση δημιουργίας μαθητών διαφορετικών ταχυτήτων, καθρέπτισμα εν πολλοίς ανάλογων φαινομένων στον κοινωνικό ιστό. Και είναι ανησυχητικά όχι μόνο γιατί μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες αλλά γιατί μπορούν να οδηγήσουν στη περιθωριοποίηση όλο και μεγαλύτερες ομάδες παιδιών σε μία διεθνή συγκυρία που το σχολείο και η γνώση είναι άκρως απαραίτητα για την ατομική και συλλογική μας επιβίωση.




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [14:57:13]