Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 01:43      7°-16° Πάτρα
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Εκκλησία, πολιτικός γάμος και σύμφωνο συμβίωσης

Εκκλησία, πολιτικός γάμος και σύμφωνο συμβίωσης



Παραδοσιακά, το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο λόγω της ιδιαιτερότητας των ελληνικών οικογενειακών ηθών είχε μία ξεχωριστή εθνική φυσιογνωμία, που χαρακτηριζόταν από την επίδραση σε αυτό της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στην κανονική συνείδηση της τελευταίας ο γάμος δεν είναι δικαιοπραξία ούτε απλώς πράξη ιδιωτικής ευσέβειας, αλλά μυστήριο και γεγονός της όλης ζωής της Εκκλησίας.
Με τον ν. 1250/1982, το μέχρι τότε ενιαίο δίκαιο του γάμου διασπάστηκε, ως προς τον συστατικό τύπο, σε πολιτειακό δίκαιο του γάμου και σε θρησκευτικό δίκαιο του γάμου, διακρινομένου του τελευταίου σε τόσα μερικότερα δίκαια, όσα είναι και τα «γνωστά» θρησκεύματα και δόγματα στην Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Εκκλησία δεν απέρριπτε τον πολιτικό γάμο ούτε τον θεωρούσε πορνεία, αλλά τον ανεχόταν, και επί πλέον τον χρησιμοποιούσε ως μία διέξοδο και παιδαγωγικό μέσο (επιτίμιο) π.χ. για τους νυμφευμένους κληρικούς, τους διγάμους κ.τ.λ. τουλάχιστον μέχρι τον 12ο αιώνα.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αποφάσισε στις 21.1.1982 να ανεχθεί τη θέσπιση του πολιτικού γάμου ως προαιρετικού, ενώ με την υπ' αριθ. 2395/5.9.1984 εγκύκλιό της: (α) Αναγνώρισε το γεγονός ότι πολλοί πολιτικοί γάμοι τελούνται υπό την πίεση και την ανάγκη ειδικών οικογενειακών και κοινωνικών συνθηκών και όχι λόγω περιφρονήσεως του θρησκευτικού γάμου και αρνήσεως της Εκκλησίας, «…οι δε τελέσαντες πολιτικόν γάμον ουδόλως θεωρούνται ως αποκοπέντες υπό της Εκκλησίας…», και (β) χαρακτήρισε ως άστοργη και αδικαιολόγητη την άρνηση εκ μέρους ορισμένων ιερέων βαπτίσεως τέκνων, τα οποία προέρχονται από πολιτικό γάμο, προτρέποντας ωστόσο, εφ' όσον οι γονείς, οι οποίοι έχουν τελέσει πολιτικό γάμο προσέρχονται στην Εκκλησία για να βαπτίσουν τα παιδιά τους, τους λειτουργούς της να εκδέχoνται ως θετική την ενέργεια αυτή.
Ο ν. 3719/2008 εισήγαγε έναν νέο θεσμό οικογενειακού δικαίου, το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, που διακρίνεται τόσο από την αναγνώριση της απλής ελεύθερης ένωσης όσο και από τον γάμο. Ο γάμος αντιμετωπίζεται από την εθνική έννομη τάξη ως ιεραρχικά υπέρτερος σε σχέση με το σύμφωνο συμβίωσης∙ για τον λόγο αυτό απολαμβάνει και μεγαλύτερης προστασίας.
Στις 18/12/2013 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος με εγκύκλιό της επισήμανε τον κίνδυνο να εκπέσει η οικογενειακή συμβίωση σε γυμνή σύμβαση, αφού η νομοθετική κατοχύρωση της ελεύθερης συμβίωσης μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη χριστιανική αντίληψη περί γάμου και οικογένειας της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, δεδομένου ότι με το συγκεκριμένο σχήμα συμβίωσης, η οικογένεια δεν θεωρείται πλέον «μικρή Εκκλησία», αλλά απλή συμβίωση του ενός με τον άλλον. Παράλληλα, μπορεί να θεωρηθεί ως γέφυρα εισαγωγής, ύστερα από λίγο, της αναγνώρισης κάθε άλλης σχέσης.
Σύμφωνα με τους υπέρμαχους της επέκτασης του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, η αδυναμία των ομόφυλων προσώπων να επισημοποιήσουν τις συμβιώσεις τους έρχεται σε αντίθεση με την ιδεολογία της ισότητας των πολιτών και τον οφειλόμενο σεβασμό στη διαφορετικότητα, όπως αυτά εκφράζονται στα άρθρα 8 και 14 ΕΣΔΑ, στα άρθρα 21§1, 4§1, 5§1, 9§1 και σε νομικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η αντίθετη άποψη πρεσβεύει ότι τα ζεύγη ομοφύλων δεν μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση του συμφώνου, αφού αυτό είναι διατυπωμένο στο πρότυπο μιας οικογένειας με γονείς και παιδιά. Ενδεχόμενη νομιμοποίηση των συμβιώσεων αυτών υποχρεώνει όλη την κοινωνία να αντιμετωπίσει τα ομόφυλα ζευγάρια σε ίση μοίρα σε όλες τις πτυχές του κοινωνικού βίου. «Μία κοινωνία όμως, που διασκεδάζει με την ανελέητη σάτιρα της ανδρικής ιδίως ομοφυλοφιλίας στο θέατρο και την τηλεόραση και στην οποία ο μέσος γονέας αντιμετωπίζει με δέος το ενδεχόμενο να εξελιχθούν τα παιδιά του σε ομοφυλόφιλα, κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί έτοιμη για να εντάξει στους κόλπους της ισότιμα τα ομόφυλα ζευγάρια;» (βλ. Παναγιώτη Δ. Νικολόπουλου, «Το ανυπόστατο του γάμου ομόφυλων προσώπων», ΝοΒ 2009, σ. 1080).
Στο ζήτημα του πολιτικού γάμου και του συμφώνου συμβίωσης, καθίσταται φανερή η αλλοπρόσαλλη «πολιτεία» της Πολιτείας απέναντι στην Εκκλησία, αφού η πρώτη νομοθετεί τις περισσότερες φορές όχι για την προστασία των κοινωνικών σχέσεων, αλλά λόγω ιδεολογικής διαφοράς με τη δεύτερη, σε μία αέναη προσπάθεια επιβολής της. Την ίδια στιγμή, η Εκκλησία, στο πλαίσιο της μέριμνας για τα μέλη της, επιβάλλεται να ενισχύσει την ποιμαντική του χριστιανικού γάμου και της ζωής της οικογένειας, διότι η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι στο πρόσωπο των κληρικών της αφίσταται ουσιαστικής επικοινωνίας με την πλειονότητα των ανθρώπων που δέχονται τις ευλογίες του χριστιανικού γάμου.
* Το κείμενο αποτελεί περίληψη της εισήγησης με το ομώνυμο θέμα στο συνέδριο «Κανόνες της Εκκλησίας & Νόμοι της Πολιτείας» (Βόλος, 13-15/2/2015).




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση


 


 

 

 


Πελοπόννησος
 
 

 



Τελευταία [01:43:41]